Ειδικότερα, η Σόφη Πασχάλη εκμυστηρεύτηκε αρχικά πως “εκείνη την ημέρα βρισκόμουν με τους γονείς μου σε μια παραλία, όπου υπήρχε μια μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, που ήταν λες και με περίμενε. Όταν άκουσα τη δυσάρεστη είδηση, ζήτησα να μείνω μόνη και μπήκα μέσα. Εκεί, βυθισμένη στον πόνο, ζητούσα ένα σημάδι. Και τότε συνέβη κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω με τη λογική, μόνο με την καρδιά”.
“Μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα με αγκάλιασε τόσο σφιχτά και μου είπε λόγια που χαράχτηκαν μέσα μου, λόγια δύναμης και καθοριστικά για τη μετέπειτα ζωή μου. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, δεν υπήρχε κανείς. Έψαχνα γύρω μου. Ήθελε ο νους μου να καταλάβει τι έχει γίνει. Μια ηρεμία, όμως, διαπέρασε το σώμα μου. Μια πολύ διαφορετική ηρεμία. Γαλήνη, νηνεμία”.
“Η εμπειρία που γεννιέται μέσα σου δεν είναι λιγότερο αληθινή. Είναι απλώς μια διαφορετική συχνότητα της ίδιας πραγματικότητας” υπογραμμίζει, επίσης, η Σόφη Πασχάλη εξηγώντας πως έχει κατανοήσει με το πέρασμα τον χρόνων πως δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στο “εξωτερικό” και στο “εσωτερικό” βίωμα.