Επαγγελματική ασφάλιση: Έως 10% ο φόρος που θα αφαιρείται από εφάπαξ και συντάξεις
Συγκεκριμένα ποσοστά παρακράτησης φόρου, από 2,5% έως 10%, θα αφαιρούνται πλέον από τα εφάπαξ και τις επαγγελματικές συντάξεις πριν καταβληθούν στον δικαιούχο, με βάση το νέο πλαίσιο της επαγγελματικής ασφάλισης. Η αλλαγή ενσωματώνεται σε άρθρο του νομοσχεδίου του υπουργείου Εργασίας και μεταφέρει, στο στάδιο της πληρωμής, τους συντελεστές που προβλέπει το νέο φορολογικό σύστημα. Με απλά λόγια, ο ασφαλισμένος θα βλέπει την παρακράτηση να εφαρμόζεται «στην πηγή», ώστε το ποσό που φτάνει στον λογαριασμό του να είναι ήδη καθαρό από τον αναλογούντα φόρο.
Το νέο μοντέλο αφορά κυρίως τα προαιρετικά Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) και τα ΟΑΠΕΣ. Εκεί, το ύψος της παρακράτησης δεν είναι ίδιο για όλους: καθορίζεται από δύο βασικούς παράγοντες. Πρώτον, την ηλικία κατά την οποία ξεκινά η καταβολή της παροχής. Και δεύτερον, το αν ο δικαιούχος επιλέξει να λάβει τα χρήματα ως εφάπαξ ή ως πραγματική περιοδική παροχή (δηλαδή σύνταξη με διάρκεια και χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε συνταξιοδοτικό εισόδημα).
Επαγγελματική ασφάλιση: Τα ποσοστά παρακράτησης ανά ηλικία και τύπο παροχής
Το πλαίσιο ξεκαθαρίζει ότι για ηλικίες από 62 έως και 67 ετών, ο φορέας θα παρακρατεί:
– 5% από την περιοδική παροχή (επαγγελματική σύνταξη)
– 10% από το εφάπαξ
Μετά τη συμπλήρωση του 67ου έτους, οι συντελεστές μειώνονται αισθητά:
– 2,5% για την περιοδική παροχή
– 5% για το εφάπαξ
Οι συντελεστές 5% και 10% εφαρμόζονται επίσης σε μια ειδική κατηγορία: σε μέλος που έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα και έχει συμπληρώσει το 55ο έτος. Με αυτόν τον τρόπο, το νομοσχέδιο επιχειρεί να βάλει ενιαίες «ράγες» στην παρακράτηση, ώστε να είναι προβλέψιμη και να ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες ανάλογα με την ηλικία και τη μορφή καταβολής.
Πότε μια περιοδική παροχή θεωρείται πραγματικά «συνταξιοδοτική»
Δεν αρκεί, όμως, να «σπάσει» κάποιος ένα εφάπαξ σε λίγες δόσεις για να φορολογηθεί ως περιοδική παροχή. Για να εφαρμοστεί ο χαμηλότερος συντελεστής που προβλέπεται για την περιοδική καταβολή, η παροχή πρέπει να έχει συνταξιοδοτικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι:
– είτε είναι ισόβια,
– είτε έχει διάρκεια τουλάχιστον 15 ετών,
– και καταβάλλεται με σταθερές ή αυξανόμενες πληρωμές.
Ουσιαστικά, το πλαίσιο θέλει να αποτρέψει πρακτικές «τεχνητής» μετατροπής ενός εφάπαξ σε σύντομη περιοδική καταβολή μόνο και μόνο για ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση. Μερικές βραχυχρόνιες δόσεις δεν επαρκούν για να αντιμετωπιστεί το ποσό σαν επαγγελματική σύνταξη.
Τέσσερα παραδείγματα παρακράτησης φόρου
Για να γίνει πιο καθαρό τι σημαίνουν τα παραπάνω στην πράξη, ακολουθούν ενδεικτικά παραδείγματα παρακράτησης που αποτυπώνουν τη διαφορά ανά ηλικία και επιλογή παροχής:
1) Εφάπαξ 30.000 ευρώ από τα 65 έτη
Αν το εφάπαξ αρχίσει να καταβάλλεται στα 65, η παρακράτηση είναι 10%. Αυτό μεταφράζεται σε φόρο 3.000 ευρώ και καθαρό ποσό 27.000 ευρώ.
