Η ΕΚΤ χτυπά καμπανάκι για τα νοικοκυριά της Ευρωζώνης – Ο πόλεμος «πάγωσε» τις δαπάνες τους

Ο πόλεμος στο Ιράν και τα μεγάλα προβλήματα που έχει προκαλέσει δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστη την Ευρωζώνη. Σύμφωνα με νέα έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο καθοριστικός παράγοντας που «φρενάρει» την κατανάλωση δεν είναι μόνο ο πληθωρισμός, αλλά κυρίως η ανασφάλεια που γεννά η σύγκρουση. Με απλά λόγια, η αβεβαιότητα λειτουργεί σαν πάγος στις αποφάσεις των νοικοκυριών: ακόμη κι όταν το πραγματικό εισόδημα δεν έχει επιδεινωθεί αισθητά, οι πολίτες τείνουν να προετοιμάζονται για το χειρότερο, περιορίζοντας τις αγορές τους και αναβάλλοντας δαπάνες που θεωρούν «μη απαραίτητες».

Οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ καταγράφουν ένα μοτίβο που έχει εμφανιστεί και σε προηγούμενες κρίσεις: όταν η εμπιστοσύνη των καταναλωτών υποχωρεί, η επίπτωση στη ζήτηση μπορεί να είναι άμεση και έντονη. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομία μπορεί να δεχθεί πλήγμα όχι μόνο από τις πραγματικές αυξήσεις τιμών ή τις διαταραχές στην ενέργεια και τις μεταφορές, αλλά και από την ψυχολογία των νοικοκυριών, η οποία συχνά λειτουργεί προληπτικά και αμυντικά.

Η έρευνα της ΕΚΤ δείχνει ότι η αβεβαιότητα «παγώνει» την κατανάλωση

Στη μελέτη τους, οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ διαπιστώνουν ότι τα νοικοκυριά στην Ευρωζώνη περιόρισαν τις δαπάνες τους επειδή φοβήθηκαν τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου στο Ιράν, ακόμη και πριν εμφανιστεί σημαντική υποχώρηση στο πραγματικό εισόδημά τους. Η διαπίστωση αυτή είναι κρίσιμη, γιατί υπογραμμίζει πως η κατανάλωση δεν κινείται μόνο από τα νούμερα του οικογενειακού προϋπολογισμού, αλλά και από τις προσδοκίες: τι πιστεύουν οι πολίτες ότι έρχεται, πόσο διαρκές θα είναι, και αν θα χρειαστούν «μαξιλάρι» για να αντέξουν.

Τα ποσοτικά ευρήματα είναι ενδεικτικά. Σύμφωνα με την ανάλυση, κάθε πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης κατά 10 μονάδες συνδέεται, κατά μέσο όρο, με μείωση περίπου 0,4 ποσοστιαίων μονάδων στην ονομαστική ατομική κατανάλωση. Πρόκειται για επίπτωση συγκρίσιμη με εκείνη που καταγράφηκε τον Απρίλιο του 2022, όταν τα νοικοκυριά βρέθηκαν αντιμέτωπα με το σοκ της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Με άλλα λόγια, η αγορά αντιδρά στο «σήμα κινδύνου» της γεωπολιτικής έντασης σχεδόν με την ίδια ένταση που είχε αντιδράσει σε μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας.

Ποιες δαπάνες κόβονται πρώτες και ποιες αντέχουν

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας (όπως παρουσιάζονται και μέσω Bloomberg), η επιβράδυνση της κατανάλωσης προήλθε κυρίως από τη μείωση των προαιρετικών δαπανών. Αυτή είναι μια τυπική συμπεριφορά σε περιόδους αβεβαιότητας: οι καταναλωτές δεν σταματούν άμεσα να καλύπτουν βασικές ανάγκες, αλλά περιορίζουν ή μεταθέτουν στο μέλλον αγορές που μπορούν να περιμένουν.

Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται συχνά σε λιγότερες δαπάνες για αναψυχή, ταξίδια, εστίαση, μη απαραίτητες αγορές τεχνολογίας ή αναβαθμίσεις στο σπίτι. Αντίθετα, οι δαπάνες για στέγαση και τρόφιμα παρέμειναν ανθεκτικές, επιβεβαιώνοντας ότι οι «ανελαστικές» κατηγορίες (ενοίκιο, λογαριασμοί, βασικά είδη διατροφής) κρατούν τη θέση τους ακόμη και όταν το κλίμα επιδεινώνεται.

Την ίδια ώρα, οι δαπάνες για ενέργεια αυξήθηκαν σε ονομαστικούς όρους, αντανακλώντας το υψηλότερο κόστος μεταφορών. Αυτό είναι ένα ακόμη σημείο που εξηγεί γιατί οι πολίτες αισθάνονται πίεση: ακόμη κι αν μειώνουν τα προαιρετικά έξοδα, δεν μπορούν να αποφύγουν την επιβάρυνση σε τομείς όπως τα καύσιμα και οι μετακινήσεις, οι οποίοι συχνά «περνούν» σε όλη την αλυσίδα τιμών.

Γιατί τα υψηλότερα εισοδήματα προσαρμόζονται περισσότερο

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της ΕΚΤ είναι ότι τη μεγαλύτερη προσαρμογή στις καταναλωτικές τους συνήθειες την έκαναν τα νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα. Με μια πρώτη ματιά, αυτό μπορεί να μοιάζει παράδοξο. Όμως η εξήγηση που δίνεται είναι ιδιαίτερα εύλογη: πολλά από αυτά τα νοικοκυριά δεν βρίσκονται υπό άμεσους δημοσιονομικούς περιορισμούς, άρα δεν «αναγκάζονται» να κόψουν δαπάνες. Επιλέγουν, όμως, να αναβάλουν αγορές λόγω αυξημένης αβεβαιότητας.

Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, «η επιβράδυνση της ονομαστικής κατανάλωσης φαίνεται να προήλθε κυρίως από νοικοκυριά που δεν αντιμετωπίζουν δημοσιονομικούς περιορισμούς, αλλά επέλεξαν να αναβάλουν τις αγορές τους εξαιτίας της αυξημένης αβεβαιότητας». Αυτό δείχνει πόσο ισχυρός μπορεί να αποδειχθεί ο ρόλος της ψυχολογίας: όταν το περιβάλλον μοιάζει ασταθές, ακόμη και οι πιο «άνετοι» καταναλωτές γίνονται πιο προσεκτικοί.

Ο πληθωρισμός δεν είναι ο μόνος ένοχος: ο ρόλος της ψυχολογίας

Η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι οι αυξημένες τιμές που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να συνέβαλαν στην επιβράδυνση της κατανάλωσης. Ωστόσο, η ανάλυση υπογραμμίζει κάτι εξίσου σημαντικό: υπάρχει ένας μηχανισμός που καθοδηγείται από το καταναλωτικό συναίσθημα και εξακολουθεί να επηρεάζει τη συμπεριφορά ακόμη και αφού ληφθούν υπόψη οι πραγματικές μεταβολές στα εισοδήματα.

Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να εξετάζει κανείς μόνο πόσο ανέβηκαν οι τιμές ή πόσο άλλαξε ο μισθός. Αν οι πολίτες πιστέψουν ότι οι απώλειες αγοραστικής δύναμης θα είναι μόνιμες, τότε θα αλλάξουν συμπεριφορά με τρόπο που μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από το ίδιο το αρχικό σοκ.

Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι «εάν τα νοικοκυριά θεωρήσουν ότι οι απώλειες πραγματικού εισοδήματος που απορρέουν από τη σύγκρουση θα έχουν μόνιμο χαρακτήρα και τις συνδέσουν με χαμηλότερη πραγματική αγοραστική δύναμη, τότε η αρχική επιβράδυνση που προκλήθηκε από την επιδείνωση του καταναλωτικού κλίματος ενδέχεται να παγιωθεί». Πρόκειται για ένα «καμπανάκι» προς την οικονομία της Ευρωζώνης: όταν παγιώνεται η αίσθηση ότι τα πράγματα χειροτερεύουν μόνιμα, η ανάκαμψη γίνεται δυσκολότερη.

Τελικά, η έρευνα της ΕΚΤ δείχνει ότι σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης το κλειδί δεν βρίσκεται μόνο στους δείκτες τιμών, αλλά και στην εμπιστοσύνη. Αν η αβεβαιότητα παραμείνει υψηλή, τα νοικοκυριά της Ευρωζώνης είναι πιθανό να συνεχίσουν να «παγώνουν» τις δαπάνες τους, διατηρώντας άμυνα και αναμονή. Και αυτό ακριβώς είναι το μήνυμα που εκπέμπεται: η οικονομία δεν επηρεάζεται μόνο από όσα συμβαίνουν, αλλά και από όσα φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβούν.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή