Σε νέο χαμηλό οι εκπομπές της ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα μέσω της διασύνδεσης της Κρήτης
Σε ιστορικό χαμηλό υποχώρησαν κατά το πρώτο εξάμηνο του φετινού έτους οι εκπομπές CO₂ από την ελληνική ηλεκτροπαραγωγή, επιβεβαιώνοντας ότι η μετάβαση σε καθαρότερο ενεργειακό μείγμα δεν είναι πλέον θεωρία, αλλά μετρήσιμο αποτέλεσμα. Καταλύτης σε αυτή την εξέλιξη υπήρξε η μεγάλη ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης, η οποία τέθηκε σε λειτουργία στα τέλη του 2025 και άλλαξε ουσιαστικά τους όρους με τους οποίους τροφοδοτείται ενεργειακά το μεγαλύτερο νησί της χώρας.
Η εικόνα που αναδεικνύει η ανάλυση του Green Tank είναι σαφής: η μόνιμη σύνδεση της Κρήτης με το ηπειρωτικό σύστημα περιόρισε δραστικά την ανάγκη λειτουργίας των τοπικών πετρελαϊκών μονάδων, οι οποίες επί δεκαετίες κάλυπταν την ηλεκτρική ζήτηση με υψηλό περιβαλλοντικό και οικονομικό κόστος. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: οι εκπομπές από τις ρυπογόνες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής των νησιών, που βασίζονται σε πετρέλαιο, μειώθηκαν συνολικά κατά 46,4%. Με άλλα λόγια, η διασύνδεση δεν βελτίωσε απλώς την ασφάλεια εφοδιασμού και τη σταθερότητα του δικτύου· συνέβαλε άμεσα στη μείωση των ρύπων, αποτυπώνοντας στην πράξη το όφελος των μεγάλων υποδομών.
Η μεγάλη ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης και το «άλμα» στις μειώσεις ρύπων
Η μεγάλη ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης αποτελεί έργο-κλειδί για την απανθρακοποίηση, επειδή αντικαθιστά την ανάγκη για αυτόνομη, πετρελαϊκή παραγωγή με πρόσβαση στο διασυνδεδεμένο σύστημα, όπου το μείγμα περιλαμβάνει υψηλότερη συμμετοχή από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Έτσι, ένα μέρος της ζήτησης της Κρήτης καλύπτεται πλέον με πολύ χαμηλότερο αποτύπωμα άνθρακα, ενώ παράλληλα μειώνονται οι ώρες λειτουργίας των νησιωτικών θερμικών μονάδων.
Η αλλαγή αυτή έχει και μια δεύτερη, λιγότερο εμφανή αλλά εξίσου σημαντική διάσταση: όσο μειώνεται η εξάρτηση από πετρέλαιο στα μη διασυνδεδεμένα νησιά, τόσο περιορίζονται και οι ανάγκες για μεταφορά καυσίμων, λειτουργία ενεργοβόρων σταθμών και διαχείριση ενός πιο περίπλοκου και ακριβού συστήματος ηλεκτροπαραγωγής. Με την Κρήτη «δεμένη» πλέον στο ηπειρωτικό δίκτυο, ανοίγει ο δρόμος για πιο ορθολογικό σχεδιασμό, καλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ και χαμηλότερες εκπομπές.
Σε εθνικό επίπεδο, η ηλεκτροπαραγωγή εξέπεμψε 6,95 εκατ. τόνους CO₂ στο πρώτο εξάμηνο, την ώρα που καταγράφηκε και ρεκόρ στην παραγωγή από ΑΠΕ. Η ταυτόχρονη ύπαρξη αυτών των δύο τάσεων—ισχυρή παρουσία ανανεώσιμων και σημαντικές, αλλά όχι μηδενικές, εκπομπές—δείχνει μια αγορά που αλλάζει, αλλά εξακολουθεί να στηρίζεται σε ορυκτά καύσιμα για την κάλυψη φορτίων αιχμής και την εξισορρόπηση του συστήματος.
Ποιοι καύσιμοι «γράφουν» τις εκπομπές: φυσικό αέριο και λιγνίτης
Από το σύνολο των εκπομπών του εξαμήνου, το φυσικό αέριο ευθύνεται για το 58,6% (4,07 εκατ. τόνους CO₂), ενώ ο λιγνίτης για το 28,9% (2,01 εκατ. τόνους). Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τη σημερινή πραγματικότητα: ο λιγνίτης υποχωρεί ως δομικό καύσιμο του συστήματος, αλλά παραμένει παράγοντας εκπομπών, ενώ το φυσικό αέριο έχει αναλάβει σημαντικό μερίδιο ως «καύσιμο μετάβασης», με υψηλή συμμετοχή όταν απαιτείται ευελιξία ή όταν οι καιρικές συνθήκες δεν ευνοούν τη μέγιστη παραγωγή από ΑΠΕ.
Μεγαλύτερος ρυπαντής για το α’ εξάμηνο αναδείχθηκε ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου με 1,58 εκατ. τόνους CO₂, καθώς αύξησε τη λειτουργία του σε ετήσια βάση πριν το οριστικό κλείσιμό του στα μέσα Μαΐου. Η συγκυρία αυτή εξηγεί γιατί, παρά το ιστορικό χαμηλό συνολικά, βλέπουμε ακόμη μεγάλες «συγκεντρώσεις» εκπομπών σε συγκεκριμένες μονάδες. Παράλληλα, η Πτολεμαΐδα 5—η μοναδική εναπομένουσα λιγνιτική μονάδα—κατέγραψε εκπομπές 0,6 εκατ. τόνων, επιβεβαιώνοντας ότι η λιγνιτική παραγωγή έχει πλέον περιοριστεί, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί.
Ιστορικό χαμηλό, αλλά οι στόχοι του ΕΣΕΚ παραμένουν πρόκληση
Το Green Tank επισημαίνει κάτι κρίσιμο: το ιστορικό χαμηλό των ρύπων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η χώρα βρίσκεται εντός τροχιάς για την επίτευξη των ετήσιων στόχων που θέτει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), δηλαδή ο οδικός χάρτης έως το 2030. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ο κλάδος της ηλεκτροπαραγωγής έχει ήδη εξαντλήσει το 77,6% του περιθωρίου εκπομπών για φέτος, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα υπέρβασης του στόχου, παρά το θετικό συνολικό πρόσημο.
Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι το δεύτερο μισό του έτους μπορεί να αποδειχθεί σαφώς καλύτερο ως προς τις εκπομπές, κυρίως λόγω της απόσυρσης του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Αν αυτό συνδυαστεί με υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ και ομαλή λειτουργία του συστήματος, τότε οι συνολικοί ρύποι ενδέχεται να παρουσιάσουν περαιτέρω μείωση, χωρίς να απαιτηθούν έκτακτες λύσεις.
Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το ΕΣΕΚ θέτει ως στόχο οι εκπομπές από την ηλεκτροπαραγωγή να περιοριστούν στους 4 εκατ. τόνους CO₂ το 2030. Για να συμβεί αυτό, έργα όπως η μεγάλη ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης δεν είναι απλώς χρήσιμα—είναι απαραίτητα. Η διασύνδεση απέδειξε ήδη ότι μπορεί να μειώσει ριζικά τις εκπομπές από πετρελαϊκές μονάδες στα νησιά, να ενισχύσει την αξιοποίηση καθαρής ενέργειας και να μετατρέψει μια περιοχή με υψηλό ενεργειακό αποτύπωμα σε μέρος της λύσης. Το επόμενο βήμα είναι η συνέχιση αυτής της πορείας με περισσότερες υποδομές, μεγαλύτερη διείσδυση ΑΠΕ και σχεδιασμό που θα «κλειδώνει» τις μειώσεις, ώστε το σημερινό ιστορικό χαμηλό να μην είναι μια συγκυρία, αλλά ένα νέο, σταθερό σημείο αναφοράς.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης