Επαγγελματική ασφάλιση: Σε νέο φορολογικό καθεστώς τα εφάπαξ και οι συμπληρωματικές συντάξεις – Παραδείγματα
Σε νέο, ξεχωριστό φορολογικό καθεστώς εντάσσονται τα εφάπαξ και οι συμπληρωματικές συντάξεις που καταβάλλονται μέσω της προαιρετικής επαγγελματικής ασφάλισης. Οι αλλαγές έρχονται με τα άρθρα 91 και 93 του νέου νομοσχεδίου του υπουργείου Εργασίας και αποσαφηνίζουν δύο βασικά σημεία: ποιες παροχές υπάγονται στους ειδικούς κανόνες φορολόγησης και ποιοι συντελεστές εφαρμόζονται, ανάλογα με την ηλικία του ασφαλισμένου και τον τρόπο καταβολής (εφάπαξ ή περιοδικά).
Η ουσία, όμως, είναι μία: η φορολογία μετατοπίζεται από τα «χρόνια συμμετοχής» στο επαγγελματικό σχήμα στην «ηλικία λήψης» της παροχής. Αυτό αλλάζει τον τρόπο που πολλοί ασφαλισμένοι θα σχεδιάσουν τη στιγμή και τη μορφή της είσπραξης, ειδικά όσοι αξιοποιούν την προαιρετική επαγγελματική ασφάλιση ως συμπληρωματικό πυλώνα συνταξιοδότησης.
Τι αλλάζει στην επαγγελματική ασφάλιση και ποιους αφορά
Το νέο πλαίσιο ξεκαθαρίζει ότι δεν μπαίνουν όλες οι συνταξιοδοτικές παροχές στο ίδιο «καλάθι». Στην πρώτη κατηγορία, που παραμένει εκτός των νέων ειδικών κανόνων, εντάσσονται:
– οι συντάξεις από την κύρια ασφάλιση,
– οι παροχές από την υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση,
– καθώς και οι παροχές από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) όπου η συμμετοχή είναι υποχρεωτική.
Αντίθετα, σε διαφορετική φορολογική κατηγορία περνούν:
– τα εφάπαξ και οι περιοδικές παροχές από προαιρετικά ΤΕΑ,
– και οι παροχές από Ομαδικά Ασφαλιστικά Προϊόντα Επαγγελματικής Συνταξιοδότησης.
Με απλά λόγια: όταν μιλάμε για προαιρετική επαγγελματική ασφάλιση (είτε μέσω προαιρετικού ΤΕΑ είτε μέσω ομαδικού συνταξιοδοτικού προγράμματος), η φορολόγηση των παροχών ακολουθεί πλέον νέους κανόνες, που «κλειδώνουν» με βάση την ηλικία που ξεκινά η καταβολή.
Συντελεστές φορολόγησης: η ηλικία γίνεται το κλειδί
Η κεντρική αλλαγή είναι ότι ο φόρος δεν υπολογίζεται πλέον με βάση τα έτη παραμονής/συμμετοχής στο πρόγραμμα, αλλά με βάση το πότε αρχίζει ο ασφαλισμένος να εισπράττει.
Για λήψη παροχής από 62 έως και 67 ετών:
– 5% φόρος, όταν η παροχή καταβάλλεται περιοδικά (ως συμπληρωματική σύνταξη),
– 10% φόρος, όταν η παροχή καταβάλλεται εφάπαξ.
Μετά τη συμπλήρωση των 67 ετών οι συντελεστές μειώνονται στο μισό:
– 2,5% για περιοδική καταβολή,
– 5% για εφάπαξ.
Υπάρχει, επίσης, ειδική πρόβλεψη για όσους έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος από τον φορέα κύριας ασφάλισής τους και έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος: σε αυτή την περίπτωση εφαρμόζονται οι συντελεστές 5% (περιοδικά) και 10% (εφάπαξ), ακόμη κι αν το άτομο είναι κάτω από τα 62.
Αντίθετα, όποιος προχωρήσει σε πρόωρη λήψη παροχής ή ρευστοποίηση του ατομικού λογαριασμού πριν από τα 62 έτη, χωρίς να εμπίπτει στην παραπάνω εξαίρεση, δεν θα φορολογείται με τους χαμηλούς αυτοτελείς συντελεστές. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ολόκληρο το ποσό θα ενσωματώνεται στην κανονική κλίμακα φορολογίας εισοδήματος από μισθούς και συντάξεις, με την τελική επιβάρυνση να εξαρτάται από το συνολικό εισόδημα του φορολογούμενου.
Εφάπαξ ή περιοδική παροχή; Πότε θεωρείται «συμπληρωματική σύνταξη»
Η επιλογή ανάμεσα σε εφάπαξ και περιοδική παροχή δεν επηρεάζει μόνο τη ρευστότητα του ασφαλισμένου, αλλά και τον φορολογικό συντελεστή. Όμως, για να αναγνωριστεί μια παροχή ως περιοδική και να φορολογηθεί με τον χαμηλότερο συντελεστή, πρέπει να τηρεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις: να καταβάλλεται είτε ισοβίως είτε για τουλάχιστον 15 χρόνια, με σταθερές ή αυξανόμενες πληρωμές.
Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί μια συμφωνία πληρωμής «σε λίγες δόσεις» δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί συμπληρωματική σύνταξη. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να «σπάσει» το εφάπαξ σε 2-3 καταβολές για να θεωρηθεί περιοδική παροχή και να φορολογηθεί με 5% ή 2,5%.
Παραδείγματα: πώς μεταφράζεται ο νέος φόρος σε ευρώ
Παράδειγμα 1: Εφάπαξ στα 64
Ασφαλισμένος που αρχίζει να λαμβάνει στα 64 έτη εφάπαξ 20.000 ευρώ, φορολογείται με 10%. Ο φόρος είναι 2.000 ευρώ και το καθαρό ποσό διαμορφώνεται στα 18.000 ευρώ.
Παράδειγμα 2: Περιοδική παροχή στα 64
Αν ο ίδιος ασφαλισμένος, αντί για εφάπαξ, επιλέξει περιοδική παροχή 500 ευρώ τον μήνα, ο φόρος είναι 5%: δηλαδή 25 ευρώ σε κάθε μηνιαία καταβολή. Η καθαρή μηνιαία παροχή γίνεται 475 ευρώ (υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται ο κανόνας ισόβιας καταβολής ή τουλάχιστον 15ετούς διάρκειας).
Παράδειγμα 3: Εφάπαξ μετά τα 67
Αν το εφάπαξ των 20.000 ευρώ καταβληθεί μετά τη συμπλήρωση των 67 ετών, ο συντελεστής μειώνεται στο 5%. Ο φόρος πέφτει στα 1.000 ευρώ και ο ασφαλισμένος λαμβάνει καθαρά 19.000 ευρώ.
Παράδειγμα 4: Λήψη πριν τα 62 με σύνταξη γήρατος από κύριο φορέα
Ασφαλισμένος 58 ετών που έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα και έχει συμπληρώσει το 55ο έτος, μπορεί να λάβει εφάπαξ 20.000 ευρώ με φόρο 10% (2.000 ευρώ), χωρίς να περιμένει μέχρι τα 62.
Παράδειγμα 5: Πρόωρη ρευστοποίηση πριν τα 62 χωρίς εξαίρεση
Ασφαλισμένος 58 ετών που δεν έχει λάβει σύνταξη γήρατος και ρευστοποιεί πρόωρα τον λογαριασμό του, δεν φορολογείται αυτοτελώς με 10%. Το ποσό προστίθεται στο συνολικό εισόδημα και φορολογείται με την κλίμακα μισθών/συντάξεων, άρα η επιβάρυνση μπορεί να είναι αισθητά υψηλότερη.
Από πότε ισχύουν οι νέοι κανόνες και τι γίνεται με τα ήδη συσσωρευμένα ποσά
Οι παραπάνω υπολογισμοί αφορούν ποσά που θα συσσωρεύονται από την 1η Ιανουαρίου 2027 και μετά. Για ασφαλισμένους που έχουν ήδη συγκεντρώσει κεφάλαιο σε επαγγελματικά ταμεία ή ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα, η συνολική παροχή μπορεί να «σπάσει» σε τμήματα: τα ποσά έως το τέλος του 2023, καθώς και εκείνα της περιόδου 2024–2026, θα συνεχίσουν να φορολογούνται με τα προηγούμενα καθεστώτα, ενώ τα ποσά από το 2027 και μετά θα ακολουθούν το νέο πλαίσιο.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για όσους αξιοποιούν την επαγγελματική ασφάλιση
Για πολλούς ασφαλισμένους, η προαιρετική επαγγελματική ασφάλιση παραμένει εργαλείο ενίσχυσης του εισοδήματος μετά τη συνταξιοδότηση. Με το νέο σύστημα, ο χρονισμός (η ηλικία) και η μορφή παροχής (εφάπαξ ή περιοδική) αποκτούν καθοριστική σημασία, καθώς επηρεάζουν άμεσα τη φορολογική επιβάρυνση.
Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: στο νέο φορολογικό περιβάλλον, η επαγγελματική ασφάλιση απαιτεί πιο προσεκτικό σχεδιασμό, ώστε η παροχή να ληφθεί με τρόπο που εξυπηρετεί τις ανάγκες ρευστότητας, αλλά και με τη χαμηλότερη δυνατή φορολόγηση, ιδιαίτερα κοντά στα όρια των 62 και των 67 ετών.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης