13ος και 14ος μισθός στο Δημόσιο: Μόνο με νόμο η επιστροφή τους μετά το «όχι» του ΣτΕ
Οριστικά φαίνεται πως κλείνει, τουλάχιστον σε δικαστικό επίπεδο, το κεφάλαιο του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο, μετά τη νέα απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Όπως εξήγησε ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος σε δηλώσεις του στην ΕΡΤ, οι διεκδικήσεις για αναδρομική καταβολή των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας, απορρίπτονται εκ νέου, επιβεβαιώνοντας μια σταθερή δικαστική γραμμή που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Με απλά λόγια: για να επιστρέψουν ο 13ος και 14ος μισθός στο Δημόσιο, πλέον δεν αρκεί μια νέα προσφυγή στα δικαστήρια — απαιτείται πολιτική απόφαση και ρητή νομοθετική ρύθμιση.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους, όχι μόνο επειδή περιορίζει δραστικά τις πιθανότητες δικαστικής δικαίωσης, αλλά και επειδή μεταφέρει το επίκεντρο της συζήτησης από τις αίθουσες των δικαστηρίων στο πεδίο της νομοθετικής πρωτοβουλίας και της δημοσιονομικής πολιτικής. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πλέον «τι θα πει το ΣτΕ», αλλά «αν και πότε θα νομοθετήσει η κυβέρνηση».
13ος και 14ος μισθός στο Δημόσιο: Τι σημαίνει το «όχι» του ΣτΕ
Σύμφωνα με τον κ. Καρούζο, η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ απορρίπτει για ακόμη μία φορά τις σχετικές αξιώσεις, αποτελώντας —όπως σημείωσε— περίπου την δέκατη αρνητική κρίση σε αντίστοιχες υποθέσεις. Το γεγονός ότι η υπόθεση εξετάστηκε από την Ολομέλεια του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου ενισχύει το βάρος της απόφασης και δημιουργεί ένα ισχυρό δεδικασμένο για τις επόμενες κινήσεις.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι δυνατότητες για «νέα δικαστική προσπάθεια» περιορίζονται στο ελάχιστο. Όταν το ανώτατο δικαστήριο έχει τοποθετηθεί κατ’ επανάληψη και μάλιστα σε επίπεδο Ολομέλειας, η πιθανότητα να αλλάξει η νομολογία μέσω νέων προσφυγών θεωρείται εξαιρετικά μικρή. Έτσι, το σενάριο δικαστικής επαναφοράς των δώρων απομακρύνεται αποφασιστικά.
Το κρίσιμο συμπέρασμα που ανέδειξε ο εργατολόγος είναι σαφές: οποιαδήποτε επαναφορά των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας —δηλαδή η επανεμφάνιση του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο— δεν μπορεί πλέον να προκύψει από δικαστική απόφαση. Μόνο με νόμο μπορεί να αλλάξει το υφιστάμενο καθεστώς.
Το σκεπτικό πίσω από την απόφαση: Ευρωπαϊκό πλαίσιο και «επαρκείς» αποδοχές
Η συγκεκριμένη προσφυγή, όπως αναφέρθηκε, στηρίχθηκε και σε επιχειρήματα που συνδέονται με το ευρωπαϊκό πλαίσιο για επαρκείς και αξιοπρεπείς κατώτατους μισθούς, το οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία και σχετίζεται με τον νέο μηχανισμό καθορισμού του κατώτατου μισθού. Η λογική του προσφεύγοντος ήταν ότι, εφόσον η ευρωπαϊκή κατεύθυνση θέτει κριτήρια αξιοπρεπούς διαβίωσης και λαμβάνει υπόψη δείκτες όπως η φτώχεια και το κόστος ζωής, αντίστοιχες παράμετροι θα έπρεπε να συνεκτιμώνται και για τις αποδοχές στο Δημόσιο.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση του κ. Καρούζου, το ΣτΕ έκρινε ότι οι μισθολογικές ενισχύσεις που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια στους δημοσίους υπαλλήλους θεωρούνται επαρκείς με βάση το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο. Παράλληλα, το δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη σύγκριση μεταξύ αυξήσεων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, καθώς πρόκειται για δύο διαφορετικά συστήματα αμοιβών, με διαφορετικούς κανόνες, δομές και παραμέτρους.
Στην κρίση αυτή, όπως επισημάνθηκε, λαμβάνεται υπόψη και σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, στοιχείο που ενισχύει την επιχειρηματολογία ότι δεν πρόκειται απλώς για μια «ελληνική» ερμηνεία, αλλά για μια θεώρηση που κινείται σε ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Χαμηλοί μισθοί, καθημερινότητα και στελέχωση του Δημοσίου
Πέρα από τη νομική διάσταση, ο κ. Καρούζος ανέδειξε και μια πρακτική, ιδιαίτερα πιεστική πραγματικότητα: το ύψος των αποδοχών στο Δημόσιο επηρεάζει άμεσα την ικανότητα της διοίκησης να προσελκύσει και να διατηρήσει προσωπικό, ειδικά σε θέσεις πρώτης γραμμής ή σε περιοχές με αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Όπως σημείωσε, ένας νεοδιοριζόμενος υπάλληλος —ιδίως αν έχει οικογενειακές υποχρεώσεις και τοποθετείται για πρώτη φορά μακριά από τον τόπο κατοικίας του— μπορεί να δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και βασικές ανάγκες με τον μισθό που λαμβάνει. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι μια σταδιακή αποδυνάμωση της στελέχωσης: υπάρχουν περιπτώσεις επιτυχόντων σε προκηρύξεις που τελικά δεν επιλέγουν να αναλάβουν καθήκοντα, αλλά και εργαζόμενοι που εγκαταλείπουν τη θέση τους, επειδή τα οικονομικά δεδομένα δεν «βγαίνουν».
Αυτή η παράμετρος δίνει νέο περιεχόμενο στη συζήτηση για τον 13ο και 14ο μισθό στο Δημόσιο: δεν αφορά μόνο αναδρομικά ή μια παλιά παροχή, αλλά και το κατά πόσο η δημόσια διοίκηση μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, με επάρκεια ανθρώπινου δυναμικού και με συνθήκες που επιτρέπουν αξιοπρεπή διαβίωση.
Πώς θα μπορούσε να επηρεάσει την οικονομία η επαναφορά των δώρων
Ο εργατολόγος υποστήριξε επίσης ότι μια πιθανή επαναφορά των δώρων δεν θα είχε μόνο ατομικό όφελος για τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά θα μπορούσε να παράγει και ευρύτερες οικονομικές επιδράσεις. Πρόσθετο εισόδημα, ειδικά σε μεγάλες ομάδες εργαζομένων, τείνει να κατευθύνεται σε κατανάλωση: από βασικά αγαθά μέχρι υπηρεσίες, ενισχύοντας την αγορά και τροφοδοτώντας τη ζήτηση.
Παράλληλα, ένα μέρος αυτής της κίνησης θα μπορούσε να επιστρέψει στα δημόσια έσοδα μέσω έμμεσης φορολογίας και άλλων επιβαρύνσεων που συνδέονται με την κατανάλωση. Φυσικά, οποιαδήποτε τέτοια επιλογή περνά από δημοσιονομική αξιολόγηση και πολιτική στάθμιση, καθώς συνεπάγεται κόστος και απαιτεί συγκεκριμένη πρόβλεψη στον προϋπολογισμό.
Σχετικά Άρθρα
21/08/2026 - 12:50
Δείτε επίσης