«Να τους κρατά όσο περισσότερο μπορεί»: Η Meta στο εδώλιο για το Instagram και το Facebook – Μαρτυρίες κόλαφος και δριμύ εισαγγελικό κατηγορώ
Με βαριές κατηγορίες για τον τρόπο με τον οποίο σχεδίασε το Instagram και το Facebook, ώστε να προσελκύει και να κρατά τους νεαρούς χρήστες στις πλατφόρμες της, ξεκίνησε την Τρίτη στην Καλιφόρνια η πολυαναμενόμενη ομοσπονδιακή δίκη της Meta.
Τέσσερις πολιτείες – Καλιφόρνια, Κολοράντο, Κεντάκι και Νιου Τζέρσεϊ – που προσέφυγαν κατά της Meta το 2023, διεκδικούν αποζημίωση δισεκατομμυρίων δολαρίων, καθώς και θεμελιώδεις αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο η Meta διαχειρίζεται τις πλατφόρμες της, σε αυτό που πολλοί ειδικοί έχουν αποκαλέσει τη «στιγμή της καπνοβιομηχανίας» των κοινωνικών δικτύων, κατηγορώντας τον τεχνολογικό γίγαντα ότι σχεδίασε τις εφαρμογές του για να «εθίσει τους χρήστες, να τους κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερο, να συλλέξει τα δεδομένα τους και να αποκρύψει την αλήθεια από το κοινό», όπως ανέφερε η Μέγκαν Ο’Νιλ, αναπληρώτρια γενική εισαγγελέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Καλιφόρνιας, στην εναρκτήρια αγόρευσή της.
Η δίκη αναμένεται να διαρκέσει περίπου έξι εβδομάδες, ενώ η απόφαση εκτιμάται ότι θα εκδοθεί έως τον Οκτώβριο. Η υπόθεση θεωρείται μία από τις σημαντικότερες δικαστικές αναμετρήσεις μέχρι σήμερα ανάμεσα στις αμερικανικές αρχές και τις μεγάλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
«Τα παιδιά είναι το προϊόν»
Κατά την εναρκτήρια αγόρευση, η εισαγγελέας της Καλιφόρνιας Μέγκαν Ο’Νιλ περιέγραψε ένα επιχειρηματικό μοντέλο που, όπως υποστήριξε, είχε έναν βασικό στόχο: να προσελκύει τους χρήστες, να τους κρατά στις πλατφόρμες για όσο το δυνατόν περισσότερο, να συλλέγει τα δεδομένα τους και στη συνέχεια να αποκρύπτει από το κοινό την πραγματική εικόνα.
«Η Meta εκμεταλλεύτηκε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος των παιδιών», υποστήριξε η Ο’Νιλ, σύμφωνα με το Associated Press.
Η εισαγγελική πλευρά υποστήριξε ότι η Meta γνώριζε πολλά για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος των παιδιών και των εφήβων: την ανάγκη τους για ανταμοιβή, την ιδιαίτερη ευαισθησία τους στην κοινωνική αποδοχή και το γεγονός ότι η ικανότητά τους να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί πλήρως όπως στους ενήλικες.
Σύμφωνα με την Ο’Νιλ, η εταιρεία είχε πραγματοποιήσει έρευνα πάνω σε αυτές τις ευάλωτες πλευρές της ανάπτυξης των παιδιών και είχε εξετάσει πώς θα μπορούσε να προσαρμόσει το Instagram ώστε να ανταποκρίνεται σε αυτές.
Μάλιστα, η εισαγγελέας ανέφερε ότι οι ένορκοι θα δουν μεταξύ άλλων μια μελέτη της Meta με τον τίτλο «Οι μικροί είναι οι καλύτεροι», υποστηρίζοντας ότι για την εταιρεία «τα παιδιά είναι το προϊόν».
Η κατάθεση του πρώην στελέχους της Meta: Εκ τω υστέρων συζήτηση η ασφάλεια
Ιδιαίτερη βαρύτητα στην πρώτη ημέρα της δίκης είχε η κατάθεση του Αρτούρο Μπέχαρ, πρώην διευθυντή μηχανικής του Facebook.
Ο Μπέχαρ εργάστηκε στη Facebook από το 2009 έως το 2015 και επέστρεψε στην εταιρεία ως συνεργάτης από το 2019 έως το 2021, με αντικείμενο ζητήματα ασφάλειας.
Η κατάθεσή του ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντική για τη Meta. Όπως είπε, στα πρώτα χρόνια της Facebook, «ο στόχος ήταν να φτάνουν τα πράγματα στα χέρια των χρηστών όσο το δυνατόν γρηγορότερα, κάτι που σήμαινε ότι πολλές φορές η ασφάλεια ή η προστασία έμπαινε σε δεύτερη μοίρα».
Ο ίδιος υποστήριξε ακόμη ότι η έρευνα της εταιρείας για ζητήματα ασφάλειας δεν αξιοποιούνταν πάντοτε για τη βελτίωση των προϊόντων.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε το περιεχόμενο που σχετίζεται με διατροφικές διαταραχές. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, οι μηχανικοί της Meta είχαν προτείνει τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να περιοριστεί η έκθεση των χρηστών, ιδιαίτερα των νεότερων, σε τέτοιο περιεχόμενο.
Ωστόσο, όπως υποστήριξε, οι προτάσεις αυτές συρρικνώθηκαν σημαντικά κατά τη διαδικασία εσωτερικής αξιολόγησης και τελικά έμεινε ένα μέτρο που «δεν έκανε τη διαφορά».
Η σημασία της συγκεκριμένης μαρτυρίας είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η Meta είχε προσπαθήσει πριν από την έναρξη της δίκης να εμποδίσει την κατάθεση του Μπέχαρ. Η δικαστής απέρριψε το αίτημα της εταιρείας.
Στο δικαστήριο διάλογοι εργαζομένων της Meta: «Ναρκωτικό» το Insta και οι ίδιοι «διακινητές»
Οι πολιτείες παρουσίασαν στους ενόρκους στοιχεία από το εσωτερικό της Meta, επιχειρώντας να αποδείξουν ότι η εταιρεία γνώριζε τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι ανήλικοι.
Η Ο’Νιλ παρουσίασε, μεταξύ άλλων, εσωτερικό ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον επικεφαλής του Instagram, Άνταμ Μοσέρι, στο οποίο αναφερόταν ότι στόχος ήταν ο χρόνος που περνούσαν οι έφηβοι στην πλατφόρμα.
Σύμφωνα με την εισαγγελία, σε εσωτερικές συζητήσεις εργαζόμενοι είχαν παρομοιάσει το Instagram με «ναρκωτικό» και τους ίδιους τους εαυτούς τους με «διακινητές».
Η εισαγγελία υποστηρίζει ακόμη ότι η Meta είχε διαπιστώσει πως όσο μικρότερη ήταν η ηλικία στην οποία ένα παιδί ξεκινούσε να χρησιμοποιεί την εφαρμογή, τόσο καλύτερα για την εταιρεία.
Η υπεράσπιση αναμένεται να υποστηρίξει ότι τέτοιες εκφράσεις σε ιδιωτικές συζητήσεις εργαζομένων δεν αποδεικνύουν την πολιτική της εταιρείας. Ο Σμιτ αναγνώρισε ότι οι εργαζόμενοι μπορεί να χρησιμοποιούν «χαλαρή» γλώσσα στις εσωτερικές επικοινωνίες, σημειώνοντας όμως ότι οι ένορκοι θα ακούσουν και τι έκανε στην πράξη ο συγκεκριμένος εργαζόμενος για να καταστήσει την πλατφόρμα ασφαλέστερη.
Η Meta υποστηρίζει επίσης ότι έχει αναπτύξει εργαλεία για χρήστες που αντιμετωπίζουν προβλήματα και ότι μέσα σε τέσσερα χρόνια σημάνθηκαν 1,4 εκατομμύρια λογαριασμοί στους οποίους υπήρχαν ενδείξεις ότι οι χρήστες μπορεί να ήταν κάτω των 13 ετών.
Η Meta: «Έχουμε προσπαθήσει να προστατεύσουμε τους χρήστες»
Η εταιρεία παρουσίασε μια διαφορετική εικόνα.
Ο δικηγόρος της Meta, Πολ Σμιτ, αναγνώρισε ότι ορισμένοι χρήστες είχαν αρνητικές εμπειρίες στις πλατφόρμες, υποστήριξε όμως ότι η εταιρεία έχει εργαστεί για τη δημιουργία εργαλείων που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν.
Η υπεράσπιση αναμένεται να εστιάσει στα μέτρα που έχει λάβει η Meta για την ασφάλεια των χρηστών και στη συνεργασία της με γονείς, ειδικούς και τις αρχές επιβολής του νόμου.
Ο Σμιτ υποστήριξε ότι η διαφωνία με τις πολιτείες αφορά σε μεγάλο βαθμό το πώς πρέπει να βελτιωθούν οι πλατφόρμες και όχι το αν η εταιρεία έχει καταβάλει προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση.
Η Meta έχει επίσης επισημάνει ότι τα παιδιά κάτω των 13 ετών δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τις πλατφόρμες της, ενώ κάποιοι ανήλικοι δηλώνουν ψευδή ηλικία προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση.
Οι τρεις βασικές κατηγορίες κατά της Meta
Η υπόθεση στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες.
Οι πολιτείες υποστηρίζουν, πρώτον, ότι η Meta παραπλάνησε το κοινό σχετικά με το πόσο επικίνδυνες είναι οι πλατφόρμες της για τους ανηλίκους.
Δεύτερον, υποστηρίζουν ότι η εταιρεία σχεδίασε συγκεκριμένες λειτουργίες με στόχο να κάνει τα παιδιά να επιστρέφουν στις πλατφόρμες και να παραμένουν σε αυτές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονται και εργαλεία περιορισμού του χρόνου χρήσης, τα οποία, σύμφωνα με τις πολιτείες, μπορούσαν εύκολα να παρακαμφθούν.
Τρίτον, οι πολιτείες υποστηρίζουν ότι η Meta συνέλεγε προσωπικά δεδομένα παιδιών κάτω των 13 ετών χωρίς τη γονική συναίνεση, παραβιάζοντας την ομοσπονδιακή νομοθεσία.
Η «στιγμή της καπνοβιομηχανίας» των κοινωνικών δικτύων
Η υπόθεση έχει ήδη χαρακτηριστεί από ειδικούς ως η «στιγμή της μεγάλης καπνοβιομηχανίας» για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο λόγος είναι ότι οι πολιτείες δεν περιορίζονται στο να υποστηρίξουν πως τα προϊόντα της Meta μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες. Κατηγορούν την εταιρεία για συγκεκριμένες επιχειρηματικές πρακτικές και επιλογές στον σχεδιασμό των προϊόντων της, μια προσέγγιση που θυμίζει τις μεγάλες δικαστικές μάχες των ΗΠΑ με τις καπνοβιομηχανίες.
Στη δεκαετία του 1990, δεκάδες πολιτείες προσέφυγαν κατά μεγάλων εταιρειών καπνού, κατηγορώντας τις ότι υποβάθμιζαν τους κινδύνους των προϊόντων τους. Η υπόθεση οδήγησε στη μεγάλη συμφωνία του 1998, η οποία περιλάμβανε οικονομικές κυρώσεις και αλλαγές στον τρόπο εμπορικής προώθησης των προϊόντων καπνού. Οι εταιρείες έχουν καταβάλει έκτοτε περισσότερα από 176 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με την Εθνική Ένωση Γενικών Εισαγγελέων.
Τώρα, οι πολιτείες επιχειρούν να πετύχουν μια αντίστοιχη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Οι γονείς έξω από το δικαστήριο
Την ώρα που ξεκινούσε η δίκη, γονείς και ακτιβιστές συγκεντρώθηκαν έξω από το δικαστήριο, κρατώντας φωτογραφίες και τα ονόματα παιδιών που, όπως υποστηρίζουν, υπέστησαν σοβαρές βλάβες από τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Μεταξύ τους ήταν η Μέρι Ρόντι, ο γιος της οποίας, Ράιλι Μπάσφορντ, πέθανε σε ηλικία 15 ετών μετά από περιστατικό σεξουαλικού εκβιασμού μέσω του Facebook Messenger.
Οι γονείς κρατούσαν ένα μεγάλο πανό με τα ονόματα και τις ηλικίες παιδιών που έχασαν τη ζωή τους. Σύμφωνα με τη Ρόντι, από τον Μάρτιο έχουν προστεθεί σε αυτό 39 νέα ονόματα.
Η Λόρι Σκοτ, μία ακόμη μητέρα που συμμετείχε στη συγκέντρωση, απευθύνθηκε στον ιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο της Meta Μαρκ Ζούκερμπεργκ και στον επικεφαλής του Instagram Άνταμ Μοσέρι, υποστηρίζοντας ότι η δύναμη και ο πλούτος μιας εταιρείας δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογία για τη βλάβη που προκαλείται.
Η απόφαση μπορεί να αλλάξει Facebook και Instagram
Η Meta, η οποία διαθέτει περισσότερους από τρία δισεκατομμύρια χρήστες παγκοσμίως, είναι ο μοναδικός εναγόμενος στη συγκεκριμένη δίκη.
Οι πολιτείες δεν ζητούν μόνο οικονομικές κυρώσεις. Ζητούν επίσης ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των εφαρμογών, μεταξύ άλλων περιορισμούς στον χρόνο χρήσης από νεαρούς χρήστες.
Σε περίπτωση ήττας, η Meta έχει υποστηρίξει ότι θα μπορούσε θεωρητικά να βρεθεί αντιμέτωπη με αποζημιώσεις που φτάνουν έως και 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια. Νομικοί ειδικοί θεωρούν, ωστόσο, ότι ένα ποσό κοντά σε αυτό το ύψος είναι εξαιρετικά απίθανο.
Η μεγαλύτερη συνέπεια, όμως, μπορεί να μην είναι οικονομική.
Για τη Meta, όπως επισημαίνουν νομικοί ειδικοί, το πραγματικό διακύβευμα είναι η ζημιά στη φήμη της και η πιθανότητα να υποχρεωθεί να αλλάξει θεμελιωδώς τον τρόπο λειτουργίας του Facebook και του Instagram.
Και αυτή είναι μόνο η πρώτη από μια σειρά δικαστικών μαχών. Η υπόθεση στην Καλιφόρνια αποτελεί την πρώτη ομοσπονδιακή δίκη αυτού του είδους, ενώ χιλιάδες ακόμη αγωγές έχουν κατατεθεί κατά της Meta και άλλων τεχνολογικών εταιρειών, όπως η Google, η TikTok και η Snap, με αντικείμενο τις επιπτώσεις των κοινωνικών δικτύων στην ψυχική υγεία των νέων και την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης