Ανήλικη παραβατικότητα: Ένα πολυπαραγοντικό κοινωνικό φαινόμενο που δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για απάθεια
Η ανήλικη παραβατικότητα επανέρχεται συνεχώς με ένταση στη δημόσια συζήτηση, συχνά μέσα από σοβαρά περιστατικά που προκαλούν ανησυχία. Πίσω όμως από την εικόνα της έκρηξης της νεανικής βίας, κρύβεται ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο με βαθιές ρίζες στις κοινωνικές ανισότητες, τις οικογενειακές δυσλειτουργίες, τις θεσμικές αστοχίες αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία επιλέγει να ερμηνεύσει και να διαχειριστεί τις συμπεριφορές των παιδιών. Οι ειδικοί συμφωνούν ότι πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα το οποίο δεν επιδέχεται απλουστευτικές ερμηνείες ούτε εύκολες λύσεις.
Η καθηγήτρια Εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και Επικεφαλής της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την Εθνική Στρατηγική Πρόληψης της Βίας κατά των Παιδιών και Αντιμετώπισης της Παραβατικότητας Ανηλίκων, Βασιλική Αρτινοπούλου, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, επισημαίνει πως «το φαινόμενο της βίας και της παραβατικότητας ανηλίκων αποτελεί ένα κοινωνικό και πολυπαραγοντικό και διαχρονικό ζήτημα άρρηκτα συνδεδεμένο με τις κοινωνικές δομές, τις πολιτισμικές αντιλήψεις και τον τρόπο με τον οποίο το ποινικό και εξωποινικό σύστημα μεταχειρίζεται τόσο τα ανήλικα θύματα όσο και τους ανήλικους δράστες». Τα περιστατικά ανήλικης βίας «υπήρχαν πάντοτε και θα συνεχίσουν να υπάρχουν ωστόσο σήμερα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις συνθήκες ευαλωτότητας των παιδιών και στην επίδραση αλλεπάλληλων κρίσεων -οικονομικών, υγειονομικών και κοινωνικών- που δοκιμάζουν τη συνοχή της κοινωνίας. Το πολυσύνθετο τού ζητήματος, δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για απάθεια ή υποβάθμιση του προβλήματαος», τονίζει η καθηγήτρια Εγκληματολογίας υπογραμμίζοντας πως η προστασία των παιδιών από τη βία και η καλλιέργεια μη βίαιης επικοινωνίας, αποτελούν αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση της πολιτείας και της κοινωνίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στον ρόλο του σχολείου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σύμφωνα με την κα Αρτινοπούλου, «η φηφιακή ευαλωτότητα των παιδών δεν οφείλεται σε ατομική αδυναμία αλλά στην ηλιακή ανωριμότητα, την ασύμμετρη ισχύ έναντι των φηφιακών πλατφορμών και την ανεπαρκή θεσμική προστασία». Η έκθεση σε φαινόμενα κυβερνοβίας, παραβίασης ιδιωτικότητας και εμπορευματοποίησης των παιδιών δεδομένων καθιστά αναγκαία της μετατόπιση της ευθύνης από το άτομο στο κράτος και στις ίδιες τις πλατφόρμες «με στόχο ένα ψηφιακό περιβάλλον συμβατό με τα δικαιώματα του παιδιού. Αντίστοιχα, το σχολείο, σύμφωνα πάντα με την κα. Αρτινοπούλου, «είναι επίσης κοινωνικός θεσμός που (ανα)παράγει την ευρύτερη βία (ενδοοικογενειακή, κοινωνική βία κ.α.). Η σχολική βία και ο εκφοβισμός έχουν διερευνηθεί επαρκώς στην Ελλάδα και έχουν αναδειχθεί επίσης οι ευαλωτότητες των παιδιών και οι όψεις του φαινομένου, όπως η ρατσιστική βία και ο κυβερνοεκφοβισμός (cyberbullying). Παρεμβαίνοντας στην πρόληψη και την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού παρεμβαίνουμε γενικότερα στην πρόληψη του φαινομένου».
Σε θεσμικό επίπεδο, η καθηγήτρια Εγκληματολογίας σημειώνει πως η Ελλάδα «διαθέτει ένα πλήρες νομοθετικό πλαίσιο εναρμονισμένο με τις διεθνείς κατευθύνσεις, ωστόσο τα ζητήματα που προκύπτουν αφορούν στην εφαρμογή της νομοθεσίας στην καθημερινή πράξη. Κομβικό εργαλείο αποτελεί η Εθνική Στρατηγική 2025-2030 για την πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας κατά των παιδιών, η οποία εισάγει μια ολιστική και πολυεπίπεδη προσέγγιση. Πρόκειται για έναν συνεκτικό οδικό χάρτη που εστιάζει στην ενδυνάμωση του κοινωνικού ιστού, στη μείωση των ανισοτήτων και στην καλλιέργεια κουλτούρας μηδενικής ανοχής απέναντι στη βία».
Γ. Νικολαΐδης: Δεν υπάρχει παιδί «χαμένο»
Από την πλευρά του, ο ψυχίατρος και διευθυντής του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού Γιώργος Νικολαΐδης αμφισβητεί ευθέως την κυρίαρχη αφήγηση περί ραγδαίας αύξησης των κρουσμάτων ανήλικης παραβατικότητας. Όπως επισημαίνει μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ «καμία επίσημη στατιστική δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη έκρηξης τα τελευταία χρόνια», σημειώνοντας πως η αύξηση που καταγράφεται σε ορισμένες περιπτώσεις σχετίζεται είτε με παλαιότερες περιόδους, όπως τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, είτε λόγω αυστηροποίησης της νομοθεσίας (όπως για παράδειγμα ο Νόμος περί όπλων, οπότε οι έφηβοι που πιάνονται με φωτοβολίδες στα γήπεδα κάθε Κυριακή προσάγονται πλέον για οπλοκατοχή), που τεχνητά αυξάνουν τους αριθμούς». Ο κ. Νικολαϊδης μάλιστα προειδοποιεί πως η αναπαραγωγή μιας διαστρεβλωμένης εικόνας μπορεί να οδηγήσει σε «ηθικό πανικό ο οποίος τελικά γεννά περισσότερη βία καθώς “ο φοβισμένος επιτίθεται”. Γιατί αν κάθε παιδί φοβάται πως το διπλανό παιδί είναι δυνητικά απειλή για εκείνο, τότε με μαθηματική ακρίβεια μπορεί να προβλεφθεί ότι θα πολλαπλασιαστούν τα κρούσματα της εφηβικής βίας και παραβατικότητας. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν πλήρως κρούσματα βίας με δράστες ανηλίκους».
Ο κ. Νικολαϊδης τονίζει ότι τα παιδιά που ασκούν βία είναι συχνά και τα ίδια θύματα αποτυχιών του οικογενειακού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος: «Δεν υπάρχει παιδί ‘χαμένο’. Διεθνώς τα καλύτερα αποτελέσματα προκύπτουν όταν οι κοινωνίες επενδύουν στον δεσμό, στην αλληλεγγύη και την αίσθηση κοινότητας μεταξύ των παιδιών και όχι στην καταστολή», επισημαίνει, απορρίπτοντας παράλληλα τη μονοδιάστατη αντιμετώπιση της ανήλικης παραβατικότητας ως καθαρά ψυχιατρικού ή αστυνομικού ζητήματος. «Συνήθως συνυπάρχουν πολλαπλοί επιβαρυντικοί παράγοντες, κοινωνικοί, οικογενειακοί, ψυχικοί και εκπαιδευτικοί», τονίζει με νόημα ο διευθυντής του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού. Όπως επισημαίνει ο κ. Νικολαίδης, η απουσία ουσιαστικής συνεργασίας μεταξύ υπηρεσιών, οδηγεί σε πλημμελή αντιμετώπιση περιστατικών, με τραγικά αποτελέσματα για παιδιά-θύματα και παιδιά-δράστες, ενώ καταλήγει τονίζοντας πως «σε οποιοδήποτε περιστατικό που ένα παιδί ασκεί θανάσιμη (ή βαριάς μορφής) βία σε ένα άλλο παιδί, και το παιδί-δράστης είναι θύμα των αστοχιών και ανεπαρκειών του συστήματος να το αποτρέψει».
Χαμόγελο του Παιδιού: 460 κλήσεις καθημερινά στις Γραμμές Βοήθειας
Προβληματισμό προκαλούν τα στατιστικά στοιχεία του Οργανισμού «Χαμόγελο του Παιδιού» ως προς τα περιστατικά που κλήθηκε να διαχειριστεί το 2025. Ο πρόεδρος του οργανισμού Κώστας Γιαννόπουλος, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ επεσήμανε: «Ένας από τους λόγους που υπάρχει η παραβατικότητα ανηλίκων είναι πως δεν δίνεται σημασία στις λέξεις φροντίδα και πρόληψη. Εμείς ξέρουμε τι πρέπει να γίνει. Όμως, εάν μιλήσουμε πραγματικά, δυστυχώς, με υπηρεσίες που υπολειτουργούν και που είναι υποστελεχωμένες, ό,τι και να κάνεις δεν μπορείς να πετύχεις τίποτε. Ωστόσο, πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ για να μην ισοπεδώσουμε τα πάντα. Σαν φορέας εμείς έχουμε αυτή την ευθύνη να δώσουμε στον εισαγγελέα την αναφορά και από εκεί και πέρα ο εισαγγελέας έχει την ευθύνη να εξακριβώσει εάν η αναφορά που του κάνουμε είναι αληθινή ή όχι. Δίνοντας εντολή είτε στην Πρόνοια στον δήμο -εάν είναι κοινωνικό θέμα-, είτε στην Αστυνομία.»
Σύμφωνα με το Χαμόγελο του Παιδιού το πρώτο 10μηνο του 2025, ο Οργανισμός:
-Έλαβε και διαχειρίστηκε 139.757 τηλεφωνικές κλήσεις στις Γραμμές Βοήθειας και Υποστήριξης, που συνεπάγεται 460 κλήσεις την ημέρα
-Παρείχε Συμβουλευτική Υποστήριξη σε 3.202 άτομα, που συνεπάγεται 10 άτομα την ημέρα. Από τα 3.202 άτομα, τα 130 επικοινώνησαν για αυτοτραυματισμό και τα 176 για αυτοκτονικό ιδεασμό, που συνεπάγεται 1 άτομο τη ημέρα. Σημειώνεται ότι το 47% των ατόμων που επικοινωνούν για υποστήριξη είναι παιδιά και έφηβοι.
-Στην Εθνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056 ελήφθησαν και διαχειρίστηκαν 1.215 αναφορές (επώνυμες και ανώνυμες) για 2.310 παιδιά, που συνεπάγεται 4 αναφορές την ημέρα.
-Στην εφαρμογή Cybertipline Hellas παρουσιάστηκε αύξηση κατά 65% σε σχέση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα το 2024. Το πρώτο δεκάμηνο του 2025 έγιναν 634 αναφορές, που συνεπάγεται με 2 αναφορές την ημέρα.τικής Οδού
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης