Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2026

Πρόταση για «πάγωμα» νέων αδειών εστίασης σε περιοχές με υπερσυγκέντρωση

Πρόταση για «πάγωμα» νέων αδειών εστίασης σε περιοχές όπου έχει καταγραφεί υπερσυγκέντρωση καταστημάτων επανέρχεται στο προσκήνιο, σε μια περίοδο κατά την οποία ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με σημαντικές πιέσεις. Η υποχώρηση του τζίρου, η άνοδος του λειτουργικού κόστους, οι αυξημένες τιμές ενέργειας και πρώτων υλών, αλλά και η περιορισμένη ρευστότητα δημιουργούν ένα δύσκολο περιβάλλον για χιλιάδες επιχειρήσεις.

Την πρόταση διατυπώνει ο Γιάννης Δαβερώνης, μέλος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και πρόεδρος της Ένωσης Εστιατόρων, Εξοχικών και Συναφών Αττικής. Όπως επισημαίνει, το ζήτημα δεν αφορά συνολικά την ανάπτυξη της εστίασης, αλλά την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η υπερβολική συγκέντρωση καταστημάτων σε συγκεκριμένες περιοχές, όπου ο ανταγωνισμός έχει γίνει ιδιαίτερα έντονος και η διαθέσιμη πελατεία ενδέχεται να μην επαρκεί για τη βιωσιμότητα όλων των επιχειρήσεων.

Πάγωμα νέων αδειών εστίασης μόνο σε περιοχές κορεσμού

Στον πυρήνα της πρότασης δεν βρίσκεται ένα οριζόντιο «πάγωμα» νέων αδειών εστίασης σε ολόκληρη τη χώρα. Αντίθετα, η συζήτηση αφορά στοχευμένα μέτρα για περιοχές στις οποίες ο αριθμός των καταστημάτων έχει αυξηθεί υπέρμετρα.

Ιδιαίτερα έντονο εμφανίζεται το φαινόμενο στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και σε άλλες πυκνοκατοικημένες ή εμπορικά δημοφιλείς περιοχές. Σε μικρές γεωγραφικές ζώνες μπορεί να λειτουργούν δεκάδες επιχειρήσεις, από καφέ και σουβλατζίδικα μέχρι μεζεδοπωλεία, εστιατόρια και καταστήματα γρήγορης εστίασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο αριθμός τους μπορεί να φτάνει ακόμη και τις 60 ή 70 επιχειρήσεις.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το αν υπάρχει επαρκής ζήτηση ώστε να παραμένουν όλες οι επιχειρήσεις βιώσιμες. Η συνεχής είσοδος νέων καταστημάτων σε ήδη κορεσμένες περιοχές μπορεί να οδηγεί σε κατακερματισμό της πελατείας, εντονότερο ανταγωνισμό στις τιμές και μεγαλύτερη πίεση στα περιθώρια κέρδους.

Για τον λόγο αυτό προτείνεται αρχικά η χαρτογράφηση της αγοράς. Η καταγραφή θα μπορούσε να περιλαμβάνει τον αριθμό των επιχειρήσεων ανά περιοχή, το είδος των υπηρεσιών που προσφέρουν, την πληθυσμιακή πυκνότητα, την τουριστική κίνηση και τη δυναμική της τοπικής αγοράς. Με βάση αυτά τα δεδομένα, θα ήταν δυνατό να εντοπιστούν οι περιοχές όπου υπάρχει περιθώριο για νέες επιχειρήσεις και εκείνες που εμφανίζουν σαφή σημάδια κορεσμού.

Στη συνέχεια, σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, θα μπορούσε να εξεταστεί ένας πιο οργανωμένος χωροταξικός σχεδιασμός. Ένα τέτοιο μοντέλο θα επέτρεπε την καλύτερη κατανομή των επιχειρήσεων, χωρίς να αποκλείει συνολικά την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η εφαρμογή, ωστόσο, δεν είναι απλή. Κάθε σχετική ρύθμιση θα πρέπει να συνδυάζει την προστασία της βιωσιμότητας των υφιστάμενων επιχειρήσεων με την ελευθερία ίδρυσης και ανάπτυξης νέων δραστηριοτήτων. Σήμερα, η ίδρυση και λειτουργία Καταστημάτων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος πραγματοποιείται μέσω διαδικασίας γνωστοποίησης στην αρμόδια αρχή. Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί κυβερνητική απόφαση για γενική απαγόρευση ή αναστολή νέων επιχειρήσεων εστίασης σε περιοχές με υψηλή συγκέντρωση.

Υποχωρεί ο τζίρος της εστίασης

Η πρόταση για τοπικό «πάγωμα» νέων αδειών εστίασης διατυπώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι ο κλάδος αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων υπηρεσιών εστίασης διαμορφώθηκε στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 στα 3,165 δισ. ευρώ, έναντι 3,245 δισ. ευρώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Η μείωση ανήλθε σε 2,5%.

Υποχώρηση είχε καταγραφεί και στο πρώτο τρίμηνο του 2026. Ο κύκλος εργασιών έφτασε τα 2,141 δισ. ευρώ, έναντι 2,184 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας πτώση 1,9%. Η εξέλιξη δείχνει ότι η αυξημένη τουριστική και οικονομική δραστηριότητα δεν μεταφράζεται αυτόματα σε υψηλότερα έσοδα για το σύνολο των επιχειρήσεων εστίασης.

Παράλληλα, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα επηρεάζει τις καταναλωτικές συνήθειες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΕΛΚΑ, τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο 14,79 ευρώ την εβδομάδα για έτοιμο φαγητό, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε 770 ευρώ τον χρόνο. Για πολλά νοικοκυριά, ωστόσο, η συχνότητα των εξόδων για φαγητό ή καφέ περιορίζεται όταν αυξάνονται οι βασικές δαπάνες διαβίωσης.

Αυξημένο λειτουργικό κόστος και περιορισμένη ρευστότητα

Στην πτώση του τζίρου προστίθεται η σημαντική άνοδος του κόστους λειτουργίας. Η εξαμηνιαία έρευνα οικονομικού κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το πρώτο εξάμηνο του 2026 καταγράφει έντονες πιέσεις στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Το 73,3% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με το 2025. Παράλληλα, το 73,2% ανέφερε αύξηση στο κόστος των καυσίμων, ενώ το 77,5% κατέγραψε άνοδο στις τιμές των πρώτων υλών και των προμηθειών.

Οι μεσοσταθμικές αυξήσεις διαμορφώθηκαν σε 26,03% για την ηλεκτρική ενέργεια, 27,75% για τα καύσιμα και 24,75% για τις πρώτες ύλες και τις προμήθειες. Για μια επιχείρηση εστίασης, όπου το κόστος ενέργειας, προμηθειών και προσωπικού αποτελεί μεγάλο μέρος των συνολικών δαπανών, οι αυξήσεις αυτές περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια κέρδους.

Η πίεση αποτυπώνεται και στη ρευστότητα. Το 48% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι η ρευστότητά του μειώθηκε περαιτέρω κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, ενώ μόλις το 16,4% ανέφερε βελτίωση. Επιπλέον, το 21,8% δήλωσε ότι δεν διαθέτει καθόλου ρευστά διαθέσιμα και το 22,9% ότι μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του για διάστημα που δεν ξεπερνά τον έναν μήνα.

Τα στοιχεία αφορούν συνολικά τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις και όχι αποκλειστικά την εστίαση. Αποτυπώνουν, ωστόσο, το οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων του κλάδου.

Οι επιπτώσεις σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους

Σύμφωνα με τα στοιχεία περίπου 80.000 επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην εστίαση, απασχολώντας περίπου 500.000 εργαζόμενους. Οι αποφάσεις για την αγορά, επομένως, δεν αφορούν μόνο τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων, αλλά και ένα μεγάλο μέρος της απασχόλησης.

Ο κλάδος καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα το ενεργειακό και λειτουργικό κόστος, το αυξημένο κόστος εργασίας, τις ελλείψεις προσωπικού και την αβεβαιότητα σχετικά με τη ζήτηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η υπερσυγκέντρωση επιχειρήσεων σε συγκεκριμένες περιοχές επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τον ανταγωνισμό και αυξάνει τον κίνδυνο λουκέτων.

Στα αιτήματα των εκπροσώπων της εστίασης περιλαμβάνεται και η μείωση του ΦΠΑ, καθώς θεωρούν ότι απαιτούνται παρεμβάσεις για τη στήριξη της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων. Η πρόταση για «πάγωμα» νέων αδειών εστίασης, όπου διαπιστώνεται κορεσμός, εντάσσεται σε αυτή τη γενικότερη συζήτηση για ένα πιο ισορροπημένο και βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης του κλάδου.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή