Δακρυγόνα σε νοσοκομείο της Τεχεράνης κατά τη διάρκεια των αιματηρών συγκρούσεων
Οι μαζικές διαδηλώσεις που συγκλονίζουν το Ιράν για περισσότερες από δέκα ημέρες δεν αντιμετωπίζονται από την ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας ως ένα ακόμη κύμα κοινωνικής δυσαρέσκειας. Συμπίπτουν χρονικά με ένα γεγονός που έχει προκαλέσει έντονο συναγερμό στην Τεχεράνη: την αιφνιδιαστική αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο, βασικού συμμάχου του Ιράν στη Λατινική Αμερική.
Ο συνδυασμός εσωτερικής αποσταθεροποίησης και αυξημένης εξωτερικής πίεσης έχει ενισχύσει τους φόβους του καθεστώτος του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ για ένα ενδεχόμενο «σενάριο Βενεζουέλας», με πληροφορίες να αναφέρουν ότι έχουν ήδη εξεταστεί ακόμη και σχέδια διαφυγής του ανώτατου ηγέτη στη Ρωσία, σε περίπτωση γενικευμένης εξέγερσης.
Η αφετηρία των κινητοποιήσεων ήταν καθαρά οικονομική. Στις 28 Δεκεμβρίου, καταστηματάρχες στο Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης κατέβηκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τη νέα κατάρρευση του ιρανικού ριάλ, το οποίο βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Ο πληθωρισμός, που αγγίζει το 40%, η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης και η έλλειψη βασικών αγαθών αποδίδονται από τους πολίτες στις διεθνείς κυρώσεις, την κακοδιαχείριση και τη χρόνια διαφθορά.
Μέσα σε λίγες ημέρες, στις διαδηλώσεις προστέθηκαν φοιτητές και εργαζόμενοι, με τις κινητοποιήσεις να επεκτείνονται σε 27 από τις 31 επαρχίες της χώρας. Τα αρχικά οικονομικά αιτήματα έδωσαν τη θέση τους σε ανοιχτά πολιτικά συνθήματα, όπως «Θάνατος στον δικτάτορα», τα οποία ακούστηκαν ακόμη και σε κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας.
Η αντίδραση του καθεστώτος ήταν άμεση και βίαιη. Σύμφωνα με οργανώσεις προάσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τουλάχιστον 36 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους στους δρόμους του Ιράν, ενώ πάνω από 2.000 διαδηλωτές έχουν συλληφθεί. Οι δυνάμεις ασφαλείας, με τη συμμετοχή των Φρουρών της Επανάστασης και των παραστρατιωτικών Basij, έκαναν εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων, πλαστικών σφαιρών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πραγματικών πυρών.
Ιδιαίτερη διεθνή κατακραυγή προκάλεσαν αναφορές από την επαρχία Ιλάμ, σύμφωνα με τις οποίες δυνάμεις ασφαλείας εισέβαλαν σε νοσοκομείο για να συλλάβουν τραυματισμένους διαδηλωτές, πρακτική που, κατά τη Διεθνή Αμνηστία, συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου.
Επισήμως, η Τεχεράνη αναγνωρίζει μόνο περιορισμένες απώλειες και κάνει λόγο για «ταραχοποιούς» και «ξένους υποκινητές». Ο ίδιος ο Αλί Χαμενεΐ δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα ακούσει όσους έχουν «νόμιμα αιτήματα», ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι δεν θα υπάρξει καμία ανοχή απέναντι σε όσους επιχειρούν, όπως είπε, να υπονομεύσουν το καθεστώς.
Το διεθνές περιβάλλον, ωστόσο, καθιστά την παρούσα κρίση διαφορετική από προηγούμενες. Η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο στο Καράκας από αμερικανικές δυνάμεις λειτούργησε ως σοκ για την ιρανική ηγεσία. Η Βενεζουέλα αποτελούσε στρατηγικό εταίρο του Ιράν στο δυτικό ημισφαίριο, με στενή συνεργασία σε ενεργειακό και γεωπολιτικό επίπεδο.
Οι εικόνες ενός ηγέτη που μέχρι πρόσφατα φαινόταν ακλόνητος να συλλαμβάνεται από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις αναζωπύρωσαν τους φόβους περί «αλλαγής καθεστώτος» και στην Τεχεράνη. Στο ίδιο κλίμα συνέβαλαν και οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι «έτοιμες να απαντήσουν» σε περίπτωση που οι ιρανικές Αρχές συνεχίσουν να σκοτώνουν διαδηλωτές.
Παράλληλα, το ιρανικό κράτος προχώρησε σε συλλήψεις με κατηγορίες κατασκοπείας, ενώ κρατικά μέσα ενημέρωσης κάνουν λόγο για δίκτυα της Μοσάντ που δρουν στο εσωτερικό της χώρας. Η πρόσφατη πολεμική σύγκρουση με το Ισραήλ, διάρκειας 12 ημερών, έχει ενισχύσει την καχυποψία της Τεχεράνης απέναντι σε κάθε ένδειξη ξένης εμπλοκής.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι, παρά τους αναπόφευκτους παραλληλισμούς με τη Βενεζουέλα, υπάρχουν κρίσιμες διαφορές. Το Ιράν διαθέτει ισχυρότερο κρατικό μηχανισμό, εκτεταμένο δίκτυο περιφερειακών συμμάχων και σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, ενώ μεγάλο μέρος της κοινωνίας εμφανίζεται εχθρικό σε οποιαδήποτε ξένη επέμβαση.
Ωστόσο, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια «τριπλή κρίση»: οικονομική κατάρρευση, βαθιά κρίση πολιτικής νομιμοποίησης και αυξανόμενη εξωτερική πίεση. Για την ώρα, η επιλογή της ηγεσίας είναι η σκλήρυνση της καταστολής και η απόρριψη του διαλόγου. Το κατά πόσο αυτή η στρατηγική θα αποτρέψει ή θα επιταχύνει μια ευρύτερη αποσταθεροποίηση παραμένει το κρισιμότερο και πιο επικίνδυνο ερώτημα για το μέλλον της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης