Η πίτσα «κόντρα» στο σουβλάκι: Η προσιτή λύση για φαγητό με τις λιγότερες ανατιμήσεις – Πώς επηρεάζεται από τις κρίσεις
Η ακρίβεια στις πρώτες ύλες, από το κρέας και τη ντομάτα μέχρι το αλεύρι, τις σάλτσες και την πίτα, έχουν πιέσει τα κόστη για σουβλατζίδικα και πιτσαρίες εντείνοντας τα τελευταία χρόνια τον ανταγωνισμό στην αγορά για δύο δημοφιλή street food, σουβλάκι και πίτσα.
Τα δύο είδη, σουβλάκι και πίτσα, έχουν τις ίδιες πιθανότητες να ανατιμηθούν στην τρέχουσα κρίση που αναδύεται από τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή αλλά έχουν διαφορετική εξέλιξη τιμής τα τελευταία χρόνια.
To σουβλάκι είχε 2 ευρώ το 2019 και ξεπερνά τα 5 ευρώ σήμερα ενώ η πίτσα από περίπου 6 ευρώ η κλασική μαργαρίτα κυμαίνεται στα 9 ευρώ ενώ μπορεί να βρει κανείς και πιο οικονομικές λύσεις στην αγορά ανάλογα με το αν επιλέξει παραλαβή από το κατάστημα ή delivery. Πρακτικά, τα τελευταία περίπου 6 χρόνια, το σουβλάκι υπερδιπλασίασε την τιμή του, με αύξηση της τάξης του 150% ενώ στην πίτσα οι αυξήσεις δεν ξεπερνούν το 50% και οι προσφορές των αλυσίδων μειώνουν περαιτέρω το κόστος ανά τεμάχιο.
Η τιμή της πίτσας έχει παρουσιάσει αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια, όχι όμως αντίστοιχη με αυτή στο σουβλάκι. Αυτό αποδίδεται αφενός στα υλικά που -σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς- δεν έχουν ανατιμηθεί στο βαθμό που έχουν ανατιμηθεί οι αντίστοιχες πρώτες ύλες για το σουβλάκι, όπως π.χ. το κρέας που σημειώνει διψήφια αύξηση.
Εντωμεταξύ, ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία πυροδότησε έντονη αύξηση σε σιτηρά, ηλιέλαιο και μια σειρά άλλες σημαντικές πρώτες ύλες για τις εταιρείες πίτσας. Ήταν τότε που στην Ιταλία είχε σηκωθεί κύμα διαμαρτυρίας από τους καταναλωτές που επωμίζονταν μεγάλες αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων και ειδικά σε παραδοσιακά είδη όπως τα ζυμαρικά και η πίτσα.
Την περίοδο 2021 – 2022 είχαμε μεγάλες αυξήσεις σε πρώτες ύλες και στην Ελλάδα, με την πίτσα να επιβαρύνεται με ανατιμήσεις της τάξης του 13% κατ’ έτος ενώ και το 2023 προστέθηκε νέα αύξηση που υπολογίζεται γύρω στο 15% κατά μέσο όρο. Οι ανατιμήσεις συνδέθηκαν με την αύξηση της τιμής του ελαιολάδου, της ενέργειας και των μεταφορών.
Σήμερα, παρά τις συνεχείς αυξήσεις στις τιμές των πρώτων υλών, η πίτσα παραμένει προσιτή και δημοφιλής. Οι καλές τιμές ευνοούνται από τον ανταγωνισμό στην αγορά όπου δραστηριοποιούνται κυρίως εδραιωμένες αλυσίδες, σε αντίθεση με τη δομή της αγοράς στο σουβλάκι που είναι κατακερματισμένη και το μεγαλύτερο μερίδιο ελέγχουν μικρά ανώνυμα σημεία πώλησης.
Οι μεγάλες εταιρείες έχουν πιο ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στους προμηθευτές και επομένως μπορούν να εξασφαλίσουν καλύτερες τιμές σε βασικές προμήθειες από ότι τα μεμονωμένα καταστήματα εστίασης όπως είναι τα περισσότερα σουβλατζίδικα. Έτσι εξασφαλίζεται χαμηλότερο λειτουργικό κόστος και μεγαλύτερα περιθώρια για απορρόφηση ανατιμήσεων στις πρώτες ύλες, ώστε να μετακυλίεται κόστος στις τελικές τιμές για τον καταναλωτή. Από την άλλη μεριά, το σουβλάκι, ως παραδοσιακό ελληνικό έδεσμα, εντάχθηκε στο τουριστικό μας προϊόν και παρασύρθηκε και από το κύμα ανατιμήσεων ειδών με υψηλή ζήτηση από ξένους επισκέπτες.
Επίσης, τα διαφορετικά επίπεδα τιμών ανά περιοχή, πόλη και γειτονιά είναι πιο χαρακτηριστικά στο σουβλάκι απ’ ότι στην πίτσα όπου οι τιμοκατάλογοι των μεγάλων αλυσίδων δεν παρουσιάζουν ουσιαστικά τιμολογιακές διαβαθμίσεις.
Επίσης, οι έντονοι ρυθμοί της ζωής, που ενισχύουν τη ζήτηση για τρόφιμα ευκολίας και έτοιμα προς κατανάλωση, όπως και η προσιτή τιμή ανά μερίδα συντηρούν ανοδικές τάσεις ζήτησης στην αγορά πίτσας, με τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται να συνεχίζουν να αναπτύσσονται.
Η Pizza Fan ως Νο1 πίτσα στην Ελλάδα για περίπου 3 δεκαετίες με πάνω από 100 καταστήματα, επιδεικνύει ανθεκτικότητα στον εισαγόμενο ανταγωνισμό και στις κρίσεις που δοκίμασαν τις αντοχές ισχυρών σημάτων, με ενδεικτική την κατάρρευση της Pizza Hut το 2020, μετά την πτώχευση του μεγαλύτερου franchisee της στις ΗΠΑ. Σημαντικά μερίδια ελέγχουν επίσης στην ελληνική αγορά και σήματα όπως Domino’s Pizza και L’Artigiano, ενώ στην αγορά δραστηριοποιούνται με επιτυχία και άλλες αλυσίδες και μεμονωμένα καταστήματα που διεκδικούν μερίδια σε τοπικές αγορές.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης