Καρδιακή ανεπάρκεια: Τα νέα φάρμακα της παχυσαρκίας αλλάζουν τα δεδομένα – Κλειδί ο οικογενειακός γιατρός
Η καρδιακή ανεπάρκεια περνά σε μια νέα εποχή θεραπευτικής αντιμετώπισης, με τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας να αποκτούν πλέον θέση και στην καρδιολογία, τον οικογενειακό γιατρό να αναδεικνύεται σε κρίσιμο κρίκο της παρακολούθησης και τον ίδιο τον ασθενή να αποκτά ενεργότερο ρόλο στη διαχείριση της νόσου του. Η επίκουρη καθηγήτρια Καρδιολογίας και Καρδιακής Ανεπάρκειας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και υπεύθυνη της Μονάδας Καρδιακής Ανεπάρκειας του Ιπποκράτειου, Χριστίνα Χρυσοχόου, μίλησε στο Πρακτορείο Fm και στην εκπομπή της Τάνιας Μαντουβάλου,«104,9 Μυστικά Υγείας» για τις σημαντικότερες εξελίξεις σε αυτό το πεδίο. Η συνέντευξη παραχωρήθηκε με αφορμή το συνέδριο Καρδιακής Ανεπάρκειας που είναι σε εξέλιξη από την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου στο Αμφιθέατρο του Ιπποκρατείου, και διοργανώνεται από τη Μονάδα Καρδιακής Ανεπάρκειας της Α΄ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία Μελέτης Εφαρμογών Πληροφορικής Υγείας,
Για ποια κατηγορία ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια υπάρχει ισχυρή ένδειξη
Τα νεότερα φάρμακα για την παχυσαρκία, με κύριους εκπροσώπους τη σεμαγλουτίδη και την τιρζεπατίδη, φαίνεται πλέον να ξεπερνούν τα όρια της αντιμετώπισης του σακχαρώδους διαβήτη και της απώλειας βάρους, αναφέρει η κ. Χρυσοχόου, για να επισημάνει στη συνέχεια ότι οι μελέτες των τελευταίων ετών έχουν δείξει ότι τα φάρμακα αυτά αποκτούν σημαντικό ρόλο στο ευρύτερο καρδιομεταβολικό σύνδρομο και ιδιαίτερα σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης. «Δηλαδή ασθενείς με κλάσμα εξώθησης της καρδιάς πάνω από 50%, (που αποτελούν μεγάλο ποσοστό των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια) και παράλληλα, εμφανίζουν καρδιομεταβολικό σύνδρομο και δείκτη μάζας σώματος πάνω από 30. Οι νεότερες κατευθυντήριες οδηγίες δίνουν ισχυρή ένδειξη στα φάρμακα αυτά για τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου, τη βελτίωση της πορείας της καρδιακής ανεπάρκειας και των επανεισαγωγών, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις και για μείωση της θνητότητας. Φαίνεται ότι βελτιώνουν τη λειτουργία των αγγείων βελτιώνοντας με αυτόν τον τρόπο την καρδιακή παροχή και την ποιότητα ζωής αυτών των ασθενών, πέρα από την απώλεια του σωματικού βάρους». Η καθηγήτρια τονίζει ότι η χορήγηση των φαρμάκων για την παχυσαρκία απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση. Ο γιατρός θα πρέπει να λαμβάνει πλήρες ιστορικό και να ελέγχει τις συνοσηρότητες που ενδεχομένως να αποκλείουν τη θεραπεία, ενώ σημαντικό ρόλο έχει και το ψυχολογικό προφίλ του ασθενούς. Το ζητούμενο, όπως εξηγεί, δεν είναι απλώς η προσωρινή απώλεια βάρους. «Ο ασθενής θα πρέπει να αξιοποιεί την περίοδο κατά την οποία μειώνεται η πείνα και το βάρος, ώστε να εκπαιδευτεί σε έναν πιο υγιεινό τρόπο διατροφής και άσκησης. Η διακοπή της θεραπείας συχνά συνοδεύεται από επαναφορά της πείνας και του βάρους, γι’ αυτό και η αλλαγή συμπεριφοράς αποτελεί κρίσιμο μέρος της συνολικής αντιμετώπισης».
Ο οικογενειακός γιατρός μπορεί να προλάβει την επιδείνωση
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η κ. Χρυσοχόου στον ρόλο του οικογενειακού γιατρού, τόσο στην έγκαιρη διάγνωση όσο και στην παρακολούθηση του ασθενούς με καρδιακή ανεπάρκεια. Ο ρόλος αυτός, όπως επισημαίνει, γίνεται ακόμη σημαντικότερος στην περιφέρεια και ιδιαίτερα στις νησιωτικές περιοχές, όπου ο οικογενειακός γιατρός μπορεί να είναι ο μόνος γιατρός που βλέπει συστηματικά ο ασθενής. Σύμφωνα με την καθηγήτρια, οι οικογενειακοί γιατροί έχουν εκπαιδευτεί ώστε να αναγνωρίζουν συμπτώματα και κλινικά ή εργαστηριακά ευρήματα που μπορεί να παραπέμπουν σε καρδιακή ανεπάρκεια και να κατευθύνουν έγκαιρα τον ασθενή στην κατάλληλη εξειδικευμένη μονάδα.«Η συνεργασία, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την επαρχία. Και στα μεγάλα αστικά κέντρα ο οικογενειακός γιατρός μπορεί να αποτελέσει το πρώτο σημείο επαφής για έναν ασθενή, μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης πρόληψης και παρακολούθησης της υγείας του. Το μοντέλο που προωθείται είναι αυτό της στενότερης διασύνδεσης των οικογενειακών γιατρών με τα νοσοκομεία και τις μονάδες καρδιακής ανεπάρκειας. Με αυτόν τον τρόπο, ο ασθενής μπορεί να παρακολουθείται σε τακτική βάση από τον οικογενειακό του γιατρό, ενώ παράλληλα να υπάρχει συμβουλευτική και εξειδικευμένη παρακολούθηση από τη μονάδα καρδιακής ανεπάρκειας».
Νέες οδηγίες, αλλά και για τον ίδιο τον ασθενή
Μια σημαντική αλλαγή στη σύγχρονη αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας είναι ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες δεν απευθύνονται πλέον αποκλειστικά στους γιατρούς. Όπως αναφέρει η κ. Χρυσοχόου, η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία έχει δημιουργήσει ειδικό εκπαιδευτικό υλικό για τους ίδιους τους ασθενείς. «Στόχος είναι ο ασθενής να κατανοεί τη νόσο του, να αναγνωρίζει τα συμπτώματά της, να γνωρίζει ποια φάρμακα πρέπει να λαμβάνει και με ποιον τρόπο, να είναι ενημερωμένος για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες και, κυρίως, να μπορεί να αναγνωρίζει έγκαιρα τα σημάδια επιδείνωσης. Η έγκαιρη αναγνώριση μιας αλλαγής στην κατάσταση του ασθενούς μπορεί να οδηγήσει σε άμεση επικοινωνία με τον θεράποντα γιατρό και να αποτρέψει, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια σοβαρότερη επιδείνωση και μια νοσηλεία».Η κ. Χρυσοχόου επισημαίνει ότι το υλικό αυτό έχει μεταφραστεί και στην Ελλάδα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εκπαιδευτικό εργαλείο, πάντα σε συνδυασμό με την προφορική ενημέρωση από τον γιατρό. Ιδιαίτερη ανάγκη υπάρχει, όπως τονίζει, για καλύτερη και πιο οργανωμένη ενημέρωση των μεγαλύτερων σε ηλικία ασθενών, οι οποίοι συχνά αντιμετωπίζουν περισσότερες συνοσηρότητες και έχουν μεγαλύτερη ανάγκη συστηματικής υποστήριξης. Για την επίκουρη καθηγήτρια Καρδιολογίας και Καρδιακής Ανεπάρκειας Χριστίνα Χρυσοχόου πάντως, το διαδίκτυο μπορεί να προσφέρει χρήσιμη πληροφόρηση μόνο όταν ο ασθενής αναζητά πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές, όπως οι επίσημοι ιστότοποι της Ελληνικής και της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας, οι μονάδες καρδιακής ανεπάρκειας και οι θεράποντες γιατροί. Η τελική αξιολόγηση κάθε πληροφορίας θα πρέπει να γίνεται σε συνεργασία με τον γιατρό που παρακολουθεί τον ασθενή.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης