Σάββατο, 8 Αυγούστου 2026

Αλεξάνδρα Παλαιολόγου: «Επειδή ήμουν καινούργια ένιωσα βδέλυγμα, με σνόμπαραν πάρα πολύ»

Καλεσμένη στην εκπομπή «Ένας και ένας» βρέθηκε η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου το βράδυ της Παρασκευής, όπως είδαμε στο πρόγραμμα του ΕΡΤnews. Σε μια συζήτηση που κινήθηκε ανάμεσα στην τηλεόραση, το θέατρο και τις αλλαγές στη νοοτροπία του χώρου, η ηθοποιός γύρισε πίσω στον χρόνο και στάθηκε σε μια εμπειρία που σημάδεψε πολλούς καλλιτέχνες της εποχής: τη «ρετσινιά» της σαπουνόπερας και το πώς αυτή μπορούσε να λειτουργήσει ως επαγγελματικό εμπόδιο. Με ειλικρίνεια, η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου περιέγραψε το κλίμα που επικρατούσε τότε, εξηγώντας γιατί για κάποιους ήταν πιο εύκολο να συμμετέχουν σε μια καθημερινή σειρά υψηλής τηλεθέασης, ενώ για άλλους –ιδίως τους νέους– το κόστος ήταν βαρύ.

Η ίδια μίλησε ειδικά για την περίοδο της συμμετοχής της στη «Λάμψη» του Νίκου Φώσκολου, μια σειρά-φαινόμενο που καθόρισε την ελληνική τηλεόραση. Όμως, πέρα από την επιτυχία, υπήρχε και ένα παρασκήνιο κοινωνικών και επαγγελματικών διαχωρισμών: μια άτυπη ιεραρχία που αντιμετώπιζε διαφορετικά τους «καθιερωμένους» και αλλιώς όσους προσπαθούσαν να χτίσουν τώρα το όνομά τους.

Αλεξάνδρα Παλαιολόγου: «Επειδή ήμουν καινούργια ένιωσα βδέλυγμα, με σνόμπαραν πάρα πολύ»

Στην τοποθέτησή της, η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου υπογράμμισε πως εκείνα τα χρόνια «υπήρχε τεράστια “ρετσινιά” για τη σαπουνόπερα». Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η ίδια στάθηκε τυχερή σε έναν βαθμό, επειδή δεν έμεινε για μεγάλο διάστημα εγκλωβισμένη σε αυτό το τηλεοπτικό είδος. Όπως ανέφερε, η γρήγορη μετάβασή της σε κάτι εντελώς διαφορετικό λειτούργησε προστατευτικά για την εικόνα της.

Εξήγησε ότι αποχώρησε από τη «Λάμψη» και συνέχισε στους «Δυο ξένους», περνώντας άμεσα στην κωμωδία. Αυτή η στροφή, από ένα καθημερινό δραματικό σίριαλ σε ένα δημοφιλές κωμικό πρότζεκτ, της επέτρεψε να δείξει άλλη πλευρά της υποκριτικής της και να αποφύγει, όπως είπε, τις συνέπειες που θα μπορούσαν να τη βαραίνουν αν παρέμενε για χρόνια στο ίδιο καλούπι.

«Ευτυχώς εγώ δεν το πλήρωσα γιατί δεν έμεινα τόσα χρόνια εκεί», σημείωσε, τονίζοντας πως, επειδή ήταν νέα ηθοποιός, αν είχε μείνει στη «Λάμψη» για όλη τη διάρκεια, «φυσικά θα το πλήρωνα». Πρόκειται για μια παρατήρηση που φωτίζει κάτι σημαντικό: πολλές φορές το πρόβλημα δεν είναι η δουλειά καθαυτή, αλλά ο τρόπος που την ερμηνεύει το επαγγελματικό περιβάλλον και τα στερεότυπα που κουβαλά.

Η «ρετσινιά» της σαπουνόπερας και οι δύο ταχύτητες στον χώρο

Η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου έκανε μια κρίσιμη διάκριση: για τους ήδη αναγνωρισμένους ηθοποιούς, η συμμετοχή σε μια σαπουνόπερα δεν λειτουργούσε απαραίτητα ως στίγμα. Αντιθέτως, για πολλούς ήταν μια ακόμη δουλειά, σε ένα project με τεράστια απήχηση, που δεν απειλούσε την καλλιτεχνική τους ταυτότητα. «Είχαν μια καριέρα, είχαν αποδείξει πράγματα», είπε, άρα μπορούσαν να μπουν και να βγουν από τέτοιες παραγωγές χωρίς να κριθούν συνολικά γι’ αυτό.

Για εκείνη όμως, που τότε ξεκινούσε, η αντιμετώπιση ήταν εντελώς διαφορετική. Με μια φράση ωμή, αλλά αποκαλυπτική, περιέγραψε πως, επειδή ήταν καινούργια, ένιωθε ότι την αντιμετώπιζαν σαν «βδέλυγμα». Και εδώ βρίσκεται η ουσία της μαρτυρίας της: το συναίσθημα αυτό δεν της το δημιούργησε το κοινό, αλλά ένας συγκεκριμένος κύκλος επαγγελματιών.

Όπως εξήγησε, δεν ένιωσε απαξίωση από τον κόσμο, ο οποίος την αγκάλιαζε και παρακολουθούσε τη δουλειά της. Το βάρος προήλθε από τον «θεατρικό κόσμο», εκεί όπου, όπως είπε, υπήρχε έντονος σνομπισμός απέναντι στην τηλεόραση και ιδιαίτερα στις καθημερινές σειρές.

«Στάνταρ έχασα δουλειές»: ο επαγγελματικός αποκλεισμός

Η εξομολόγηση της Αλεξάνδρας Παλαιολόγου δεν έμεινε σε γενικότητες. Μίλησε συγκεκριμένα για επαγγελματικές συνέπειες, λέγοντας πως το ένιωσε στην πράξη. «Επαγγελματικά το ένιωσα, ναι. Στάνταρ έχασα δουλειές επειδή έπαιζα στη Λάμψη», ανέφερε, συμπληρώνοντας ότι στο θέατρο την σνόμπαραν «πάρα πολύ».

Η φράση «τεράστιος σνομπισμός» που χρησιμοποίησε, συνοψίζει το κλίμα μιας εποχής όπου η τηλεοπτική δημοφιλία δεν μεταφραζόταν πάντα σε καλλιτεχνική αποδοχή. Η ίδια έδωσε και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, εξηγώντας πως δεν αντιμετωπίζονταν όλοι με τον ίδιο τρόπο: «Άλλο η Κάτια και ο Χρήστος, άλλο εμείς». Με αυτόν τον τρόπο κατέδειξε ότι υπήρχαν «βαριά» ονόματα που μπορούσαν να συμμετέχουν σε τέτοιες παραγωγές χωρίς να τους αμφισβητεί κανείς, ενώ οι νεότεροι κουβαλούσαν το βάρος της ταμπέλας.

Πώς άλλαξαν τα πράγματα σήμερα

Κλείνοντας τη σκέψη της, η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου αναγνώρισε ότι, σήμερα, το τοπίο είναι διαφορετικό. Ο σνομπισμός που κυριαρχούσε τότε έχει αμβλυνθεί, γιατί οι γραμμές ανάμεσα στο θέατρο και την τηλεόραση δεν είναι πια τόσο άκαμπτες. Όπως είπε, «τώρα, όμως, δεν υπάρχει αυτός ο σνομπισμός. Όλοι κάνουν τα πάντα», τονίζοντας μάλιστα ότι πολλοί άνθρωποι του θεάτρου συμμετέχουν ενεργά στην τηλεόραση αυτή την περίοδο.

Η εξομολόγησή της λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι οι «ταμπέλες» στον καλλιτεχνικό χώρο μπορεί να είναι πιο επίμονες από όσο φαίνονται, ειδικά όταν κάποιος βρίσκεται στην αρχή της διαδρομής του. Ταυτόχρονα, δείχνει και κάτι αισιόδοξο: οι εποχές αλλάζουν, οι προκαταλήψεις υποχωρούν και η δουλειά –όταν είναι ουσιαστική– βρίσκει τελικά τον δρόμο της.

Η μαρτυρία της Αλεξάνδρας Παλαιολόγου, με την ένταση και την καθαρότητά της, φωτίζει όχι μόνο το παρελθόν της ελληνικής τηλεόρασης, αλλά και την πραγματικότητα που βίωσαν πολλοί ηθοποιοί πίσω από τις κάμερες: την ανάγκη να αποδείξουν διπλά την αξία τους, μόνο και μόνο επειδή βρέθηκαν σε μια σειρά που κάποιοι θεωρούσαν «δεύτερης κατηγορίας». Και ίσως γι’ αυτό έχει ιδιαίτερο βάρος το συμπέρασμα που αφήνει: ότι σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία επιλογών, περισσότερη κινητικότητα και λιγότερη διάθεση για αποκλεισμούς—μια εξέλιξη που κάνει την τέχνη πιο ανοιχτή, και τους ανθρώπους της πιο δίκαια αξιολογημένους.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή