Γραφείο Προϋπολογισμού: Κατεβάζει οριακά τον πήχη για την ανάπτυξη στο 1,9%

Οριακά χαμηλότερα κατεβάζει τον πήχη για την ανάπτυξη του 2026 το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, χωρίς όμως να αλλάζει τη βασική εικόνα: η ελληνική οικονομία παραμένει σε θετικό έδαφος και συνεχίζει να κινείται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Με φόντο μια διεθνή συγκυρία που εξακολουθεί να παράγει αβεβαιότητες, το Γραφείο Προϋπολογισμού επιλέγει μια πιο προσεκτική στάση, επισημαίνοντας τόσο τις αντοχές όσο και τα σημεία που απαιτούν διαχείριση, ώστε η ανάπτυξη να στηριχθεί σε πιο σταθερές και διατηρήσιμες βάσεις.

Γραφείο Προϋπολογισμού: αναθεώρηση της πρόβλεψης ανάπτυξης στο 1,9%

Η νέα εκτίμηση του Γραφείου Προϋπολογισμού για τον ρυθμό ανάπτυξης το 2026 διαμορφώνεται στο 1,9%, έναντι 2% στην προηγούμενη έκθεση. Παρά τη μικρή αυτή αναθεώρηση, το εύρος πρόβλεψης παραμένει ενδεικτικά «σφιχτό», από 1,7% έως 2,1%, κάτι που δείχνει ότι οι βασικές παραδοχές δεν αλλάζουν δραματικά. Με άλλα λόγια, η προσαρμογή είναι οριακή, περισσότερο ως αντανάκλαση του διεθνούς περιβάλλοντος και λιγότερο ως ένδειξη εσωτερικής επιδείνωσης.

Ενδεικτικό της σχετικής δυναμικής είναι ότι το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε ετήσια βάση, όταν η αντίστοιχη επίδοση στην Ευρωζώνη ήταν μόλις 0,3%.

Αυτή η διαφορά ταχύτητας παραμένει κρίσιμη: ακόμη και με πιο «μετρημένες» προβλέψεις, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπεραποδίδει έναντι των ευρωπαϊκών ρυθμών.

Τι στήριξε το ΑΕΠ: κατανάλωση, εξαγωγές και επενδύσεις

Η επίδοση του πρώτου τριμήνου στηρίχθηκε κυρίως σε τρεις πυλώνες: την κατανάλωση, τις εξαγωγές και τις επενδύσεις. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 0,7%, ενώ η δημόσια κατανάλωση ενισχύθηκε κατά 1,6%. Πρόκειται για μεγέθη που δείχνουν ότι η εσωτερική ζήτηση παραμένει ενεργή, αν και χωρίς υπερβολές, σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές συνεχίζουν να πιέζουν τα διαθέσιμα εισοδήματα.

Στο εξωτερικό μέτωπο, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν συνολικά κατά 2,4%. Η άνοδος ήταν πιο έντονη στις υπηρεσίες (+3,1%), ενώ οι εξαγωγές αγαθών ενισχύθηκαν κατά 2,8%. Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε διατήρηση της εξωστρέφειας, με τις υπηρεσίες να κρατούν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ωστόσο, η συνολική συνεισφορά στο ΑΕΠ περιορίστηκε εν μέρει από την πλευρά των εισαγωγών. Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν συνολικά κατά 0,5%, με άνοδο 3,2% στις υπηρεσίες και μείωση 0,6% στα αγαθά.

Το μήνυμα είναι σαφές: η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή, αλλά η ισορροπία ανάμεσα σε εξαγωγές και εισαγωγές συνεχίζει να απαιτεί προσοχή, ειδικά όταν ζητούμενο είναι η βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου.

Επενδύσεις: ισχυρό σήμα, αλλά και ανάγκη συνέχειας μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η έκθεση στην επενδυτική εικόνα. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου κατέγραψαν άνοδο 12,1%, με αύξηση σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες.

Πρόκειται για ένα από τα πιο ενθαρρυντικά σημεία της τρέχουσας συγκυρίας, καθώς οι επενδύσεις αποτελούν το «καύσιμο» που μετατρέπει τη βραχυπρόθεσμη μεγέθυνση σε μακροπρόθεσμη δυναμική.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού, ωστόσο, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την επόμενη μέρα: μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, καθίσταται κρίσιμη η πλήρης αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, αλλά και η προσέλκυση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης.

Η στόχευση είναι σαφής: επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής και σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας, ώστε να ενισχυθεί η παραγωγικότητα και η εξαγωγική ικανότητα της οικονομίας.

Διεθνής αβεβαιότητα και ενέργεια: ο παράγοντας που «βαραίνει» τις προβλέψεις

Ο βασικός παράγοντας αβεβαιότητας παραμένει το διεθνές περιβάλλον. Η κρίση στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στις ενεργειακές αγορές επηρεάζουν την πορεία της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Αν και η έκθεση εκτιμά ότι η τρέχουσα αναταραχή είναι ηπιότερη από την ενεργειακή κρίση του 2021-2022, οι συνέπειες είναι ήδη ορατές σε ανάπτυξη, πληθωρισμό και εμπόριο.

Σε τέτοιες συνθήκες, ακόμη και μια οριακή αναθεώρηση της πρόβλεψης στο 1,9% αποτυπώνει την ανάγκη για ρεαλισμό και προσεκτική ανάγνωση των κινδύνων.

Πληθωρισμός: επίμονη απόκλιση από την Ευρωζώνη

Στο μέτωπο των τιμών, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Μάιο στο 4,9%, αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (3,2%).

Το Γραφείο Προϋπολογισμού υπογραμμίζει ότι η επιμονή αυτής της απόκλισης αποτελεί πηγή προβληματισμού, καθώς μπορεί να επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα και να επηρεάσει αρνητικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Στα τρόφιμα (μαζί με καπνό και αλκοόλ), ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 2,6% τον Μάιο από 4,3% τον Φεβρουάριο, ωστόσο παραμένει υψηλότερος από το 1,9% της Ευρωζώνης. Η αποκλιμάκωση είναι θετική, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να κλείσει η «ψαλίδα» με την Ευρώπη.

Δημοσιονομικά: ισχυρά πλεονάσματα και αυξημένα έσοδα, με προσοχή στις δαπάνες

Στα δημοσιονομικά, το αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης για το 2025 διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 4,29 δισ. ευρώ ή 1,7% του ΑΕΠ, ενώ το πρωτογενές αποτέλεσμα ανήλθε στα 12,13 δισ. ευρώ ή 4,9% του ΑΕΠ.

Για το τετράμηνο Ιανουαρίου – Απριλίου 2026, το ενοποιημένο πρωτογενές αποτέλεσμα (με προσαρμογές) εμφανίζει πλεόνασμα 5,896 δισ. ευρώ ή 2,3% του ΑΕΠ, αυξημένο κατά 962 εκατ. ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αύξηση των εσόδων από ΦΠΑ κατά 1,12 δισ. ευρώ, εξέλιξη που αποδίδεται αφενός στην άνοδο των ταξιδιωτικών εισπράξεων και αφετέρου στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Από την άλλη, οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού αυξήθηκαν κατά 2,079 δισ. ευρώ, λόγω της ανόδου των πρωτογενών δαπανών κατά 1,841 δισ. ευρώ και των δαπανών ΠΔΕ και Ταμείου Ανάκαμψης κατά 327 εκατ. ευρώ.

Το συμπέρασμα είναι διττό: η δημοσιονομική εικόνα είναι ισχυρή, αλλά η διαχείριση των δαπανών παραμένει κεντρικό ζητούμενο, ειδικά σε μια περίοδο όπου οι ανάγκες είναι πολλαπλές.

Αγορά εργασίας: μικρή άνοδος ανεργίας, βελτίωση ποιότητας απασχόλησης

Στην αγορά εργασίας, το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε οριακά στο 9,5% το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 9,3% ένα χρόνο πριν. Οι άνεργοι έφτασαν τις 454.000, αυξημένοι κατά 13.000 άτομα.

Την ίδια στιγμή, η απασχόληση αυξήθηκε κατά 1,4% και η συμμετοχή στην αγορά εργασίας ενισχύθηκε κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες, κάτι που δείχνει ότι η προσφορά εργατικού δυναμικού αυξήθηκε πιο γρήγορα και δεν απορροφήθηκε πλήρως.

Καταγράφεται, όμως, ποιοτική βελτίωση: οι θέσεις πλήρους απασχόλησης αυξήθηκαν κατά 2,1%, ενώ οι θέσεις μερικής απασχόλησης μειώθηκαν κατά 11%. Σύμφωνα με το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, το ισοζύγιο προσλήψεων – απολύσεων στο πρώτο τρίμηνο ήταν θετικό κατά 54.904 θέσεις εργασίας, αυξημένο κατά 3,3% σε σχέση με πέρυσι.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή