ΟΓιάννης Καφάτος έχει ζήσει τη δημοσιογραφία των ιδιωτικών καναλιών από την πρώτη κιόλας μέρα. Κάθε συνάντηση μαζί του μπορεί να γεννήσει αμέτρητες ιστορίες από τα παρασκήνια τηλεοπτικών εκπομπών. Η Νανά Δούκα,ο Κώστας Σγόντζος, ο Δημήτρης Αυγέρος, ακόμα και ο Βλάσης Μπονάτσος, έχουν πρωταγωνιστήσει σε συζητήσεις μας στο παρελθόν, αλλά αυτή τη φορά το κεντρικό θέμα ήταν διαφορετικό.
Η «Μαίρη Πολύβουα» το νέο βιβλιό του Γιάννη Καφάτου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κύφαντα, είναι η αφορμή για να μιλήσουμε για ιστορίες που συμβαίνουν στο κέντρο της πόλης, για πρόσωπα μυθικά ή και όχι τόσο, ακόμα και για συναντήσεις ροκ σταρ, που συμβαίνουν στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Σε μια μέρα βροχερή, στο Κουκάκι, το μαγνητόφωνο αρχίζει να γράφει.
Πώς έγινες δημοσιογράφος;
«Δημοσιογράφος έγινα γιατί δεν μπόρεσα να γίνω φωτορεπόρτερ! Όταν ήμουν 16-17 ετών έψαχνα δουλειά σαν φωτορεπόρτερ, είχα δει προηγουμένως την ταινία του Νικ Νόλτε «Αποστολή Στη Νικαράγουα» και είχα αποφασίσει ότι αυτό θέλω να κάνω. Φωτογράφιζα, εμφάνιζα φιλμ, ήταν κάτι που αγαπούσα πάρα πολύ. Το προσπάθησα, αλλά δεν τα κατάφερα να βρώ δουλειά. Μου έλεγαν ότι ήμουν μικρός, μέσα σε άλλα, με ρώταγαν «τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου» και όταν τους έλεγα ότι δουλεύει στο λιμάνι αυτό μάλλον δεν τους άρεσε τόσο.
Μετά όταν ξεκίνησα στο Πολιτικό της Νομικής, είχα αναλάβει μια εργασία και έπρεπε να μιλήσω με κάποιους δημοσιογράφους. Είχα πάει θυμάμαι, στο ραδιόφωνο του ΑΝΤ1 να βρώ Τέρενς Κουίκ και λοιπούς, την εποχή που στηνόταν και ο τηλεοπτικος σταθμός με το ίδιο όνομα. Έκανα ένα ραντεβού με κάποιους ανθρώπους και κάπως έτσι, ξεκίνησε η διαδρομή μου στη δημοσιογραφία».
(Αποστολή στη Νικαράγουα δεν πήγε, αλλά βρέθηκε στην Γιάρο. Κι αυτό είναι πιο σημαντικό)
Η τηλεόραση πάντα μου άρεσε, έχω αναμνήσεις τηλεόρασης από τότε που ήμουν πέντε ετών. Τελικά, η τηλεόραση έγινε ένα μέσο που αγάπησα, αλλά νόμιζω πως με αγάπησε πιο πολύ αυτή, εντάξει, με το δικό της τρόπο.
«Ξεκίνησα λοιπόν το 1989, όταν η ιδιωτική τηλεόραση ήταν ακόμα νεογέννητη, στον ΑΝΤ1. Έκανα νυχτερινό ρεπορτάζ, πρωινό, Πειραϊκό ρεπορτάζ, Άμυνας για λίγο, όλων των ειδών, αλλά κυρίως ελεύθερο».
(σύντομο διάλειμμα για να θυμηθούμε την ιστορία της απεργίας της απεργίας της ΕΑΣ – προγόνου του σημερινού ΟΑΣΑ – που κάλυψε ως δημοσιογράφος ο Καφάτος για τον ΑΝΤ1)
«Και μετά πήγα στον παλιό ΣΚΑΙ (το κανάλι που γεννήθηκε ως «ΣΚΑΙ» το 1993 και τα τελευταία 25 χρόνια γνωρίζουμε ως ALPHA). Κι εκεί έκανα ελεύθερο ρεπορτάζ, αλλά σύντομα μπήκα και στις επιτελικές θέσεις της δημοσιογραφίας. Έκανα αρχισυνταξία, στην πρωινή ζώνη αρχικά, αυτή που τότε ξεκινούσε στις 05:45. Μετά, μαζί με τη Νανά Δούκα κάναμε εκπομπές όπως το «Πυρ Γυνή και Θάλασσα» και στο ενδιάμεσο το «Από Σπόντα», μια νεανική εκπομπή με τον Δημήτρη Αυγέρο και τη Μαρία Νικόλτσιου».
(επεισόδιο του «Από Σπόντα» με καλεσμένη τη Ροζίτα Σώκου και τον ίδιο τον Γιάννη Καφάτο)
(η θρυλική εκπομπή, με την εμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα ως φοιτητή-συνδικαλιστή)
«Γενικώς κάναμε πολύ ωραία πράγματα τότε στο ΣΚΑΙ και τότε είχα και την ευκαιρία να αφήσω λίγο την καθαρά δημοσιογραφική δουλειά και να δουλέψω και στο πρόγραμμα. Έκανα δηλαδή προγραμματισμό εκπομπών, αγορά προγράμματος, σχεδιασμό εκπομπών και λίγο μυθοπλασία. Είχαμε κάνει λίγα πράγματα, θυμάμαι κυρίως τον Ιούδα που φιλούσε υπέροχα».
(τα ντοκουμέντα δεν έχουν σταματημό, ο Καφάτος έχει συναντήσει τον Άντριου Ντόναλτς, ερμηνευτή του mega-90s hit “Michele” και του έχει κάνει συνέντευξη στα σκαλιά του δισκάδικου Metropolis)
«Μετά το μέσο έγινε ALPHA, μετά πήγα στον ALTER ως υπεύθυνος προγράμματος, τυχερός μέσα στην ατυχία μου που απολύθηκα από τους πρώτους, όταν ήρθε ο Γιαννίκος και αργότερα τα διέλυσε όλα» (παίρνει ανάσα, έχει κι άλλα να μας πει).
Επόμενη στάση ήταν η ΕΡΤ, στην εποχή του πολέμου του Ιρακ, όταν η κρατική τηλεόραση είχε μπει στο χάρτη και γινόταν χαμός από αποστολές. Ακολούθησε το ΜEGA, πρωινή ζώνη έκανα κι εκεί (σημείωση: αρχισυνταξία στην εκπομπή Καμπουράκη-Οικονομέα). Το κλείσαμε κι αυτό (γελάει).
(οπτικό ντοκουμέντο από το 2018, όταν οι εργαζόμενοι στο Mega Channel αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα με την καταβολή των δεδουλευμένων τους. Φήμες λένε πως το κανάλι θα κλείσει. Δεν ήταν φήμες τελικά.)
«Στη συνέχεια OPEN, με Μπέττυ Μαγγίρα, Μάριον Μιχελιδάκη και άλλες όμορφες συνεργασίες και Attica TV, που το κλείσαμε και αυτό, πώπω δύο κανάλια (γελάει. Τώρα είμαι στο Kontra, κάνω τη βραδινή εκπομπή με τη Λουκία Γκάτσου και το Spotlight. Παράλληλα, πολύ ραδιόφωνο, ενημερωτικό και Rock FM»
Η μουσική έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή σου
«Η μουσική πάντα ήταν η σανίδα σωτηρία, πάνω στην οποία ευτυχώς χωράμε όλοι πάνω, δεν είναι σαν τις βάρκες του Τιτανικού. Μας σώζει, μας φέρνει ανθρώπους στη ζωές μας και για μένα είναι πάρα πολύ σημαντική, ναι».
(όταν μπήκε μέσα στη σέλφι του Moby με το ελληνικό κοινό, στο Release Festival!)
Πες μου για τον Skyrock FM
«Ναι πέρασα κι από τον Skyrock, που ήταν ένας μουσικός σταθμός πόλης, τον οποίο είχαμε φτιάξει μαζί με τον αλησμόνητο Κώστα Σγόντζο, τη Νανά Παλαιτσάκη, τον Δημήτρη τον Σούλτα, τον Άρη Σαλβάνο, τον Γιώργο Αποστόλου, την Ελένη Σκοπη, τον Γιώργο Τσιρτσώνη, τον Γιάννη Σεμιτέκολο, τον Γιάννη Λεουνάκη. Από εκεί ξεκίνησε η Κατερίνα Ζαρίφη, μαθήτρια τότε στο ΙΕΚ ΑΚΜΗ που ήταν ο ιδιοκτήτης του σταθμού. Είχαμε πάρει το ενημερωτικό κομμάτι του σταθμού θυμάμαι, προσπαθούσαμε να ενημερώνουμε τον κόσμο για όσα συμβαίνουν γύρω του, όχι μόνο να λέμε τι καιρό θα κάνει σήμερα και τους χορηγούς της εκπομπής όπως κάνουν σήμερα στο ραδιόφωνο».
«Αυτά έχω κάνει πάνω-κάτω στα χρόνια που είμαι στη δημοσιογραφία. Όταν κατάλαβα ότι με τη δημοσιογραφία δυστυχώς, δεν μπορώ να σώσω τον κόσμο, είπα να καλύψω ό,τι περιέργεια έχω και να γνωρίσω ξεχωριστούς ανθρώπους».
Και το βιβλίο που έγραψες ποιά ανάγκη σου καλύπτει τελικά;
«Κοίτα, εγώ όλα αυτά τα χρόνια, στο περίθώριο όσων έκανα στη δουλειά, έγραφα. Συγκέντρωσα κάποιες δουλειές, συμμετείχα και σε κάποιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και σε δύο εξ’ αυτών, κέρδισα. Αποφάσισα κάποια στιγμή πως αυτά τα γραπτά δεν πρέπει να μείνουν άλλο στο συρτάρι, πρέπει να βγουν μπροστά. Και άρχισα να στέλνω τα κείμενα μου υπό τη μορφή ενός ολοκληρωμένου τόμου διηγημάτων, σε εκδοτικούς οίκους. Οι εκδόσεις Κύφαντα επέλεξαν τη Μαίρη Πολύβουα, ως μια συλλογή διηγημάτων και την εξέδωσαν. Πρόκειται για μια σειρά ιστοριών που πρωταγωνιστεί η πόλη και οι άνθρωποι της. Η μουσική παίζει κάποιο ρόλο, αρκετά σημαντικό σε δύο από αυτά. Στο ένα, θα διαβάσετε έναν φανταστικό διάλογο μεταξύ της Πάτι Σμιθ και του Μπομπ Ντύλαν, όπου κάτι παράξενο, μια ανατροπή συμβαίνει στο τέλος. Δεν θα σποϊλάρω! (γελάει)».
«Στις υπόλοιπες ιστορίες πρωταγωνιστούν άνθρωποι που υποφέρουν, λόγω προβλημάτων που τους προκαλεί ο εαυτός τους, ή οι συνθήκες γύρω τους. Εντάξει, πάντα ο εαυτός μας είναι ένας παράγοντας που μας κάνει να μπλέκουμε σε διάφορους κυκεώνες….Εκεί μέσα, μπαίνει η Μαίρη Πολύβουα, είναι μια γυναίκα πολύ προχωρημένη, που έχει πληρώσει το τίμημα των επιλογών της και μετά από πολλά χρόνια ξαναβρίσκει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Κάπου εδώ θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ιωάννα Πετρίδου, τη συνεργάτιδα των εκδόσεων Κύφαντα, που διάλεξε το βιβλίο μου. Πήρα το μέηλ της σε μια πολύ δύσκολη μέρα, όταν είχε πεθάνει ο σκύλος μου, μετά από 13 χρόνια.Έτσι λοιπόν, από το Σεπτέμβριο, άρχισε να κυκλοφορεί η «Μαίρη Πολύβουα».
Σε έχει εμπνεύσει η δημοσιογραφία στη μυθοπλασία;
Κοίτα, μια δουλεία όπως αυτή που δεν έχει ποτέ ωράριο, δεν γίνεται να μη σε εμπνεύσει να γράψεις. Αλλά νομίζω ότι αυτό που με βοήθησε περισσότερο, είναι ότι μου αρέσει να παρατηρώ τους ανθρώπους και τον κόσμο γύρω μου. Δεν ξέρω σε τι ποσοστό επιδρά στο κείμενο μου αυτό. Ξέρω ότι είχα το θράσος, θάρρος, όπως θέλεις πέσ’το και τα έστειλα. Έχει φύγει πια από μένα η «Μαίρη Πολύβουα», ανήκει στον κάθε αναγνώστη, σε ‘σένα, σε όποιον θελήσει να διαβάσει τις ιστορίες μου.
Θα μου επιτρέψεις να γυρίσω πίσω στη δημοσιογραφία, για μια ακόμα ερώτηση. Πόσο διαφορετικό είναι το να κάνεις τηλεοπτική αρχισυνταξία σήμερα, σε σχέση με «ρομαντικές» εποχές, όπως τα 90ς;
«Δεν έχει αλλάξει μόνο η αρχσυνταξία, αλλά η δημοσιογραφία συνολικά. Παλιά ήμουν πολύ περήφανος να λέω ότι είμαι δημοσιογράφος, τώρα ενίοτε το αποφεύγω. Τα πράγματα στη δουλειά μας δεν πάνε προς το καλύτερο. Υπάρχουν πολλοί δημοσιογράφοι, αλλά λυπάμαι που θα το πώ, δεν κάνουμε όλοι την ίδια δουλειά. Υπάρχουν όμως και πολλοί δημοσιογράφοι οι οποίοι σε πολύ δύσκολες συνθήκες, με πολύ αυστηρό πλαίσιο ελέγχου, καταφέρνουν και περνάνε πράγματα, κάνουν σωστά τη δουλειά τους».
Έχει αλλάξει όμως και ο κόσμος. Ο κόσμος δεν θα κάτσει – μάλλον – να διαβάσει τη συνέντευξη που σου δίνω. Διαβάζει ένα τίτλο και «γειά σας».Βλέπει από ένα βίντεο 15 δευτερολέπτων, τα πέντε. Δεν ξέρω καν αν διαβάζει όλους τους τίτλους πια. Νομίζω ότι η δημοσιογραφία για να αντέξει, πρέπει κάτι να αλλάξει στον πυρήνα της.
«Όταν είχαμε ξεκινήσει στον ΑΝΤ1, είχε φέρει θυμάμαι ο Μίνωας Κυριακού, κάποιους δημοσιογράφους από κανάλια της Αμερικής και μας έκαναν σεμινάρια. Μας έλεγαν θυμάμαι, ότι η δημοσιογραφία γίνεται από ανθρώπους, με ανθρώπους, για ανθρώπους. Ο δημοσιογράφος οφείλει να είναι η φωνή των πολιτών, όχι αυτό που μάθαμε ως όρο στον πόλεμο του Κουβέιτ “embedded journalist”. (ενσωματωμένος στις μονάδες του κράτους). Αν είσαι ενσωματωμένος σε ένα σύστημα εξουσίας, ξεχνάς ότι κάνεις δημοσιογραφία για να δώσεις φωνή στον κόσμο. Πολλές φορές βλέπω τους φίλους μου τους φωτορεπόρτερ και τους λέω «είστε τα μάτια μας, να προσέχετε γιατί η αστυνομία είτε λόγω υπερβάλλοντος ζήλου είτε λόγω άνωθεν εντολών, σας βάζει στο μάτι». Όπως λοιπόν οι φωτορεπόρτερ, είναι τα μάτια μας, τόσο οι δημοσιογράφοι είναι η φωνή του πολίτη. Πάντα θα υπάρχει και το lifestyle, ok, αλλά επιβάλεται να επιβιώσει και η δημοσιογραφία που δίνει φωνή στον κόσμο».
Κλείνοντας, θέλω να μου δώσεις ένα πρόσωπο των media που έχεις σε μεγάλη εκτίμηση, από όλα αυτα τα χρόνια που βρίσκεσαι στο χώρο
«Ένας από τους καλύτερους συνεργάτες που είχα ως παρουσιαστή, ήταν ο Νίκος Κακαουνάκης. Ο οποίος, πίσω από τις κάμερες ήταν απίστευτος δουλευταράς, δίκαιος, ζητούσε συγνώμη, αρκετά ισχυρογνώμον, αλλά αναγνώριζε και τη δουλειά όλων των συνεργατών του. Ήταν μια σπουδαία εμπειρία για μένα η συνεργασία μας».
Αναζητήστε την «Μαίρη Πολύβουα», σε κάθε βιβλιοπωλείο από τις εκδόσεις Κυφαντά, αλλά κατά προτίμηση σε κάποιο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας.