Δημήτρης Καπουράνης: «Από τους γονείς μου πήρα αγάπη με το σταγονόμετρο»
Σε μια σπάνια και βαθιά προσωπική εξομολόγηση προχώρησε ο Δημήτρης Καπουράνης, μιλώντας στην εφημερίδα «Τα Νέα» και στη δημοσιογράφο Ζωή Λιάκα. Με λόγο άμεσο και καθαρό, ο ηθοποιός άνοιξε ένα παράθυρο στη σχέση με τους γονείς του, στα συναισθήματα που τον ακολούθησαν στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, αλλά και στη μακρά —και όχι πάντα εύκολη— διαδρομή που χρειάστηκε για να βρει ισορροπία. Κεντρικός άξονας της αφήγησής του είναι η φράση που συνοψίζει μια ολόκληρη εμπειρία: «Από τους γονείς μου πήρα αγάπη με το σταγονόμετρο». Δεν την εκφέρει για να κατηγορήσει, ούτε για να προκαλέσει συγκίνηση, αλλά για να περιγράψει με ειλικρίνεια ένα βίωμα που διαμόρφωσε τον ίδιο και τις αντοχές του.
«Αγάπη με το σταγονόμετρο»: Η εξομολόγηση του Δημήτρη Καπουράνη
Όταν ρωτήθηκε αν πήρε αγάπη από τους γονείς του, η απάντησή του ήταν λιτή, σχεδόν κοφτή: «Με το σταγονόμετρο». Και αμέσως μετά έδωσε μια από τις πιο ουσιαστικές διευκρινίσεις: αυτό δεν τον «πληγώνει» με τον τρόπο που θα υπέθετε κανείς. Γιατί, όπως εξηγεί, όταν μεγαλώνεις παίρνοντας κάτι σε μικρές δόσεις, δεν έχεις πάντα μέτρο σύγκρισης για να καταλάβεις τι σημαίνει το «εκτός», το «περισσότερο», το αυτονόητο.
Με άλλα λόγια, η έλλειψη δεν γίνεται πάντα συνειδητή ως πληγή τη στιγμή που συμβαίνει. Γίνεται αίσθηση, συνήθεια, περιβάλλον. Αργότερα, όταν έρχεσαι σε επαφή με άλλες οικογενειακές δυναμικές —σχέσεις που «δίνουν και παίρνουν πολλή αγάπη», όπως τις περιγράφει— τότε μπορεί να εμφανιστεί η ζήλια. Όχι ως κακία, αλλά ως φυσική ανθρώπινη αντίδραση: η σκέψη ότι «θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς».
Ο Δημήτρης Καπουράνης δεν ωραιοποιεί τη συνθήκη, ούτε όμως την παρουσιάζει μονοδιάστατα. Αναγνωρίζει ότι οι γονείς του ήταν πιεστικοί, ότι υπήρξαν εντάσεις και ότι η σχέση τους πέρασε από στάδια. Αυτό που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα είναι η διαπίστωση πως, με τον χρόνο, η σχέση «αποκαθίσταται, βαθαίνει και γίνεται, σιγά-σιγά, διάφανη». Μια λέξη —«διάφανη»— που υπονοεί ειλικρίνεια, καθαρότητα, λιγότερα υπονοούμενα και περισσότερη αλήθεια.
Η ρήξη με τα Χανιά και το στοίχημα της Αθήνας
Σημαντικό σημείο στην πορεία του ήταν η απόφαση να φύγει από τα Χανιά για την Αθήνα. Δεν ήταν απλώς μια μετακόμιση για σπουδές ή δουλειά. Ήταν μια κίνηση με έντονο συμβολισμό: απομάκρυνση από την ασφάλεια, διεκδίκηση ανεξαρτησίας, επιλογή ενός δρόμου που δεν είχε εγγυήσεις.
Εκεί, όπως αποκαλύπτει, οι γονείς του δεν τον στήριξαν οικονομικά. Όχι επειδή δεν μπορούσαν, αλλά «για να τον πιέσουν να κάνει πίσω». Η πίεση αυτή λειτουργεί σαν δοκιμασία: πόσο αντέχεις να επιμείνεις όταν δεν έχεις δίχτυ ασφαλείας; Πόσο μπορείς να σταθείς χωρίς την έμπρακτη υποστήριξη που συχνά θεωρείται δεδομένη;
Ο ίδιος παραδέχεται ότι τους «πήρε χρόνο» και ότι πλέον οι γονείς του «το φέρουν βαρέως». Η φράση αυτή φωτίζει μια ακόμη πλευρά: οι άνθρωποι δεν μένουν ίδιοι. Οι σχέσεις αλλάζουν, ωριμάζουν, αναδιατυπώνονται. Εκεί που κάποτε υπήρχε έλεγχος ή φόβος, μπορεί αργότερα να υπάρξει τύψη, κατανόηση, ή μια πιο καθαρή ανάγνωση του παρελθόντος.
Η «άμυνα» της επιβίωσης: εργατικότητα, πρακτικότητα, θάρρος
Όταν η συζήτηση πήγε στο πώς κατάφερε να οργανώσει την «άμυνά» του και να επιβιώσει, ο Δημήτρης Καπουράνης δεν μίλησε με στόμφο. Επέστρεψε σε δύο έννοιες που ακούγονται απλές, αλλά περιγράφουν έναν ολόκληρο μηχανισμό: εργατικότητα και πρακτικότητα. Είχε δουλέψει το καλοκαίρι, είχε κάνει την «καβάντζα» του, είχε φροντίσει να είναι προετοιμασμένος. Αυτή η προετοιμασία δεν είναι απλώς οικονομική· είναι ψυχική. Είναι η απόφαση ότι «θα το κάνω» ακόμη κι αν φοβάμαι.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δυνατό σημείο της αφήγησής του: «Με έσωσε το ότι βρήκα το θάρρος να πάω κόντρα σε αυτό που φοβόμουν». Να αφήσει την ασφάλεια των Χανίων για το άγνωστο της Αθήνας. Να τολμήσει να ζήσει χωρίς στήριξη. Να δοκιμάσει τις αντοχές του σε πραγματικές συνθήκες.
Ο ίδιος αναγνωρίζει επίσης ότι πήρε από την οικογένειά του έναν συνδυασμό «πρακτικότητας και ηθικής τακτικής» — μια ενδιαφέρουσα διατύπωση που υπονοεί πως, ακόμη και μέσα σε δύσκολες σχέσεις, μπορεί να υπάρχουν στοιχεία που λειτουργούν ως εφόδια. Καμία ιστορία δεν είναι μόνο σκοτεινή ή μόνο φωτεινή· τις περισσότερες φορές είναι μωσαϊκό.
Ο πόνος ως αφετηρία και το ένστικτο επιβίωσης
Η δημοσιογράφος επισημαίνει ότι αυτό που περιγράφει δεν είναι απλώς πρακτικότητα, αλλά «ένα βαθύ ένστικτο επιβίωσης». Εκείνος συμφωνεί: το ένστικτο επιβίωσης είναι «πολύ ισχυρό» μέσα του και τον κινητοποιεί σε βαθμό που ακόμη δεν έχει κατανοήσει πλήρως. Και το συνδέει χωρίς περιστροφές με την εμπειρία της έλλειψης: «Σίγουρα, αυτό το ένστικτο δημιουργήθηκε από πολύ πόνο και από πολλές ελλείψεις. Αλλά αυτός ο πόνος με έφερε εδώ».
Η φράση αυτή κλείνει έναν κύκλο. Δεν αναιρεί την δυσκολία του να παίρνεις αγάπη με το σταγονόμετρο, ούτε μετατρέπει τον πόνο σε «ευλογία». Απλώς αναγνωρίζει το αποτέλεσμα: ότι από αυτή τη συνθήκη γεννήθηκε μια δύναμη, μια κινητήρια ενέργεια, μια επιμονή να συνεχίζει.
Κι ίσως αυτό είναι το πιο ανθρώπινο μήνυμα της ιστορίας του Δημήτρη Καπουράνη: ότι οι σχέσεις μπορούν να αλλάξουν, να γίνουν πιο ειλικρινείς, να αποκτήσουν βάθος — και ότι ακόμη κι όταν η αγάπη δίνεται με το σταγονόμετρο, ο άνθρωπος μπορεί να βρει τρόπους να σταθεί στα πόδια του, να διεκδικήσει χώρο, και τελικά να διαμορφώσει ο ίδιος το «εδώ» στο οποίο θέλει να φτάσει.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης