Αυξήσεις στην τιμή της φέτας λόγω ακριβότερου γάλακτος και μειωμένης παραγωγής – Σχέδιο ανασυγκρότησης της κτηνοτροφίας από το Υπ. Ανάπτυξης
Ανοδικές πιέσεις αναμένεται να δεχθεί τους επόμενους μήνες η λιανική τιμή της φέτας, καθώς το κόστος του πρόβειου γάλακτος αυξάνεται, ενώ η παραγωγή έχει περιοριστεί εξαιτίας των ζωονόσων που έπληξαν το ζωικό κεφάλαιο της χώρας. Οι εξελίξεις δημιουργούν ένα δύσκολο περιβάλλον για παραγωγούς, τυροκομεία και καταναλωτές, με την τιμή της φέτας να εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 16-17 ευρώ το κιλό.
Η άνοδος δεν αφορά μόνο την πρώτη ύλη. Το ενεργειακό κόστος, οι ζωοτροφές, οι μεταφορές και τα έξοδα λειτουργίας των μονάδων επιβαρύνουν συνολικά την αλυσίδα παραγωγής. Την ίδια στιγμή, η μειωμένη διαθεσιμότητα γάλακτος περιορίζει τις δυνατότητες των επιχειρήσεων και εντείνει τον ανταγωνισμό για την εξασφάλιση πρώτης ύλης.
Ακριβότερη η φέτα λόγω αύξησης του κόστους παραγωγής
Σύμφωνα με εκπροσώπους του κλάδου, η φέτα πωλείται σήμερα στη λιανική περίπου από 13 έως 14 ευρώ το κιλό. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις για το επόμενο διάστημα κάνουν λόγο για πιθανή άνοδο στα 16 ή ακόμη και στα 17 ευρώ το κιλό, εφόσον συνεχιστούν οι σημερινές συνθήκες στην αγορά.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η τιμή του πρόβειου γάλακτος, η οποία έχει αυξηθεί λόγω της περιορισμένης παραγωγής και των υψηλότερων εξόδων των κτηνοτρόφων. Οι παραγωγοί αντιμετωπίζουν σημαντικές ανατιμήσεις στις ζωοτροφές, την ενέργεια και τα καύσιμα, ενώ παράλληλα καλούνται να διαχειριστούν τις απώλειες που προκάλεσαν οι ζωονόσοι.
Η κατάσταση αυτή μεταφέρεται σταδιακά σε όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Τα τυροκομεία αγοράζουν ακριβότερη πρώτη ύλη, ενώ παράλληλα επωμίζονται αυξημένα έξοδα για ψύξη, επεξεργασία, συσκευασία και διανομή. Το τελικό κόστος αποτυπώνεται στις τιμές των προϊόντων στα ράφια των καταστημάτων.
Οι ζωονόσοι περιορίζουν την παραγωγή γάλακτος
Η παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος έχει επηρεαστεί σημαντικά από τις ζωονόσους που έπληξαν το ζωικό κεφάλαιο της χώρας. Χιλιάδες ζώα χάθηκαν, γεγονός που οδήγησε σε μείωση του διαθέσιμου γάλακτος και δημιούργησε προβλήματα στην ομαλή τροφοδοσία των τυροκομικών μονάδων.
Η απώλεια ζώων δεν επηρεάζει μόνο τη σημερινή παραγωγή. Η ανασύσταση των κοπαδιών απαιτεί χρόνο, επενδύσεις και κατάλληλο σχεδιασμό. Ακόμη και αν υπάρξει άμεση οικονομική ενίσχυση, η επιστροφή στα προηγούμενα επίπεδα παραγωγής δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη.
Για τους κτηνοτρόφους, προτεραιότητα αποτελεί η αποκατάσταση του ζωικού κεφαλαίου και η διασφάλιση των απαραίτητων υποδομών. Παράλληλα, κρίσιμο θεωρείται να ενισχυθούν τα μέτρα πρόληψης και βιοασφάλειας, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος νέων απωλειών στο μέλλον.
Σχέδιο ανασυγκρότησης της κτηνοτροφίας
Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης προαναγγέλλει σχέδιο ανασυγκρότησης της ελληνικής κτηνοτροφίας, με στόχο την ενίσχυση των παραγωγών και την αποκατάσταση της παραγωγικής βάσης. Στο επίκεντρο αναμένεται να βρεθούν η ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου, η ενίσχυση των μέτρων βιοασφάλειας και η στήριξη όσων επλήγησαν από τις ζωονόσους.
Μιλώντας στο ΕΡΤnews, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου, Σπύρος Πρωτοψάλτης, ανέφερε ότι περίπου το 70% της ελληνικής φέτας κατευθύνεται στις αγορές του εξωτερικού. Βασικοί προορισμοί είναι η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ιταλία, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σημαντική θέση του προϊόντος στις διεθνείς αγορές.
Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης θα πρέπει να καλύπτει όχι μόνο τις άμεσες ανάγκες των κτηνοτρόφων, αλλά και τις μακροπρόθεσμες προκλήσεις του κλάδου. Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, η βελτίωση των υποδομών, η επιστημονική υποστήριξη και η αποτελεσματική επιτήρηση των ασθενειών μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός πιο ανθεκτικού παραγωγικού μοντέλου.
Εξαγωγές με δυναμική, αλλά μειωμένη κατανάλωση στην Ελλάδα
Παρά τις αυξήσεις, η ζήτηση για την ελληνική φέτα στο εξωτερικό παραμένει ισχυρή και οι εξαγωγές συνεχίζουν να αυξάνονται. Η διεθνής αναγνωρισιμότητα του προϊόντος, η σύνδεσή του με τη μεσογειακή διατροφή και η προστατευόμενη ονομασία προέλευσης ενισχύουν την παρουσία του στις διεθνείς αγορές.
Ωστόσο, στην Ελλάδα η κατανάλωση εμφανίζει υποχώρηση, καθώς οι υψηλές τιμές περιορίζουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Για πολλούς καταναλωτές, η φέτα αποτελεί βασικό προϊόν της καθημερινής διατροφής, όμως οι συνεχείς ανατιμήσεις οδηγούν σε μικρότερες ποσότητες ή σε αναζήτηση οικονομικότερων επιλογών.
Οι φορείς του κλάδου επισημαίνουν ότι η φέτα παραμένει προϊόν ΠΟΠ και παράγεται αποκλειστικά από αιγοπρόβειο γάλα, γεγονός που τη διαφοροποιεί ουσιαστικά από τα λευκά τυριά αγελαδινού γάλακτος. Τα προϊόντα αυτά διατίθενται συνήθως σε χαμηλότερες τιμές, καθώς έχουν διαφορετική σύνθεση, παραγωγική διαδικασία και χαρακτηριστικά.
Η ανάγκη για ισορροπία στην αγορά
Το μεγάλο στοίχημα για την ελληνική τυροκομία είναι να διατηρηθεί η εξαγωγική δυναμική της φέτας χωρίς το εθνικό προϊόν να καταστεί απρόσιτο για τον Έλληνα καταναλωτή. Η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας στις διεθνείς αγορές είναι σημαντική, όμως εξίσου κρίσιμη είναι η πρόσβαση των ελληνικών νοικοκυριών σε ένα προϊόν που αποτελεί διαχρονικά μέρος της καθημερινής διατροφής.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συντονισμό μεταξύ Πολιτείας, παραγωγών, τυροκομείων και εμπορίου. Η στήριξη της κτηνοτροφίας, η αποκατάσταση του ζωικού κεφαλαίου και η μείωση των επιβαρύνσεων μπορούν να συμβάλουν στη σταθεροποίηση της αγοράς.
Οι αυξήσεις στην τιμή της φέτας συνδέονται άμεσα με το ακριβότερο γάλα, τη μειωμένη παραγωγή και τις επιπτώσεις των ζωονόσων. Το σχέδιο ανασυγκρότησης της κτηνοτροφίας αποτελεί κρίσιμο βήμα, ώστε να ενισχυθεί η εγχώρια παραγωγή και να διασφαλιστεί το μέλλον ενός προϊόντος με ισχυρή παρουσία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. The challenge is to protect the value of Greek feta while keeping it accessible to consumers who have supported its production for generations.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης