Το Ηνωμένο Βασιλείο σε προσπάθεια νέας σύγκλισης με την ΕΕ
Το Ηνωμένο Βασίλειο χάνει κάθε χρόνο από 3,7 δισ. λίρες (4,3 δισ. ευρώ) έως 6,5 δισ. λίρες (7,6 δισ. ευρώ) σε εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, εξαιτίας των πρόσθετων διαδικασιών πιστοποίησης που επιβλήθηκαν μετά το Brexit. Τα προϊόντα που διακινούνται μεταξύ των δύο πλευρών της Μάγχης πρέπει συχνά να αξιολογούνται και να πιστοποιούνται δύο φορές: μία σύμφωνα με τους βρετανικούς κανόνες και μία σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Τα στοιχεία προέρχονται από έκθεση του Ινστιτούτου Έρευνας Δημόσιας Πολιτικής (IPPR), μιας από τις σημαντικότερες βρετανικές δεξαμενές σκέψης. Σύμφωνα με την ανάλυση, οι απώλειες αντιστοιχούν περίπου στο 0,18% του βρετανικού ΑΕΠ — ποσοστό που μπορεί να φαίνεται περιορισμένο, αλλά αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια οικονομία με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Το κόστος της διπλής πιστοποίησης μετά το Brexit
Η διπλή διαδικασία ελέγχου συμμόρφωσης αποτελεί μία από τις πιο άμεσες και μετρήσιμες συνέπειες της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ενιαία αγορά. Οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να διαθέσουν τα προϊόντα τους τόσο στη βρετανική όσο και στην ευρωπαϊκή αγορά καλούνται να ανταποκριθούν σε δύο διαφορετικά κανονιστικά πλαίσια.
Η κατάσταση αυτή αυξάνει το κόστος παραγωγής και εμπορίου, επιμηκύνει τον χρόνο εισόδου των προϊόντων στην αγορά και, σε αρκετές περιπτώσεις, αποθαρρύνει τις μικρότερες επιχειρήσεις από το να δραστηριοποιηθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τις μεγαλύτερες εταιρείες, οι πρόσθετες διαδικασίες μπορεί να είναι διαχειρίσιμες. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όμως, το κόστος των ελέγχων, της γραφειοκρατίας και των συμβουλευτικών υπηρεσιών μπορεί να καταστήσει τις εξαγωγές οικονομικά ασύμφορες.
Η Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου δεν προβλέπει γενική αμοιβαία αναγνώριση των αξιολογήσεων συμμόρφωσης. Ως αποτέλεσμα, ένας Βρετανός παραγωγός που θέλει να πουλήσει το προϊόν του στην ευρωπαϊκή αγορά δεν μπορεί πάντοτε να βασιστεί στην πιστοποίηση που έχει λάβει στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Αμοιβαία αναγνώριση: μια πιθανή λύση
Το IPPR προτείνει τη σύναψη συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των δύο πλευρών. Μια τέτοια ρύθμιση θα επέτρεπε στην Ευρωπαϊκή Ένωση να αναγνωρίζει τους βρετανικούς φορείς ελέγχου ως κατάλληλους να πιστοποιούν προϊόντα που προορίζονται για την ευρωπαϊκή αγορά.
Με αυτόν τον τρόπο, οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επαναλαμβανόμενες διαδικασίες και να μειώσουν το κόστος συμμόρφωσης. Η αναγνώριση των ελέγχων δεν θα σήμαινε απαραίτητα ότι οι δύο πλευρές θα υιοθετούσαν ακριβώς τους ίδιους κανόνες. Θα μπορούσε, ωστόσο, να περιορίσει την ανάγκη για διπλές αξιολογήσεις, εφόσον οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι τα αντίστοιχα συστήματα παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις ασφάλειας και ποιότητας.
Κατά την εκτίμηση του Ινστιτούτου, μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να αντισταθμίσει σε μεγάλο βαθμό τις ετήσιες απώλειες που καταγράφονται μετά το Brexit. Τα μεγαλύτερα οφέλη αναμένεται να προκύψουν σε κλάδους με σύνθετες και αυστηρές διαδικασίες πιστοποίησης, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, τα ηλεκτρονικά και η φαρμακοβιομηχανία.
Πιθανά οφέλη για τη βρετανική οικονομία
Η απλούστευση των διαδικασιών θα μπορούσε να ενισχύσει όχι μόνο τον όγκο των εξαγωγών, αλλά και την ανταγωνιστικότητα των βρετανικών επιχειρήσεων. Οι εταιρείες θα είχαν τη δυνατότητα να διαθέτουν τα προϊόντα τους ταχύτερα, να περιορίζουν τα διοικητικά έξοδα και να αξιοποιούν αποτελεσματικότερα την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, η οποία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους του Ηνωμένου Βασιλείου.
Παράλληλα, η μείωση των εμποδίων θα μπορούσε να ενθαρρύνει νέες επενδύσεις και να βελτιώσει το επιχειρηματικό κλίμα. Ωστόσο, το IPPR επισημαίνει ότι το μέγεθος του προβλήματος δεν πρέπει να υποτιμάται. Σε μια περίοδο κατά την οποία η βρετανική οικονομία αναπτύσσεται με πολύ χαμηλούς ρυθμούς, ακόμη και μια σχετικά μικρή απώλεια στο ΑΕΠ μπορεί να έχει αισθητές επιπτώσεις στην απασχόληση, στις επενδύσεις και στα δημόσια έσοδα.
Η δύσκολη πολιτική εξίσωση με τις Βρυξέλλες
Η δημοσίευση της έκθεσης συμπίπτει με την προσπάθεια του Λονδίνου να επανεκκινήσει τις σχέσεις του με τις Βρυξέλλες. Η βρετανική κυβέρνηση επιδιώκει πιο πρακτικές και λειτουργικές ρυθμίσεις, χωρίς να ανατρέψει τη βασική αρχιτεκτονική της μετά-Brexit σχέσης.
Ωστόσο, δεν είναι δεδομένο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποδεχθεί άμεσα μια συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης. Η ΕΕ έχει συνάψει αντίστοιχες συμφωνίες με περιορισμένο αριθμό τρίτων χωρών και συνήθως τις εντάσσει σε ευρύτερες διαπραγματεύσεις. Κάθε διευκόλυνση προς το Ηνωμένο Βασίλειο είναι, επομένως, πιθανό να αξιολογηθεί με βάση τη συνολική ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που διέπει τη σχέση των δύο πλευρών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένει ότι αυτή η ισορροπία πρέπει να διατηρηθεί. Για τη βρετανική κυβέρνηση, το ζήτημα της πιστοποίησης αποτελεί έναν τομέα όπου μπορούν να προκύψουν συγκεκριμένα και άμεσα οικονομικά οφέλη. Για τις Βρυξέλλες, όμως, το βασικό ερώτημα είναι αν μια τεχνική ρύθμιση μπορεί να αντιμετωπιστεί απομονωμένα από το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο.
Το Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Brexit βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια δύσκολη προσπάθεια νέας σύγκλισης με την ΕΕ. Η αμοιβαία αναγνώριση των πιστοποιήσεων θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τις εμπορικές απώλειες και να δώσει ανάσα στις επιχειρήσεις. Η επίτευξη συμφωνίας, όμως, θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο το Λονδίνο και οι Βρυξέλλες θα μπορέσουν να συνδυάσουν την οικονομική pragmatism με τη διατήρηση της ευρύτερης ισορροπίας της μετά-Brexit σχέσης.
Σχετικά Άρθρα
24/09/2026 - 19:40
24/09/2026 - 18:45
Δείτε επίσης