Άρχισαν τα όργανα για τα κρυπτονομίσματα: Η Εφορία ανοίγει τα «πορτοφόλια» – Τι δείχνει υπόθεση 620.323 ευρώ από bitcoin

Όρια στον τρόπο με τον οποίο δηλώνονται τα ποσά από κρυπτονομίσματα αρχίζει ήδη να βάζει η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ, παρότι η ελληνική φορολογική νομοθεσία δεν έχει ακόμη καταλήξει σε ένα πλήρες, «κουμπωμένο» καθεστώς για τη φορολόγηση των κερδών από crypto. Το κενό αυτό δεν είναι θεωρητικό. Φαίνεται καθαρά σε μια πρόσφατη υπόθεση που αφορούσε μεταβίβαση bitcoin και ποσό 620.323 ευρώ, η οποία έφτασε στην ΑΑΔΕ και ανέδειξε, με τον πιο πρακτικό τρόπο, τι αλλάζει για όσους έχουν σημαντικές ροές από ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία.

Ο φορολογούμενος επιχείρησε να εμφανίσει το ποσό στον κωδικό 659 της δήλωσης εισοδήματος, δηλαδή εκεί όπου δηλώνονται ποσά που απαλλάσσονται ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο. Η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν έγινε δεκτή. Το σκεπτικό ήταν απλό αλλά καθοριστικό: τα χρήματα από τη μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων δεν εντάσσονται ρητά σε τέτοια κατηγορία. Κι εδώ ακριβώς ξεκινά το παράδοξο: την ώρα που το κράτος χτίζει ένα ολοένα πυκνότερο δίκτυο πληροφόρησης για τα crypto, η φορολογική τους «ταυτότητα» εξακολουθεί να μην έχει αποσαφηνιστεί σε όλες τις βασικές περιπτώσεις.

Τι δείχνει η υπόθεση 620.323 ευρώ από bitcoin

Η υπόθεση των 620.323 ευρώ λειτουργεί σαν προειδοποιητικό φως για την αγορά: δεν αρκεί πλέον να εμφανιστεί ένα μεγάλο ποσό που προέρχεται από crypto και να «κουμπώσει» σε έναν κωδικό της δήλωσης με την προσδοκία ότι θα κλείσει το θέμα. Η ΔΕΔ, με την απόφασή της, δείχνει πως αντιμετωπίζει ολοένα και πιο αυστηρά τις απόπειρες γενικής ταξινόμησης τέτοιων ποσών σε πεδία που δεν τα καλύπτουν ρητά.

Στην πράξη, η απόφαση υπογραμμίζει ότι τα κρυπτονομίσματα απαιτούν πολύ πιο συγκεκριμένη τεκμηρίωση: από το πότε και με ποιο κόστος αποκτήθηκαν έως το πότε ρευστοποιήθηκαν, με ποια τιμή και τι μέρος του τελικού ποσού αντιστοιχεί σε πραγματική υπεραξία. Ειδικά όταν μιλάμε για μεγάλα ποσά, το «απλώς μπήκαν τα χρήματα στον λογαριασμό» δεν θεωρείται επαρκής εξήγηση.

Τι αλλάζει στην πράξη για τεκμήρια και δηλώσεις

Η πρακτική σημασία της στάσης της ΔΕΔ είναι τεράστια όταν τα χρήματα χρησιμοποιούνται για την κάλυψη τεκμηρίων. Αν κάποιος ρευστοποιήσει bitcoin και χρησιμοποιήσει τα έσοδα για να αγοράσει ακίνητο ή αυτοκίνητο, δεν φτάνει να αποδείξει την πίστωση στον τραπεζικό του λογαριασμό. Θα πρέπει να μπορεί να τεκμηριώσει:

– από πού προήλθε το αρχικό κεφάλαιο,
– πότε έγιναν οι αγορές crypto,
– σε ποια τιμή αποκτήθηκαν,
– με ποιο τρόπο ρευστοποιήθηκαν,
– και ποιο μέρος του τελικού ποσού αποτελεί πραγματικό κέρδος.

Με άλλα λόγια, άλλο είναι το συνολικό ποσό που εισπράττει κάποιος από την πώληση και άλλο η υπεραξία που έχει πράγματι δημιουργηθεί. Αν, για παράδειγμα, ένας επενδυτής έχει αγοράσει crypto με 50.000 ευρώ και αργότερα τα πουλήσει για 80.000 ευρώ, τα 80.000 ευρώ δεν είναι στο σύνολό τους κέρδος. Το οικονομικό αποτέλεσμα είναι η διαφορά των 30.000 ευρώ. Όμως για να «σταθεί» φορολογικά αυτή η διαφορά, χρειάζεται αποδείξεις για το κόστος κτήσης και την πλήρη ακολουθία των συναλλαγών.

Αυτό δεν είναι καινούργιο ως λογική. Είναι, όμως, νέο ως ένταση. Η ΔΕΔ έχει δείξει και σε προηγούμενες υποθέσεις ότι θέλει εικόνα της διαδρομής των χρημάτων και επαρκή στοιχεία για αγορές, μεταφορές, ρευστοποιήσεις και προμήθειες. Η συνέπεια είναι σαφής: όσοι διατηρούν σημαντικές θέσεις σε crypto χρειάζονται πλέον πλήρες αρχείο συναλλαγών, ακόμη και για κινήσεις που έγιναν χρόνια πριν, σε ξένες πλατφόρμες ή σε ιδιωτικά wallets.

Το φορολογικό κενό που παραμένει στα κρυπτονομίσματα

Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος προβλέπει φορολόγηση υπεραξίας για συγκεκριμένες κατηγορίες τίτλων, όμως τα κρυπτονομίσματα δεν έχουν ενταχθεί ακόμη με σαφή τρόπο σε ένα αντίστοιχο καθεστώς. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει σήμερα ένας απλός γενικός κανόνας που να λέει ότι κάθε ιδιώτης που αγοράζει bitcoin σε μία τιμή και το πουλά ακριβότερα φορολογείται αυτομάτως με έναν συγκεκριμένο συντελεστή πάνω στη διαφορά.

Το μεγάλο νομοθετικό στοίχημα είναι να ξεκαθαριστεί:

– πότε το αποτέλεσμα από συναλλαγές σε crypto θεωρείται επενδυτική υπεραξία,
– και πότε, λόγω συχνότητας, οργάνωσης και χαρακτήρα των κινήσεων, μπορεί να παραπέμπει σε επιχειρηματική δραστηριότητα.

Εξίσου κρίσιμο είναι να υπάρξει σαφής μέθοδος υπολογισμού του κόστους κτήσης όταν κάποιος έχει αγοράσει το ίδιο κρυπτονόμισμα σε διαφορετικές ημερομηνίες και διαφορετικές τιμές. Παράλληλα, χρειάζεται να αποσαφηνιστεί τι γίνεται σε περίπτωση ζημιάς: αν και πώς συμψηφίζεται με κέρδη από άλλες συναλλαγές, αλλά και για πόσο χρονικό διάστημα.

Ανοιχτά παραμένουν και πιο σύνθετα ζητήματα, όπως η φορολογική αντιμετώπιση του staking, του mining και των airdrops, καθώς και οι ανταλλαγές ενός crypto με ένα άλλο χωρίς ενδιάμεση μετατροπή σε ευρώ. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η αγορά χρειάζεται έναν ενιαίο, προβλέψιμο κανόνα, ώστε ο φορολογούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων τι πρέπει να δηλώσει και ποια δικαιολογητικά οφείλει να διατηρεί. Υπενθυμίζεται ότι σχετικό νομοσχέδιο αναμένεται το φθινόπωρο ή και αργότερα.

Η ΑΑΔΕ θα γνωρίζει περισσότερα: DAC8, CARF και το νέο πλαίσιο

Ενώ το νομοθετικό πλαίσιο ακόμη «γράφεται», το κομμάτι της πληροφόρησης τρέχει ήδη. Με την εφαρμογή των ευρωπαϊκών πλαισίων DAC8 και CARF από το 2026, οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων θα μπουν σε καθεστώς συλλογής και διαβίβασης στοιχείων προς τις φορολογικές αρχές. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι η ΑΑΔΕ θα αποκτά σταδιακά πολύ πληρέστερη εικόνα για αγορές, πωλήσεις, ανταλλαγές και μεταφορές crypto, ακόμη και όταν οι συναλλαγές πραγματοποιούνται μέσω πλατφορμών του εξωτερικού.

Κι εδώ βρίσκεται η νέα ισορροπία δυνάμεων: η δυνατότητα της Εφορίας να «βλέπει» τα χρήματα από κρυπτονομίσματα αυξάνεται γρήγορα, ενώ η δυνατότητα του φορολογούμενου να γνωρίζει με απόλυτη σαφήνεια πώς θα φορολογηθεί το κέρδος του παραμένει περιορισμένη. Η ΔΕΔ δείχνει τον δρόμο και διαμορφώνει ήδη όρια για το πώς αντιμετωπίζονται δηλώσεις και μεγάλα ποσά από crypto, όμως οι αποφάσεις της δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη νομοθεσία.

Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: η υπόθεση των 620.323 ευρώ από bitcoin δείχνει ότι η περίοδος κατά την οποία αρκούσε η εμφάνιση μιας πίστωσης από κρυπτονομίσματα για να θεωρηθεί λυμένο το φορολογικό ζήτημα έχει ουσιαστικά τελειώσει. Από εδώ και πέρα, όποιος κινείται στην αγορά των crypto χρειάζεται τεκμηρίωση, συνέπεια και πλήρη εικόνα των συναλλαγών του, γιατί τα «πορτοφόλια» ανοίγουν — και μαζί τους ανοίγει και ένας νέος, πιο απαιτητικός κύκλος ελέγχου.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή