Ο αντίκτυπος της νέας αύξησης επιτοκίων για στεγαστικά δάνεια, επιχειρήσεις και καταθέσεις
Η νέα αύξηση επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δημιουργεί πρόσθετη πίεση σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και δανειολήπτες που εξυπηρετούν οφειλές με κυμαινόμενο επιτόκιο. Η αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης επηρεάζει το κόστος του χρήματος στην Ευρωζώνη και αναμένεται να μεταφερθεί σταδιακά στις δόσεις στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, αλλά και στις αποδόσεις των καταθέσεων.
Από τις 16 Σεπτεμβρίου, το επιτόκιο καταθέσεων διαμορφώνεται στο 2,50%, το επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,90%. Ωστόσο, η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει ότι όλες οι δόσεις θα αυξηθούν αυτόματα κατά 0,25% από την ίδια ημέρα. Η τελική επίδραση εξαρτάται από τους όρους κάθε σύμβασης, τον δείκτη αναφοράς που χρησιμοποιείται και τη συχνότητα με την οποία αναπροσαρμόζεται το επιτόκιο.
Πώς μεταφέρεται η αύξηση στα στεγαστικά δάνεια
Οι περισσότερο εκτεθειμένοι είναι οι δανειολήπτες με κυμαινόμενο επιτόκιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η δόση αναπροσαρμόζεται όταν φτάσει η ημερομηνία επανυπολογισμού που προβλέπει η σύμβαση. Ορισμένα δάνεια συνδέονται με το Euribor ενός ή τριών μηνών, ενώ άλλα ακολουθούν το Euribor εξαμήνου ή αναθεωρούνται σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα.
Αντίθετα, οι κάτοχοι στεγαστικών με σταθερό επιτόκιο δεν θα δουν άμεση μεταβολή στη δόση τους όσο διαρκεί η περίοδος σταθερού επιτοκίου. Η προστασία αυτή, όμως, παύει να ισχύει όταν ολοκληρωθεί η σταθερή περίοδος και το δάνειο μετατραπεί σε κυμαινόμενο, εκτός εάν ο δανειολήπτης επιλέξει νέα ρύθμιση ή διαφορετικό προϊόν.
Η αύξηση της ΕΚΤ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η άνοδος των επιτοκίων αναφοράς έχει ήδη προεξοφληθεί εν μέρει από τις αγορές. Στις 9 Σεπτεμβρίου, το Euribor τριμήνου είχε φτάσει στο 2,626%, από περίπου 2,08% στις αρχές Απριλίου, ενώ το Euribor εξαμήνου είχε διαμορφωθεί στο 2,80%. Επομένως, μέρος της επιβάρυνσης έχει ήδη αρχίσει να περνά στα κυμαινόμενα δάνεια, πριν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως η τελευταία απόφαση της ΕΚΤ.
Ενδεικτική επιβάρυνση στη μηνιαία δόση
Για στεγαστικό δάνειο ύψους 100.000 ευρώ με υπολειπόμενη διάρκεια 20 ετών, μια πλήρης αύξηση του επιτοκίου από 3,72% σε 3,97% αυξάνει τη μηνιαία δόση από περίπου 591 σε 604 ευρώ. Η διαφορά ανέρχεται σε περίπου 13 ευρώ τον μήνα ή 157 ευρώ τον χρόνο, χωρίς να υπολογίζονται τυχόν εισφορές, έξοδα και ασφάλιστρα.
Το πραγματικό ποσό διαφέρει ανάλογα με το υπόλοιπο του δανείου, την εναπομένουσα διάρκεια, το περιθώριο της τράπεζας και τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου. Για τον λόγο αυτό, κάθε δανειολήπτης θα πρέπει να εξετάσει τη δική του σύμβαση και να ζητήσει από την τράπεζα αναλυτική ενημέρωση για την επόμενη δόση.
Τον Ιούλιο, πριν από τη νέα απόφαση της ΕΚΤ, το μέσο επιτόκιο στα υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια διάρκειας άνω των πέντε ετών είχε αυξηθεί στο 3,72%, ενώ στα νέα στεγαστικά κυμαινόμενου επιτοκίου βρισκόταν στο 3,53%.
Μικρότερη αναμένεται να είναι η επίδραση για τους δικαιούχους του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ». Το 50% του δανείου χορηγείται άτοκα, επομένως η μεταβολή των επιτοκίων αφορά μόνο το τραπεζικό σκέλος. Για τρίτεκνους, πολύτεκνους και άλλες ειδικές κατηγορίες, επιδοτείται επιπλέον το 50% των τόκων που αναλογούν στο τραπεζικό μέρος του δανείου.
Ακριβότερες κάρτες, ανοικτά δάνεια και επιχειρηματική χρηματοδότηση
Η νέα αύξηση επιτοκίων δεν περιορίζεται στα στεγαστικά. Επηρεάζει επίσης καταναλωτικά και επαγγελματικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, πιστωτικές κάρτες, ανοικτές γραμμές χρηματοδότησης, κεφάλαια κίνησης και υπεραναλήψεις. Η επιβάρυνση εξαρτάται και εδώ από τον δείκτη αναφοράς και τους όρους κάθε σύμβασης.
Το κόστος είναι ιδιαίτερα υψηλό στις πιστωτικές κάρτες και στα ανοικτά δάνεια. Τον Ιούλιο, το μέσο επιτόκιο σε πιστωτικές κάρτες, ανοικτά δάνεια και υπεραναλήψεις είχε διαμορφωθεί στο 14,55%, ενώ στα καταναλωτικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο έφθανε το 10,45%.
Για τις επιχειρήσεις, η άνοδος των επιτοκίων αυξάνει το κόστος τόσο της καθημερινής λειτουργίας όσο και των νέων επενδύσεων. Το μέσο επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο βρισκόταν στο 4,21%, ενώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο 4,45%.
Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει ιδιαίτερα τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν περιορισμένες εναλλακτικές πηγές ρευστότητας. Υψηλότερο κόστος δανεισμού σημαίνει ακριβότερο κεφάλαιο κίνησης, μεγαλύτερες δόσεις και ενδεχομένως αναβολή επενδυτικών σχεδίων ή προσλήψεων.
Τι σημαίνει η αύξηση επιτοκίων για τους καταθέτες
Οι καταθέτες βρίσκονται θεωρητικά στην ευνοϊκή πλευρά της αύξησης επιτοκίων, καθώς οι τράπεζες μπορούν να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις στις καταθέσεις. Στην πράξη, όμως, η άνοδος δεν μεταφέρεται υποχρεωτικά ούτε άμεσα ούτε ισόποσα στους καταθετικούς λογαριασμούς.
Οι τράπεζες καθορίζουν τα επιτόκια καταθέσεων με βάση τη ρευστότητά τους, τον ανταγωνισμό και τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες. Τα στοιχεία του Ιουλίου δείχνουν ότι το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων ήταν μόλις 0,39%. Στους λογαριασμούς άμεσης πρόσβασης των νοικοκυριών παρέμενε στο 0,03%, ενώ στις νέες προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας έως ενός έτους είχε φτάσει στο 1,24%.
Επομένως, η πρώτη αντίδραση των τραπεζών, εφόσον υπάρξει, αναμένεται κυρίως στις προθεσμιακές καταθέσεις και λιγότερο στους απλούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου ή όψεως. Οι καταθέτες θα πρέπει να συγκρίνουν τις διαθέσιμες αποδόσεις, τη διάρκεια δέσμευσης των χρημάτων και τους όρους πρόωρης ανάληψης.
Παράλληλα, τα κυμαινόμενα δάνεια συνήθως ανατιμολογούνται ταχύτερα από τις καταθέσεις. Αυτό διευρύνει το περιθώριο κέρδους των τραπεζών από τη διαφορά μεταξύ επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων. Τον Ιούλιο, η διαφορά αυτή έφτανε τις 4,28 ποσοστιαίες μονάδες στις νέες συμβάσεις και τις 4,44 μονάδες στα υφιστάμενα υπόλοιπα.
Τι πρέπει να προσέξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Η νέα αύξηση επιτοκίων καθιστά απαραίτητο τον έλεγχο των δανειακών υποχρεώσεων. Οι δανειολήπτες θα πρέπει να γνωρίζουν τον δείκτη αναφοράς του δανείου τους, την ημερομηνία αναπροσαρμογής και το συνολικό περιθώριο της τράπεζας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μετατροπή κυμαινόμενου επιτοκίου σε σταθερό μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, αν και απαιτεί προσεκτική σύγκριση του κόστους και των σχετικών προμηθειών.
Οι επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, χρειάζεται να επανεξετάσουν τις ταμειακές ροές, τις ανάγκες κεφαλαίου κίνησης και το κόστος των υφιστάμενων γραμμών χρηματοδότησης. Η έγκαιρη διαπραγμάτευση με την τράπεζα μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο καθυστερήσεων ή απότομης επιβάρυνσης.
Σχετικά Άρθρα
10/09/2026 - 19:30
10/09/2026 - 18:10
10/09/2026 - 17:30
Δείτε επίσης