2) Εφάπαξ 30.000 ευρώ μετά τα 67 έτη
Αν η ίδια παροχή καταβληθεί μετά τα 67, ο συντελεστής πέφτει στο 5%. Ο φόρος γίνεται 1.500 ευρώ και ο δικαιούχος λαμβάνει 28.500 ευρώ.
3) Μηνιαία περιοδική παροχή 700 ευρώ από τα 65 έτη
Στην περίπτωση περιοδικής παροχής 700 ευρώ από τα 65, ο φόρος είναι 5%: δηλαδή 35 ευρώ. Το καθαρό ποσό που καταβάλλεται κάθε μήνα είναι 665 ευρώ.
4) Μηνιαία περιοδική παροχή 700 ευρώ μετά τα 67 έτη
Μετά τα 67, ο συντελεστής μειώνεται σε 2,5%. Έτσι, η παρακράτηση περιορίζεται στα 17,50 ευρώ και ο δικαιούχος λαμβάνει 682,50 ευρώ.
Τα παραδείγματα δείχνουν ξεκάθαρα ότι η ηλικία έναρξης της καταβολής και η επιλογή ανάμεσα σε εφάπαξ ή επαγγελματική σύνταξη μπορούν να αλλάξουν αισθητά το καθαρό ποσό που θα εισπράξει ο ασφαλισμένος.
Τι ισχύει πριν από τα 62 και ποιοι εξαιρούνται
Πριν από τα 62 έτη, το σύστημα αλλάζει. Η συνταξιοδοτική παροχή, αλλά και η πρόωρη ρευστοποίηση του ατομικού λογαριασμού, υπάγονται στην κλίμακα παρακράτησης που εφαρμόζεται σε μισθούς και συντάξεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα σταθερό 10% ή 5%. Η τελική επιβάρυνση εξαρτάται από το ύψος του ποσού και τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στον συνολικό φορολογικό υπολογισμό.
Παράλληλα, το άρθρο διατηρεί διαφορετικό καθεστώς για ορισμένα αλληλοβοηθητικά ταμεία. Εκεί, ο φόρος εξακολουθεί να συνδέεται με τα χρόνια ασφάλισης: για εφάπαξ κυμαίνεται από 20% έως 5%, ενώ για περιοδική παροχή από 10% έως 2,5%. Σε περίπτωση πρόωρης ρευστοποίησης, οι συγκεκριμένοι συντελεστές προσαυξάνονται κατά 50%, αυξάνοντας σημαντικά το τελικό κόστος της επιλογής.
Τέλος, προβλέπεται ειδική εξαίρεση από την παρακράτηση για αλλοδαπούς αξιωματικούς και μέλη κατώτερου πληρώματος που είναι φορολογικοί κάτοικοι εξωτερικού και εργάζονται σε πλοία με ελληνική σημαία που εκτελούν διεθνείς πλόες, υπό την προϋπόθεση ότι η παροχή έχει σχηματιστεί αποκλειστικά από δικές τους εισφορές ή ασφάλιστρα. Η εξαίρεση δεν καλύπτει ποσά που έχει καταβάλει ο εργοδότης.
Συνολικά, η επαγγελματική ασφάλιση μπαίνει σε μια πιο τυποποιημένη και προβλέψιμη φορολογική λογική: καθορισμένοι συντελεστές παρακράτησης, σαφή κριτήρια για το πότε μια παροχή θεωρείται πραγματικά συνταξιοδοτική και διαφοροποιήσεις που ανταμείβουν την επιλογή μακροχρόνιας περιοδικής καταβολής. Για τους ασφαλισμένους, το κλειδί είναι να γνωρίζουν εκ των προτέρων πώς επηρεάζουν το καθαρό ποσό η ηλικία και η μορφή παροχής, ώστε να πάρουν πιο ενημερωμένες αποφάσεις μέσα στο πλαίσιο που διαμορφώνει η επαγγελματική ασφάλιση.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης