Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2026

Οι νυχτερινοί «φύλακες» του θεσσαλικού κάμπου: Οι κουκουβάγιες Τυτώ απέναντι σε εκατομμύρια τρωκτικά

Την επέκταση ενός δικτύου τεχνητών φωλιών, που εκτιμάται ότι μπορεί να συμβάλλει στη φυσική απομάκρυνση 1,2 έως 2,3 εκατομμυρίων τρωκτικών τον χρόνο από τη θεσσαλική ύπαιθρο, επιδιώκουν οι επιστήμονες του προγράμματος για την κουκουβάγια Τυτώ. Η τριετής συνεργασία με την Περιφέρεια Θεσσαλίας και εννέα δήμους ολοκληρώθηκε στις αρχές Σεπτεμβρίου, αφήνοντας πίσω της 287 τεχνητές φωλιές. Το επόμενο ζητούμενο είναι η χρηματοδότηση για τη συντήρηση, την παρακολούθηση και την επέκταση του δικτύου, με νέες φωλιές ακόμη και μέσα στα χωράφια που αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Πρωταγωνιστής αυτής της προσπάθειας είναι ένα νυκτόβιο αρπακτικό που ζούσε ήδη στον κάμπο. Η Τυτώ, η κουκουβάγια που βρίσκει καταφύγιο σε παλιές αποθήκες και στέγες αγροτικών κτιρίων, γίνεται πολύτιμος σύμμαχος των παραγωγών, ακολουθώντας απλώς τον φυσικό τρόπο ζωής της: κυνηγώντας τρωκτικά.

«Αυτός είναι ο φυσικός μας φίλος, ο καλύτερός μας συνεργάτης σε ό,τι αφορά τις καλλιέργειες», ανέφερε στην ΕΡΤ Βόλου και στην εκπομπή «Με το βλέμμα στην πόλη» ο Βασίλειος Μποντζώρλος επιστημονικός υπεύθυνος των προγραμμάτων της ΑΜΚΕ «Τυτώ».

Μια φωλιά, χιλιάδες λιγότερα ποντίκια

Σύμφωνα με τον ίδιο, ένα άτομο Τυτώ μπορεί να καταναλώσει από 2.000 έως 4.000 ποντίκια μέσα σε έναν χρόνο. Πάνω σε αυτή την εκτίμηση και στις καταγραφές των πουλιών στηρίζεται ο υπολογισμός για τη δυνατότητα του δικτύου να περιορίζει κάθε χρόνο εκατομμύρια τρωκτικά. Πρόκειται για εκτίμηση της συμβολής του φυσικού θηρευτή και όχι για καταμέτρηση ισάριθμων ποντικιών που απομακρύνθηκαν.

Οι επιστήμονες δεν επιχειρούν να εισαγάγουν ένα ξένο είδος στο περιβάλλον. Δημιουργούν κατάλληλες συνθήκες ώστε ο υπάρχων πληθυσμός να βρει ασφαλείς θέσεις φωλιάσματος και αναπαραγωγής, κοντά στις αγροτικές εκτάσεις.

Από τις 287 τεχνητές φωλιές, οι 177 έχουν χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον μία φορά, ποσοστό περίπου 62%. Σε 158 καταγράφηκε παρουσία πουλιών, ενώ σε περίπου 60 διαπιστώθηκε αναπαραγωγή. Για το 2026, ο κ. Μποντζόγλου ανέφερε καταγραφές 351 αυγών ή μικρών και περίπου 587 ατόμων Τυτώ.

Ο πρώτος στόχος, να αποδεχθούν δηλαδή τα πουλιά τις τεχνητές φωλιές, επιτεύχθηκε. Όπως το έθεσε ο ίδιος: «Αυτό πέτυχε με το παραπάνω».

Το Κιλελέρ ως αναπαραγωγικός πυρήνας

Η εικόνα διαφέρει από περιοχή σε περιοχή, αλλά, σύμφωνα με τον επιστημονικό υπεύθυνο, η εξέλιξη του δικτύου είναι θετική.

Στο Κιλελέρ εντοπίζεται ένας από τους βασικούς αναπαραγωγικούς πυρήνες του προγράμματος, με 30 αναπαραγωγικές φωλιές και περίπου 173 αυγά. Στους Σοφάδες χρησιμοποιήθηκε το σύνολο των τοποθετημένων φωλιών, ενώ στις μισές καταγράφηκε αναπαραγωγή.

Πρόοδος σημειώθηκε και στα Τέμπη, στην Ελασσόνα και στον Τύρναβο, περιοχές όπου το ανάγλυφο και τα μεγαλύτερα υψόμετρα κάνουν την εφαρμογή πιο απαιτητική. Στη Μαγνησία, το πρόγραμμα περιλαμβάνει τον Δήμο Ρήγα Φεραίου, συνδέοντας την προστασία της αγροτικής παραγωγής με την ενίσχυση ενός φυσικού πληθυσμού της περιοχής.

Από τις παλιές αποθήκες στην καρδιά των χωραφιών

Η τοποθέτηση μιας φωλιάς δεν είναι υπόθεση τύχης. Προηγείται η γνώση του τόπου και των συνηθειών του πουλιού.

Οι ερευνητές ξεκίνησαν από σημεία όπου γνώριζαν ότι υπήρχαν ήδη Τυτώ: παλιά αγροτικά κτίρια, αποθήκες, σιλό και στέγες. Εκεί, κοντά στα γνώριμα καταφύγια, τοποθέτησαν τις πρώτες τεχνητές φωλιές, αυξάνοντας τις πιθανότητες να τις επιλέξουν τα πουλιά μόνα τους.

Στη συνέχεια, το δίκτυο απλώθηκε γύρω από αυτούς τους αρχικούς πυρήνες, ώστε να υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις και για τα νεαρά πουλιά. Το επόμενο βήμα είναι πιο στοχευμένο: φωλιές πάνω σε στύλους, μέσα στις καλλιέργειες όπου οι επιστήμονες έχουν εντοπίσει έντονο πρόβλημα τρωκτικών.

«Να φέρουμε ακριβώς εκεί που είναι το πρόβλημα τη φωλιά», εξήγησε ο κ. Μποντζόγλου. Η επιδίωξη είναι ο φυσικός θηρευτής να βρίσκεται όσο γίνεται πιο κοντά στο σημείο όπου τον χρειάζεται ο παραγωγός.

Ένα μεγάλο αποτέλεσμα σε μικρό ακόμη μέρος του κάμπου

Παρά τα ενθαρρυντικά στοιχεία, ο ίδιος απέφυγε να παρουσιάσει το πρόγραμμα ως οριστική λύση. Τα τρωκτικά στη Θεσσαλία, όπως ανέφερε, αριθμούν δεκάδες εκατομμύρια και συνεχίζουν να αναπαράγονται.

Η Τυτώ κυνηγά συνήθως σε ακτίνα περίπου 500 μέτρων από τη φωλιά της όταν βρίσκει επαρκή τροφή, ενώ μπορεί να κινηθεί και σε μεγαλύτερη απόσταση. Με βάση αυτές τις ακτίνες, ο επιστημονικός υπεύθυνος υπολόγισε ότι το υφιστάμενο δίκτυο καλύπτει περίπου το 5% της έκτασης αναφοράς του προγράμματος, ποσοστό που μπορεί να φθάνει στο 18% όταν η ακτίνα κυνηγιού διευρύνεται στο ένα χιλιόμετρο.

«Έχουμε ακόμα πολύ δρόμο», υπογράμμισε. Η συνέχεια προϋποθέτει περισσότερες φωλιές, συστηματική καταγραφή και ενεργή συμμετοχή των ανθρώπων της υπαίθρου.

Η ιδέα που επέστρεψε στη Θεσσαλία

Πίσω από το εγχείρημα βρίσκονται χρόνια μελέτης της οικολογίας και της βιολογίας της Τυτώ, αλλά και επαφές με επιστήμονες άλλων χωρών. Ο κ. Μποντζόγλου περιέγραψε πώς αντίστοιχες εφαρμογές στη Μέση Ανατολή, στην Κύπρο και στους αμπελώνες της Καλιφόρνιας έδωσαν το έναυσμα για τη μεταφορά της τεχνογνωσίας στον θεσσαλικό κάμπο.

Για τον ίδιο, η επιστημονική αναζήτηση συναντήθηκε με την προσωπική σχέση με τον τόπο.

«Επειδή είμαι Θεσσαλός, μεγάλωσα στη Λάρισα», ανέφερε, εξηγώντας ότι η ομάδα σκέφτηκε πως είχε έρθει η ώρα να αξιοποιήσει αυτή τη γνώση στην πατρίδα της.

Σήμερα επιδιώκει τη συνέχιση της προσπάθειας για μία ακόμη τετραετία. Οι φωλιές χρειάζονται συντήρηση, οι πληθυσμοί παρακολούθηση και τα δεδομένα αξιολόγηση. Παράλληλα, οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι μπορούν, μέσα από ενημέρωση και συνεργασία, να συμβάλουν στην επιτυχία του δικτύου.

«Η φύση έχει τη λύση»

Ο κ. Μποντζόγλου στάθηκε και στα όρια της χημικής καταπολέμησης, επισημαίνοντας ότι η ανθεκτικότητα των τρωκτικών δυσκολεύει την αντιμετώπισή τους. Απέναντι στο κόστος και στην περιβαλλοντική επιβάρυνση, περιέγραψε την ενίσχυση των φυσικών θηρευτών ως δρόμο αποκατάστασης της οικολογικής ισορροπίας.

Η μέθοδος, ωστόσο, δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο παντού. Η Τυτώ προτιμά ανοιχτές αγροτικές εκτάσεις και χαμηλά υψόμετρα. Ο πυκνός αστικός ιστός, η φωτορύπανση και η κυκλοφορία δυσκολεύουν την παρουσία και το κυνήγι της.

Στον κάμπο, όμως, μια κατάλληλη φωλιά μπορεί να γίνει η αφετηρία μιας διαφορετικής σχέσης ανάμεσα στον παραγωγό και στο φυσικό περιβάλλον.

«Η φύση έχει τη λύση, απλά αργεί να τη δώσει γιατί έχουμε απομακρυνθεί», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Μποντζόγλου. Η προσπάθεια της ομάδας είναι να ξαναχτίσει αυτή τη σύνδεση, φωλιά τη φωλιά.

 

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή