ΣτΕ: «Όχι» στην επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους
- Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε συνταγματική τη μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους.
- Το δικαστήριο απέρριψε την επίκληση της Οδηγίας 2022/2041, τονίζοντας ότι το ενωσιακό δίκαιο δεν θεμελιώνει αξίωση για επαναφορά των «δώρων».
- Η απόφαση δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και δημοσιονομικής σταθερότητας, καθώς και λόγω του ιδιαίτερου καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων.
Η υπόθεση εξετάστηκε στο πλαίσιο πρότυπης δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, διαδικασία που χρησιμοποιείται όταν ανακύπτουν ζητήματα ευρύτερου ενδιαφέροντος, τα οποία αφορούν μεγάλο αριθμό προσώπων. Η αγωγή είχε ασκηθεί από δημόσιο υπάλληλο στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, με παρέμβαση της ΑΔΕΔΥ υπέρ του ενάγοντος. Ο ενάγων ζητούσε ουσιαστικά την καταβολή ποσού που αντιστοιχεί σε δύο επιπλέον βασικούς μισθούς ανά έτος, υποστηρίζοντας ότι ο νομοθέτης όφειλε να επαναφέρει τα επιδόματα για την περίοδο 1.1.2023 έως 31.12.2024.
Τι ακριβώς κρίθηκε
Κεντρικό σημείο της απόφασης είναι ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας δεν συνιστά «αντισυνταγματική παράλειψη» του νομοθέτη. Με απλά λόγια, το ΣτΕ δεν διαπιστώνει ότι υπάρχει συνταγματική υποχρέωση να επανέλθουν τα δώρα, ούτε ότι υφίσταται παραβίαση κανόνων της ΕΕ που θα επέβαλλε διαφορετικό αποτέλεσμα.
Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο αναγνωρίζει πως το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται σε κενό: συνδέεται άμεσα με το μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, τη συνολική δημοσιονομική πολιτική και το ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης. Γι’ αυτό και η κρίση του ΣτΕ εδράζεται σε δύο βασικούς άξονες: (α) το κατά πόσο η Οδηγία 2022/2041 και το ενωσιακό δίκαιο γενικότερα μπορούν να θεμελιώσουν αξίωση, και (β) το κατά πόσο η μη επαναφορά των δώρων είναι συνταγματικά ανεκτή υπό το πρίσμα του δημοσίου συμφέροντος και της δημοσιονομικής σταθερότητας.
Η επίκληση της Οδηγίας 2022/2041 και τα όρια του ευρωπαϊκού δικαίου
Ο ενάγων, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι υπήρξε μη μεταφορά ή πλημμελής μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ΣτΕ, ακολουθώντας πάγια νομολογία του ίδιου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), διευκρίνισε πρώτα ένα κρίσιμο χρονικό όριο: μια οδηγία μπορεί να προβληθεί κατ’ αρχήν μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο. Εδώ, η προθεσμία έληγε στις 15 Νοεμβρίου 2024. Άρα, για το μεγαλύτερο μέρος της επίδικης περιόδου (2023 – έως 15.11.2024) η επίκληση της Οδηγίας δεν μπορούσε, κατά τη λογική του Δικαστηρίου, να στηρίξει αξίωση.
Ωστόσο, το ΣτΕ δεν έμεινε μόνο στο τυπικό μέρος. Εξέτασε και την ουσία του επιχειρήματος για το διάστημα μετά τις 15.11.2024, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του ΔΕΕ της 11ης Νοεμβρίου 2025 (υπόθεση C-19/23). Εκεί, το ΔΕΕ έκρινε ότι η «επάρκεια του κατώτατου μισθού» δεν αποτελεί έννοια που μπορεί να ρυθμιστεί αυτοτελώς από το ευρωπαϊκό δίκαιο και ότι η ρύθμιση των αποδοχών των εργαζομένων, όπως και ο καθορισμός του κατώτατου μισθού, παραμένει στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών.
Μάλιστα, το ΔΕΕ ακύρωσε διάταξη της Οδηγίας που υποχρέωνε τα κράτη-μέλη να ενσωματώνουν συγκεκριμένα κριτήρια στον καθορισμό των κατώτατων μισθών (όπως αγοραστική δύναμη, κόστος διαβίωσης, γενικό επίπεδο μισθών, ρυθμούς αύξησης και παραγωγικότητα). Σε αυτή τη βάση, το ΣτΕ κατέληξε ότι η Οδηγία δεν προσέφερε στον ενάγοντα δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο, ικανό να στηρίξει αξίωση για την καταβολή των επιδομάτων.
Επιπλέον, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ούτε το άρθρο 31 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ μπορεί να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου σε ζητήματα «αμοιβών», όταν αυτά παραμένουν στον πυρήνα της εθνικής αρμοδιότητας.
Το δημοσιονομικό σκεπτικό: δημόσιο συμφέρον και «οριακός» δικαστικός έλεγχος
Στη συνέχεια, η Ολομέλεια εξέτασε αν η μη επαναφορά των δώρων συνιστά αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη. Εδώ, ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε σε στοιχεία για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το 2018, στις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το αναθεωρημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, καθώς και σε δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με το όριο της φτώχειας.
Παράλληλα, αξιολογήθηκε η εξέλιξη του μισθολογικού καθεστώτος μετά τον ν. 4354/2015 και οι μεταγενέστερες παρεμβάσεις (μεταξύ άλλων, οι νόμοι 5045/2023 και 5163/2024). Το ΣτΕ αντιμετώπισε αυτές τις ρυθμίσεις ως μέρος ενός ευρύτερου μίγματος πολιτικών, οι οποίες ιεραρχούνται και αποτιμώνται στο πλαίσιο των Μεσοπρόθεσμων Πλαισίων Δημοσιονομικής Στρατηγικής, με τον δικαστικό έλεγχο να είναι «οριακός»—δηλαδή να μην υποκαθιστά τη δημοσιονομική επιλογή του νομοθέτη, εκτός αν αυτή υπερβαίνει πρόδηλα τα επιτρεπτά όρια.
Καθοριστικό στοιχείο υπήρξε η εκτίμηση για τη μόνιμη πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση που θα συνεπαγόταν η οριζόντια χορήγηση δύο επιπλέον βασικών μισθών ετησίως στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό τα δεδομένα αυτά, η επιλογή μη επαναφοράς των επιδομάτων δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται με τη δημοσιονομική ευστάθεια. Ταυτόχρονα, έκρινε ότι δεν προέκυψε πως η μη χορήγηση των δώρων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων.
Η αρχή της ισότητας και η σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα
Το ΣτΕ απέρριψε και το επιχείρημα ότι παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας ή η απαγόρευση διακρίσεων σε σχέση με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Η βασική αιτιολογία είναι ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι διέπονται από ιδιαίτερο συνταγματικό και υπηρεσιακό καθεστώς (Σύνταγμα, Υπαλληλικός Κώδικας), άρα δεν τελούν υπό ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες με τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο στάθμισε ως διαφοροποιητικό στοιχείο τις άμεσες και δυνητικά σημαντικές συνέπειες που έχει η διάρθρωση των αμοιβών στο Δημόσιο για τη δημοσιονομική κατάσταση της Γενικής Κυβέρνησης.
Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι στο συγκεκριμένο σκέλος υπήρξε μειοψηφία έξι μελών της Ολομέλειας, τα οποία διατύπωσαν διαφορετική άποψη ως προς το ζήτημα της ισότητας.
Τι σημαίνει πρακτικά η απόφαση 1201/2026
Με την απόφαση 1201/2026, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιβεβαιώνει ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους δεν αντίκειται ούτε στο Σύνταγμα ούτε στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μήνυμα της απόφασης είναι διπλό: αφενός, το ενωσιακό δίκαιο—τουλάχιστον όπως ερμηνεύεται μετά την απόφαση C-19/23—δεν παρέχει «έτοιμο» και συγκεκριμένο δικαίωμα που να οδηγεί σε επαναφορά των δώρων· αφετέρου, σε ζητήματα μισθολογικής και δημοσιονομικής πολιτικής ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης, ιδίως όταν τεκμηριώνεται λόγος δημοσίου συμφέροντος, όπως η δημοσιονομική σταθερότητα.
Σχετικά Άρθρα
19/08/2026 - 15:50
19/08/2026 - 14:50
Δείτε επίσης