Η Ευρώπη εγκαινιάζει κοινό αμυντικό σχέδιο για την προστασία της Κύπρου, μετά την κλιμάκωση του πολέμου στον Κόλπο, γεγονός που «θέτει τα θεμέλια μιας πραγματικά κοινής ευρωπαϊκής άμυνας», λένε στη Ναυτεμπορική Ευρωπαίοι διπλωμάτες.
«Είναι σημαντικό ότι Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία υποστηρίζουν την Κύπρο, που είναι μέλος της ΕΕ, αλλά όχι του ΝΑΤΟ, μετά από την τελευταία επίθεση με ιρανικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος σε μία από τις βρετανικές βάσεις», τονίζουν οι ίδιες πηγές.
Η σαφής υποστήριξη της Κύπρου εμπίπτει στο πλαίσιο της «δέσμευσης για την άμυνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ανατολικών συνόρων της», δήλωσε χαρακτηριστικά η υπουργός Άμυνας της Ισπανίας, Μαργαρίτα Ρόμπλες.
«Κάποιοι διερωτώνται βέβαια, αν μια χώρα που αναπτύσσει στρατιωτικούς πόρους προς υποστήριξη ενός εταίρου ή συμμάχου, εμπλέκεται στον πόλεμο;» διερωτάται ο Ισπανός απόστρατος ναύαρχος απόστρατος Χουάν Ροντρίγκες Γκαράθ, για να δώσει αμέσως μια κατηγορηματική απάντηση: «Δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση».
Οι τέσσερις χώρες μέλη της ΕΕ που προσέτρεξαν προς υποστήριξη της Κύπρου δεν μπαίνουν σε κανέναν πόλεμο. «Αρκεί να δούμε τι έχει συμβεί με την Ουκρανία, με την υποστήριξη που παρέχεται εκεί από τους Ευρωπαίους. Δεν έχουμε μπει σε κανέναν πόλεμο», εξηγεί ο ναύαρχος Γκαράθ. Επιπλέον, εξηγεί, ότι για να συμμετάσχει μια χώρα ενεργά στη σύγκρουση, είναι απαραίτητο να έχει δεχθεί επίθεση, κάτι που δεν έχει γίνει σε κανένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ενισχύει την Κύπρο. «Δεν επιτιθέμεθα. Η υπεράσπιση ενός νησιού δεν σε κάνει εμπόλεμο . Ομοίως, η αποστολή πυραύλων στην Ουκρανία για την άμυνά της δεν μας κάνει εμπόλεμους», προσθέτει .
Μια άλλη βασική πτυχή σχετικά με την ανάπτυξη στρατιωτικών πόρων για την υποστήριξη μιας συμμαχικής χώρας βρίσκεται στην ίδια τη Συνθήκη της ΕΕ και συγκεκριμένα στο Άρθρο 42.7.
Το άρθρο αυτό ορίζει ότι εάν ένα κράτος μέλος πέσει θύμα ένοπλης επίθεσης, οι υπόλοιποι εταίροι οφείλουν να παρέχουν βοήθεια και συνδρομή «με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους».
Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται απαραίτητα άμεση εμπλοκή, όπως συμβαίνει άλλωστε στην προκειμένη περίπτωση, αλλά υλικοτεχνική υποστήριξη.
«Ανώτερο ηθικό αγαθό»
Στην περίπτωση της Κύπρου, η άμυνα του νησιού πρέπει να θεωρείται ως «ανώτερο ηθικό αγαθό» και ως ένας τρόπος προβολής μιας εικόνας ισχύος για την Ευρωπαϊκή Ένωση . «Πρέπει να σταθούμε στο πλευρό των Ευρωπαίων εταίρων μας. Το να ενεργεί κάθε χώρα ανεξάρτητα είναι άσκοπο», εξηγεί ο Ισπανός ναύαρχος απόστρατος.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Χοσέ Αντόνιο Τζουρπέγκι , καθηγητής Βορειοαμερικανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Αλθάλα, επιμένει πώς «το γεγονός ότι συμμετέχουμε σε μια αμυντική δράση δεν σημαίνει ότι συμμετέχουμε ενεργά στον πόλεμο».
Η Κύπρος δεν είναι άλλωστε μόνο το ανατολικό σύνορο της ΕΕ, αλλά αντιπροσωπεύει επίσης μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης και μια προοπτική για την Ευρώπη.
« Η επείγουσα ανάγκη είναι να δημιουργηθεί ένα αμυντικό φράγμα για το Κυπριακό κράτος, το οποίο μειώθηκε στο μισό από την τουρκική εισβολή του 1974», γράφει μάλιστα η ιταλική La Repubblica. «Η Κύπρος ,προσθέτει η ιταλική εφημερίδα μπορεί να καθορίσει την πολιτική επιρροή της Ευρώπης στην Ανατολική Μεσόγειο: έναν τομέα εξαιρετικής σημασίας για τις εμπορικές οδούς και για τον περιορισμό των αναταραχών που προκαλούνται από τρομοκρατικές ομάδες και μαζικές εξόδους. Όχι μόνο αυτό, αλλά την τελευταία δεκαετία, έχουν ανακαλυφθεί εκεί υποθαλάσσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων που είναι περιζήτητα από όλους, ειδικά από την Τουρκία, τη νέα περιφερειακή δύναμη δίπλα στην Αίγυπτο και, φυσικά, το Ισραήλ».
Το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ κάποτε κυριαρχούσε σε αυτήν την υδάτινη περιοχή, αλλά οι προτεραιότητες της Αμερικής επικεντρώνονται τώρα σε άλλους ωκεανούς. «Η αποχώρηση των ΗΠΑ δημιούργησε ένα κενό που η Άγκυρα θα ήθελε πολύ να γεμίσει: αυτό ήταν εμφανές το 2019 όταν η Αγκυρα έστειλε το πολεμικό της ναυτικό για να επιβάλει την εξερεύνηση πετρελαίου στα ύδατα νότια της Κύπρου, όπου είχαν ήδη ανατεθεί παραχωρήσεις στην Eni και την Total.
Εκείνη την εποχή, η Γαλλία απάντησε με δύναμη, βασιζόμενη στη συμμαχία της με την Αίγυπτο και την Ελλάδα, ενώ η Ιταλία έστειλε διακριτικά μια φρεγάτα στην περιοχή.
Ο «Σουλτάνος» και ο «Φαραώ»
«Σήμερα, γράφει η ιταλική εφημερίδα, η κατάσταση έχει αλλάξει περαιτέρω, καθώς ο Ερντογάν και ο Αιγύπτιος πρόεδρος Αλ Σίσι έχουν ξεπεράσει τις διαφορές τους και έχουν δημιουργήσει ολοένα και πιο ειδυλλιακές σχέσεις: η κατανόηση μεταξύ του «Σουλτάνου» Ερντογαν και του «Φαραώ» Αλ Σίσι,θα μπορούσε ενδεχομένως να αποξενώσει την Ευρώπη από τα παιχνίδια εξουσίας της περιοχής. Και οι δύο χώρες εξοπλίζονται μέχρι τα δόντια, με ιδιαίτερη έμφαση στις ναυτικές δυνάμεις, και συγκεντρώνουν φρεγάτες, υποβρύχια, ελικοπτεροφόρα, και εκατοντάδες drone.
Σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι οι Κύπριοι τονίζουν ότι η ευρωπαϊκή υποστήριξη συμβάλλει στη μετάδοση ενός αισθήματος ασφάλειας: «Το να γνωρίζουμε ότι υπάρχει αλληλεγγύη στην ΕΕ και ότι, αν συμβεί κάτι, θα έχουμε την υποστήριξη των Ευρωπαίων εταίρων, μας καθησυχάζει», λένε στη Ναυτεμπορική, αξιωματούχοι στη Λευκωσία.