Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2026

Ο Τραμπ στράφηκε στον Πούτιν για το ντίζελ, αφού η Ουκρανία αγνόησε αμερικανικά αιτήματα – Το παρασκήνιο της συμφωνίας, τι αναφέρει το Axios

Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου αναμένεται να επιβαρύνει περαιτέρω τις σχέσεις του Λευκού Οίκου με την ουκρανική ηγεσία και να επηρεάσει τη νέα προσπάθεια της Ουάσινγκτον για την επίτευξη συμφωνίας που θα μπορούσε να οδηγήσει στον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Αμερικανός αξιωματούχος, τον οποίο επικαλείται το Axios, υποστήριξε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έλαβε την απόφαση αφού το Κίεβο δεν ανταποκρίθηκε σε επανειλημμένα αιτήματα της αμερικανικής κυβέρνησης να διακόψει τα πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια και άλλες ενεργειακές εγκαταστάσεις. «Ο Ζελένσκι διαβάζει λάθος την κατάσταση. Συνεχίζοντας να πλήττει διυλιστήρια, υπονομεύει την καλή θέληση που έχει οικοδομήσει με τον Τραμπ τους τελευταίους έξι μήνες», δήλωσε ο Αμερικανός αξιωματούχος, σύμφωνα με το Axios. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε στο ίδιο μέσο ότι αιφνιδιάστηκε από τη συμφωνία. Τη χαρακτήρισε «άδικη και ανέντιμη», υποστηρίζοντας ότι συνιστά αδικαιολόγητο δώρο προς τον Ρώσο πρόεδρο.

Οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια και η πίεση στην αγορά καυσίμων

Οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια κατά τους τελευταίους μήνες είχαν σημαντικές επιπτώσεις στον ενεργειακό τομέα της Ρωσίας. Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, τα πλήγματα προκάλεσαν ενεργειακή κρίση στη χώρα, επηρεάζοντας τη λειτουργία των εγκαταστάσεων και την αγορά καυσίμων. Η Μόσχα απάντησε με απαγόρευση στις εξαγωγές ντίζελ. Η εξέλιξη αυτή επιβάρυνε περαιτέρω τις διεθνείς αγορές καυσίμων, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν πιέσεις εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν. Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμούσε να σταματήσει μονομερώς η Ουκρανία τις επιθέσεις στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις. Κατά την ίδια εκδοχή, ο Αμερικανός πρόεδρος εκτιμούσε ότι τα πλήγματα συνέβαλλαν στην άνοδο των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ, επιβαρύνοντας τους Αμερικανούς καταναλωτές. Ο Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε επίσης ότι ο Τραμπ δεν θεωρούσε πως οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια ήταν ισοδύναμες με τα ρωσικά πλήγματα κατά του ουκρανικού ηλεκτρικού δικτύου. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε μεταφέρει στον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και στους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, ότι ήταν διατεθειμένος να σταματήσει τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια. Ως προϋπόθεση είχε θέσει τη διακοπή, από τη ρωσική πλευρά, των επιθέσεων στις ουκρανικές ηλεκτροπαραγωγικές εγκαταστάσεις. Η ουκρανική θέση ήταν ότι η διακοπή των πληγμάτων θα έπρεπε να εφαρμοστεί αμοιβαία και όχι μονομερώς. Η Ουάσινγκτον, ωστόσο, εμφανίζεται να ζήτησε από το Κίεβο να προχωρήσει πρώτο στη διακοπή των επιθέσεων, προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις στην αγορά ενέργειας και να δημιουργηθούν συνθήκες για την προώθηση των ειρηνευτικών συνομιλιών.

Οι οκτάωρες συνομιλίες στο Μαϊάμι

Η διαφωνία για τις επιθέσεις στις ενεργειακές εγκαταστάσεις τέθηκε στο επίκεντρο των οκτάωρων συνομιλιών που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή στο Μαϊάμι, με τη συμμετοχή Αμερικανών, Ουκρανών και Ευρωπαίων αξιωματούχων. Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, οι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ ενημέρωσαν την ουκρανική διαπραγματευτική ομάδα ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αναμενόταν να συνομιλήσει με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και να προχωρήσει στην άρση των κυρώσεων που αφορούν τις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ. Όπως μετέδωσε το Axios, οι Αμερικανοί απεσταλμένοι συνέδεσαν την απόφαση με την άρνηση της Ουκρανίας να σταματήσει τα πλήγματα. Η Ουάσινγκτον θεωρεί ότι οι επιθέσεις επηρεάζουν άμεσα τους Αμερικανούς καταναλωτές, καθώς συμβάλλουν στην αύξηση των τιμών των καυσίμων. Αξιωματούχος της Ουκρανίας υποστήριξε, ωστόσο, ότι κατά τη διάρκεια των συνομιλιών διατυπώθηκε η απειλή πως οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να διακόψουν την παροχή πληροφοριών προς την Ουκρανία, εάν το Κίεβο εξακολουθούσε να αγνοεί τα αμερικανικά αιτήματα. Ο Αμερικανός αξιωματούχος διέψευσε ότι διατυπώθηκε τέτοια απειλή. Όπως ανέφερε, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ υπογράμμισαν ότι οι ΗΠΑ παραμένουν ισχυρός εταίρος της Ουκρανίας, εξακολουθώντας να παρέχουν πυρομαχικά και πληροφορίες. Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια αμερικανική εκδοχή, οι δύο απεσταλμένοι τόνισαν στην ουκρανική πλευρά ότι το Κίεβο δεν θα πρέπει να προβαίνει σε ενέργειες που πλήττουν τους Αμερικανούς καταναλωτές. «Οι επιθέσεις στα διυλιστήρια προκαλούν πόνο στη Ρωσία, αλλά προκαλούν πόνο και στις ΗΠΑ», δήλωσε χαρακτηριστικά ο ίδιος αξιωματούχος. Η αντιπαράθεση για τις ενεργειακές εγκαταστάσεις προστέθηκε στις ήδη σύνθετες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου. Η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο, ενώ οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν για τις προϋποθέσεις μιας ενδεχόμενης εκεχειρίας.

Εγγυήσεις ασφαλείας και σχέδιο μεταπολεμικής ανοικοδόμησης

Παρά την ένταση γύρω από το ζήτημα του ρωσικού ντίζελ και των επιθέσεων στα διυλιστήρια, βασικό αντικείμενο των συνομιλιών στο Μαϊάμι ήταν η διαμόρφωση ενός πλαισίου για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Οι διαπραγματεύσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στην οριστικοποίηση των εγγυήσεων ασφαλείας που θα μπορούσαν να προσφέρουν στην Ουκρανία οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ στο πλαίσιο μιας μελλοντικής συμφωνίας. Στο τραπέζι τέθηκαν επίσης νέες προτάσεις για εδαφικές διευθετήσεις. Οι προτάσεις αυτές εντάσσονται στις συζητήσεις για τη συνολική μορφή μιας ενδεχόμενης συμφωνίας, χωρίς να έχει υπάρξει μέχρι στιγμής συμφωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών. Οι Γουίτκοφ και Κούσνερ παρουσίασαν ακόμη ένα μεταπολεμικό πακέτο για την Ουκρανία. Το σχέδιο περιλάμβανε προτάσεις για τη χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης, την ανασυγκρότηση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων και την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που έχουν δημιουργηθεί εξαιτίας του πολέμου. Οι συμμετέχοντες συζήτησαν παράλληλα έναν οδικό χάρτη για την ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξετάστηκε επίσης η μελλοντική σχέση της χώρας με το ΝΑΤΟ μετά το τέλος των εχθροπραξιών. Οι Αμερικανοί απεσταλμένοι έθεσαν, επιπλέον, την προοπτική δημιουργίας ενός ευρύτερου μεταπολεμικού πλαισίου ασφαλείας μεταξύ της Ευρώπης και της Ρωσίας. Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, ένα τέτοιο πλαίσιο θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. Στο ίδιο πλαίσιο, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ ενημέρωσαν τους Ουκρανούς και τους Ευρωπαίους αξιωματούχους για πιθανές ενεργειακές συμφωνίες με τη Ρωσία. Η Ουάσινγκτον θεωρεί ότι οι συμφωνίες αυτές θα μπορούσαν να συμβάλουν στη μείωση των τιμών της ενέργειας και να ενθαρρύνουν τη Μόσχα να προχωρήσει σε παραχωρήσεις κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων. Η συζήτηση για την ενέργεια συνδέθηκε έτσι με το ευρύτερο αμερικανικό σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου. Η αμερικανική πλευρά αντιμετωπίζει τη σταθεροποίηση των αγορών καυσίμων και τη δημιουργία οικονομικών κινήτρων ως μέρος της προσπάθειας για την προώθηση μιας συμφωνίας.

Πιθανές επισκέψεις στη Μόσχα και το Κίεβο

Οι Αμερικανοί απεσταλμένοι εξετάζουν το ενδεχόμενο να επισκεφθούν τη Μόσχα και το Κίεβο την επόμενη εβδομάδα. Στόχος των επισκέψεων θα είναι η συζήτηση των προτάσεων για τον τερματισμό του πολέμου και η διερεύνηση των θέσεων των δύο πλευρών. Δεν είναι, ωστόσο, σαφές πώς θα επηρεάσει αυτές τις κινήσεις η νέα αντιπαράθεση με την ουκρανική πλευρά. Ο Αμερικανός αξιωματούχος που μίλησε στο Axios δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η διαφωνία για τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια να επηρεάσει το επόμενο στάδιο των επαφών. Παρά την πρόθεση της Ουάσινγκτον να προωθήσει νέο σχέδιο ειρήνευσης, η στάση του Κρεμλίνου παραμένει αβέβαιη. Η Ρωσία δεν έχει δεσμευτεί για άμεση επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών με την Ουκρανία. Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας διάρκειας 90 λεπτών με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν δεσμεύτηκε ότι θα επαναλάβει άμεσα τις διαπραγματεύσεις. Τη σχετική ενημέρωση έκανε ο σύμβουλός του για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Γιούρι Ουσάκοφ. Ο Ουσάκοφ υποστήριξε ότι οι ουκρανικές επιθέσεις στη Μόσχα και σε άλλες ρωσικές πόλεις, κατά τη διάρκεια των ρωσικών βουλευτικών εκλογών, «υπονόμευσαν τη δυνατότητα άμεσης επανέναρξης της διαπραγματευτικής διαδικασίας». «Ο πρόεδρος είπε ότι θα σκεφτούμε πότε μπορούν να επαναληφθούν αυτές οι διαπραγματεύσεις», πρόσθεσε. Η τοποθέτηση αυτή δεν συνιστά δέσμευση για συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα επανέναρξης των συνομιλιών. Η αμερικανική κυβέρνηση αναμένεται να συνεχίσει τις επαφές με τις δύο πλευρές, ενώ το ζήτημα των επιθέσεων στις ενεργειακές εγκαταστάσεις, των κυρώσεων και των πιθανών ενεργειακών συμφωνιών παραμένει μεταξύ των βασικών σημείων διαφωνίας.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή