Δημογραφικό: H ΕΕ καταγράφει τη γήρανσή της με ακρίβεια – Χωρίς απάντηση το πρόβλημα

Την τρίτη κατά σειρά έκθεσή της για τη δημογραφική κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσίασε την Τρίτη (14/7) στις Βρυξέλλες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επιβεβαιώνοντας με αριθμούς αυτό που εδώ και καιρό διαπερνά σχεδόν κάθε ευρωπαϊκή συζήτηση: η Ένωση γερνά, αποκτά λιγότερα παιδιά και, μέσα στις επόμενες δεκαετίες, θα αρχίσει να μικραίνει. Το πιο εντυπωσιακό δεν είναι ότι η τάση καταγράφεται ξανά, αλλά ότι καταγράφεται με ολοένα μεγαλύτερη ακρίβεια—ενώ η πολιτική απάντηση παραμένει, στην καλύτερη περίπτωση, αποσπασματική.

Η έκθεση, που εκπονήθηκε από το Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC), τοποθετεί τον πληθυσμό της ΕΕ στα 450,6 εκατομμύρια, στο υψηλότερο σημείο της ιστορίας του. Οι προβολές δείχνουν κορύφωση το 2029, στα 453,3 εκατομμύρια, και στη συνέχεια σταδιακή κάθοδο: περίπου 445 εκατομμύρια το 2050 και 398,8 εκατομμύρια το 2100. Με άλλα λόγια, μια μείωση 11,7% που—σε επίπεδο μεγέθους—επιστρέφει την Ένωση στα πληθυσμιακά δεδομένα του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1970.

«Ο πληθυσμός της Ευρώπης αλλάζει και οι πολιτικές της Ευρώπης πρέπει να αλλάξουν μαζί του», δήλωσε η αρμόδια Επίτροπος για τη Μεσόγειο με χαρτοφυλάκιο τη δημογραφία, Ντουμπράβκα Σούιτσα. Η θέση της Επιτροπής είναι σαφής: η δημογραφία δεν είναι πια ένα ειδικό, περιφερειακό θέμα, αλλά ο φακός μέσα από τον οποίο πρέπει να περνούν οι μεγάλες πολιτικές αποφάσεις—από την εργασία και την υγεία μέχρι τη στέγαση και την ανταγωνιστικότητα.

Δημογραφικό: περισσότερα χρόνια ζωής, λιγότερες γεννήσεις

Πίσω από τη συνολική εικόνα, η έκθεση αναδεικνύει δύο εξελίξεις που τρέχουν παράλληλα και αλληλοενισχύονται. Η πρώτη είναι η αύξηση του προσδόκιμου ζωής: το 2024 έφτασε τα 81,5 έτη (84,1 για τις γυναίκες και 78,9 για τους άνδρες). Οι προβολές είναι ακόμη πιο εντυπωσιακές: έως το 2100, σε όλα τα κράτη-μέλη, το προσδόκιμο εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 90 έτη για τις γυναίκες και τα 86 για τους άνδρες. Η Επιτροπή περιγράφει αυτή τη μετάβαση ως μεγάλο κοινωνικό κέρδος και ως μετάβαση σε μια «κοινωνία της μακροζωίας».

Η δεύτερη εξέλιξη είναι η υποχώρηση της γονιμότητας. Ο συνολικός δείκτης γονιμότητας διαμορφώθηκε στο 1,34 το 2024—πολύ χαμηλότερα από το 2,1 που απαιτείται για απλή αναπλήρωση του πληθυσμού χωρίς μετανάστευση. Το 2024 γεννήθηκαν 3,55 εκατομμύρια παιδιά στην ΕΕ, όταν το 1964 γεννήθηκαν 6,8 εκατομμύρια. Από το 2012 και μετά, η φυσική μεταβολή του πληθυσμού είναι αρνητική: οι θάνατοι υπερβαίνουν τις γεννήσεις. Έτσι, η όποια πληθυσμιακή αύξηση στηρίζεται πλέον αποκλειστικά στη θετική καθαρή μετανάστευση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ειλικρίνεια της ίδιας της έκθεσης σχετικά με τις αιτίες. Το JRC αναγνωρίζει ότι οι πολιτικές που στοχεύουν ευθέως στην αύξηση των γεννήσεων έχουν συχνά αντιφατικά αποτελέσματα. Ακόμη και κράτη με ισχυρά συστήματα πρόνοιας και υψηλή ισότητα των φύλων—όπως οι σκανδιναβικές χώρες—βλέπουν πτώση της γονιμότητας. Το κείμενο φτάνει να χαρακτηρίσει την υπογεννητικότητα, σε κοινωνίες με τόσο διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά, «διαδικασία ακόμη ελάχιστα κατανοητή». Πρόκειται για μια παραδοχή που λειτουργεί ταυτόχρονα ως διάγνωση και ως προειδοποίηση: το Δημογραφικό δεν λύνεται με ένα μόνο κουμπί πολιτικής.

Η γήρανση ως κοινή πρόκληση για εργασία, συντάξεις και υγεία

Οι αριθμοί μεταφράζονται σε συγκεκριμένες πιέσεις για τα κράτη-μέλη. Το μερίδιο των άνω των 65 ετών προβλέπεται να αυξηθεί από περίπου το ένα πέμπτο σήμερα σε σχεδόν το ένα τρίτο έως τα μέσα του αιώνα. Οι άνω των 80, που σήμερα είναι περίπου 6% του πληθυσμού, αναμένεται να ξεπεράσουν το 15% ως το 2100. Αντίστοιχα, ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων—ο αριθμός των ηλικιωμένων ανά 100 άτομα εργάσιμης ηλικίας—από περίπου 34 σήμερα προβλέπεται να ξεπεράσει το 50 σε 13 κράτη-μέλη ήδη ως το 2050.

Για την αγορά εργασίας, οι συνέπειες είναι άμεσες και μετρήσιμες. Η ΕΕ εκτιμάται ότι θα χάνει κατά μέσο όρο 1,2 εκατομμύρια άτομα εργάσιμης ηλικίας κάθε χρόνο μεταξύ 2025 και 2050—αριθμός που, σε σενάριο μηδενικής μετανάστευσης, θα ήταν περίπου διπλάσιος. Η έκθεση τοποθετεί τη μετανάστευση σε ρόλο σαφώς οριοθετημένο: μπορεί να επιβραδύνει τη γήρανση, όμως δεν μπορεί να αλλάξει την κατεύθυνση της συνολικής τροχιάς. Παράλληλα, σημειώνεται ότι οι παράτυπες διελεύσεις στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης βρίσκονται σε πτωτική πορεία—μια λεπτομέρεια που λειτουργεί περισσότερο ως στοιχείο πλαισίου παρά ως «λύση».

Από την αναστροφή στην προσαρμογή: το νέο πλαίσιο πολιτικής

Ίσως το κρισιμότερο συμπέρασμα της έκθεσης είναι η μετατόπιση της ίδιας της πολιτικής λογικής. Οι δημογραφικές προκλήσεις, όπως αναφέρεται ρητά, «δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω μέτρων που συνδέονται μόνο με τη γονιμότητα και τη μετανάστευση». Η προτεινόμενη κατεύθυνση δεν είναι η αναστροφή της τάσης—κάτι που μοιάζει ολοένα λιγότερο ρεαλιστικό—αλλά η προσαρμογή της Ένωσης σε μια μικρότερη και γηραιότερη κοινωνία.

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή παραθέτει μια σειρά εργαλείων και στρατηγικών, με θεμέλιο την Εργαλειοθήκη Δημογραφίας (Οκτώβριος 2023), που υιοθετήθηκε από όλα τα κράτη-μέλη. Πάνω σε αυτήν «κουμπώνουν» το Ευρωπαϊκό Σχέδιο για Οικονομικά Προσιτή Στέγαση (Δεκέμβριος 2025), η Στρατηγική για τη Διαγενεακή Δικαιοσύνη (Μάρτιος 2026), η Στρατηγική κατά της Φτώχειας (Μάιος 2026), η «Ένωση Δεξιοτήτων», η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τη Φροντίδα, καθώς και η μακροπρόθεσμη στρατηγική για τις αγροτικές περιοχές και η πρωτοβουλία «Αξιοποίηση των Ταλέντων».

Ο άξονας των μέτρων στοχεύει: στην αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας (σήμερα περίπου το 20% των ατόμων εργάσιμης ηλικίας παραμένει εκτός), στη γυναικεία απασχόληση—όπου το χάσμα με τους άνδρες παραμένει στις 10,1 ποσοστιαίες μονάδες—στην παράταση του εργασιακού βίου και στην ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, η έκθεση κρατά επιφυλάξεις: παραμένει αβέβαιο αν και σε ποιο βαθμό η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αντισταθμίσει τις απώλειες εργατικού δυναμικού.

Η διαγενεακή διάσταση του Δημογραφικού

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη θέση των νεότερων γενεών, που καλούνται να σηκώσουν δυσανάλογο βάρος σε μια κοινωνία που γερνά. Τα ποσοστά φτώχειας στους νέους ενήλικες 25-29 ετών σχεδόν διπλασιάστηκαν διαχρονικά: από 11,2% για τη γενιά της δεκαετίας του 1960 σε 22,3% για τη γενιά του 1990.

Το 2024, σχεδόν οι μισοί νέοι 18-34 ετών στην ΕΕ εξακολουθούσαν να μένουν στο πατρικό τους, ενώ η ιδιοκατοίκηση στην ηλικιακή ομάδα 25-35 υποχώρησε κατά 16,3% μεταξύ 2007 και 2024.

Πρόκειται για τη γενιά που καλείται να εργαστεί περισσότερα χρόνια, με χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης συντάξεων και ακριβότερη στέγη—και ταυτόχρονα για τη γενιά που, όπως καταγράφει η έκθεση, αναβάλλει ή εγκαταλείπει την τεκνοποίηση. Η Επιτροπή εντάσσει αυτή την πραγματικότητα στη «διαγενεακή δικαιοσύνη», αναγνωρίζοντας ότι οι σημερινές αποφάσεις δεν πρέπει να μετακυλίουν το κόστος στους επόμενους.

Το επόμενο βήμα—και το κενό που παραμένει

Η Επιτροπή έχει ήδη προαναγγείλει ότι η αντιμετώπιση της δημογραφικής αλλαγής θα αποτελέσει στόχο των Εθνικών και Περιφερειακών Σχεδίων Εταιρικής Σχέσης στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034.

Στο συμπέρασμά της, η έκθεση διατυπώνει μια συγκρατημένα αισιόδοξη θέση: αν η δημογραφική μετάβαση τύχει ορθής διαχείρισης, μπορεί να αποφέρει οφέλη σε ευημερία, αλληλεγγύη και ανταγωνιστικότητα τα επόμενα χρόνια.

Κι όμως, η βασική διαπίστωση παραμένει πεισματικά ίδια. Η Ένωση διαθέτει πλέον εξαιρετική ικανότητα να παρακολουθεί, να μετρά και να μοντελοποιεί το Δημογραφικό μέχρι το τέλος του αιώνα, χωρίς όμως—όπως η ίδια παραδέχεται—να διαθέτει ένα εργαλείο που να μεταβάλει την υποκείμενη τάση. Περισσότερες μελέτες, λιγότερα παιδιά, μεγαλύτερη μακροζωία και μια ήπειρος που καλείται να προσαρμοστεί γρήγορα, δίκαια και αποτελεσματικά. Το Δημογραφικό δεν είναι απλώς ένα μελλοντικό σενάριο· είναι η νέα σταθερά πάνω στην οποία θα κριθούν οι πολιτικές επιλογές της Ευρώπης.

Προηγούμενο άρθρο
Επόμενο άρθρο »

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή