Alpha Bank: Η Ελλάδα στην προτελευταία θέση της Ευρωζώνης ως προς το διαθέσιμο εισόδημα
Η Ελλάδα παραμένει σε δυσμενή θέση σε ό,τι αφορά το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, καθώς το 2024 κατατάσσεται προτελευταία στην Ευρωζώνη, πάνω μόνο από τη Λετονία, σύμφωνα με το τελευταίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρά τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών μεγεθών και την ενίσχυση του πλούτου των νοικοκυριών, το διαθέσιμο εισόδημα εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο σημείο πίεσης για σημαντικό μέρος της κοινωνίας.
Την ίδια στιγμή, η σύγκριση με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) φωτίζει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: ενώ το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει χαμηλό σε ευρωπαϊκή κλίμακα, η αξία του ακαθάριστου πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών έχει περάσει σε νέα επίπεδα, ξεπερνώντας το 1 τρισ. ευρώ.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα εμφανίζει ένα μείγμα αυξανόμενου πλούτου αλλά συγκρατημένου διαθέσιμου εισοδήματος, γεγονός που επηρεάζει άμεσα την κατανάλωση, την αποταμίευση και τις οικονομικές αποφάσεις των νοικοκυριών.
Διαθέσιμο εισόδημα: γιατί η Ελλάδα είναι προτελευταία στην Ευρωζώνη
Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το 2024, η Ελλάδα καταγράφει προτελευταία επίδοση στο προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο στην Ευρωζώνη, ξεπερνώντας μόνο τη Λετονία. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την ίδια περίοδο δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη Βουλγαρία, η οποία το 2022 είχε χαμηλότερο κατά κεφαλήν προσαρμοσμένο διαθέσιμο εισόδημα από την Ελλάδα. Η επισήμανση αυτή είναι σημαντική, γιατί δείχνει πως, ακόμη κι αν αλλάξει ο «χάρτης» των διαθέσιμων δεδομένων, η Ελλάδα παραμένει κοντά στον πυθμένα της κατάταξης.
Η κατάταξη αυτή δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Αποτυπώνει το πραγματικό περιθώριο που διαθέτουν τα νοικοκυριά για να καλύψουν ανάγκες, να διαχειριστούν έκτακτα έξοδα, να αποταμιεύσουν ή να επενδύσουν. Το διαθέσιμο εισόδημα, ειδικά όταν προσαρμόζεται για να ληφθούν υπόψη συγκεκριμένοι παράγοντες κατανάλωσης και κοινωνικών παροχών, λειτουργεί ως ένας από τους πιο ουσιαστικούς δείκτες οικονομικής ευημερίας.
Η ανοδική πορεία του διαθέσιμου εισοδήματος δεν αρκεί ακόμη
Παρά τη χαμηλή θέση της χώρας στην Ευρωζώνη, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα κινείται ανοδικά την τελευταία διετία, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κοντά στο 5%. Η βελτίωση αυτή συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026, με άνοδο 3,2% σε ετήσια βάση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, την ίδια περίοδο, η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος ήταν ισχυρότερη από τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό (περίπου 3%). Αυτό βοήθησε στη σταδιακή ανάκτηση μέρους των πραγματικών απωλειών που υπέστησαν τα νοικοκυριά τη διετία 2022–2023, όταν οι πληθωριστικές πιέσεις «ροκάνισαν» την αγοραστική δύναμη. Ωστόσο, η ανάκτηση αυτή δεν αναιρεί το γεγονός ότι η αφετηρία ήταν χαμηλή, ενώ το κόστος ζωής παραμένει υψηλό σε βασικές κατηγορίες δαπανών.
Αρνητική αποταμίευση και κατανάλωση πάνω από το διαθέσιμο εισόδημα
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία είναι ότι η αποταμίευση παραμένει αρνητική, κοντά στο -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος. Με απλά λόγια, σε ονομαστικούς όρους, η ιδιωτική κατανάλωση συνεχίζει να υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Αυτό υποδηλώνει ότι ένα μέρος της κατανάλωσης εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από εναλλακτικές πηγές: είτε από τη χρήση αποταμιεύσεων που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας είτε μέσω δανεισμού. Στο σκέλος της χρηματοδότησης από τράπεζες, ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής των καταναλωτικών δανείων κινείται έντονα ανοδικά, με το τελευταίο διαθέσιμο στοιχείο (Ιούνιος) να διαμορφώνεται στο 6,9%. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να στηρίζει την κατανάλωση βραχυπρόθεσμα, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει την ευαισθησία των νοικοκυριών σε επιτόκια και μελλοντικές εισοδηματικές διακυμάνσεις.
Τι ενίσχυσε το διαθέσιμο εισόδημα: εργασία, αυτοαπασχόληση και φόροι
Η Alpha Bank αποδίδει την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος κυρίως στην άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια. Αυτό αντικατοπτρίζεται και στη σύνθεση των πηγών εισοδήματος: τη διετία 2024–2025 η αύξηση προήλθε πρωτίστως από τις αμοιβές εξαρτημένης εργασίας και, σε δεύτερο χρόνο, από το λειτουργικό πλεόνασμα/μικτό εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων και των ατομικών επιχειρήσεων.
Η δυναμική αυτή συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026, με αύξηση 4,3% στις αμοιβές εξαρτημένης εργασίας και 6% στο μικτό εισόδημα αυτοαπασχολούμενων. Θετική, αν και μικρότερη, ήταν και η συμβολή του εισοδήματος περιουσίας. Παράλληλα, η άνοδος του διαθέσιμου εισοδήματος περιορίστηκε εν μέρει από την αρνητική συμβολή των άμεσων φόρων, κάτι που είναι αναμενόμενο, καθώς οι φόροι συσχετίζονται θετικά με την άνοδο των εισοδημάτων.
Ξεπερνά το 1 τρισ. ο πλούτος των νοικοκυριών: τι δείχνουν τα στοιχεία της ΕΚΤ
Ενώ το διαθέσιμο εισόδημα καταγράφει αργή αλλά σταθερή βελτίωση, ο πλούτος των νοικοκυριών αυξάνεται με πολύ μεγαλύτερη ένταση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα υπερέβη το 1 τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025, σημειώνοντας σωρευτική αύξηση 19% ή 161 δισ. ευρώ τη διετία 2024–2025.
Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με την Alpha Bank, συνδέεται με τη γενικότερη βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών, την ισχυρή επίδοση του τουρισμού, την ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας—ιδίως μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας—καθώς και την άνοδο του εγχώριου χρηματιστηρίου.
Στις υποκατηγορίες του χρηματοοικονομικού πλούτου, ιδιαίτερα ξεχωρίζουν τα αμοιβαία/επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία υπερδιπλασίασαν την αξία τους μέσα σε δύο χρόνια. Ακολουθούν ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος και οι εισηγμένες μετοχές, ενώ πιο πίσω βρίσκονται τα ομόλογα, οι ασφάλειες ζωής και οι καταθέσεις. Στον μη χρηματοοικονομικό πλούτο, η αξία των ακινήτων αυξήθηκε κατά 16% και του μη χρηματοοικονομικού επιχειρηματικού πλούτου κατά 13%.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η μεταβολή της σχέσης χρηματοοικονομικού προς μη χρηματοοικονομικό πλούτο υπέρ του πρώτου. Ενδεικτικά, το τέταρτο τρίμηνο του 2018 ο χρηματοοικονομικός πλούτος αντιστοιχούσε μόλις στο 26% του συνολικού ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών, ενώ στο τέλος του 2025 είχε ανέλθει στο 37%. Αυτή η μετατόπιση δείχνει μεγαλύτερη συμμετοχή των νοικοκυριών σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, αλλά και αυξημένη έκθεση σε διακυμάνσεις αγορών.
Σχετικά Άρθρα
03/08/2026 - 22:30
03/08/2026 - 21:30
03/08/2026 - 20:30
03/08/2026 - 20:20
Δείτε επίσης