Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2026

Ποιος τροφοδοτεί πραγµατικά την Ευρώπη µε φυσικό αέριο

Οι ήπιοι χειµώνες των τελευταίων ετών περιόρισαν τις ανάγκες θέρµανσης, οι πολιτικές εξοικονόµησης ενέργειας που υιοθετήθηκαν µετά το 2022 έχουν πλέον ενσωµατωθεί στη βιοµηχανική και οικιακή συµπεριφορά, ενώ η σταδιακή αποβιοµηχάνιση σε ορισµένους κλάδους, ιδίως στη Γερµανία, έχει µειώσει τη ζήτηση κατά τρόπο που δύσκολα θα αντιστραφεί πλήρως

Tου ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΑΣΙΑ *

 

Η Ευρώπη εισήλθε στο 2025 σε ένα επίπεδο ενεργειακής ασφάλειας που πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν απρόσιτο. Οι αποθήκες φυσικού αερίου ξεπέρασαν το 70% τον Ιανουάριο, ένα ποσοστό εξαιρετικά υψηλό για την εποχή, ενώ η συνολική ζήτηση παραµένει περίπου 15% χαµηλότερη από τα προηγούµενα χρόνια. Η µείωση αυτή δεν είναι συγκυριακή αλλά αποτέλεσµα µιας σειράς παραγόντων που έχουν µεταβάλει µόνιµα το ενεργειακό τοπίο της ηπείρου.

Οι ήπιοι χειµώνες των τελευταίων ετών περιόρισαν τις ανάγκες θέρµανσης, οι πολιτικές εξοικονόµησης ενέργειας που υιοθετήθηκαν µετά το 2022 έχουν πλέον ενσωµατωθεί στη βιοµηχανική και οικιακή συµπεριφορά, ενώ η σταδιακή αποβιοµηχάνιση σε ορισµένους κλάδους, ιδίως στη Γερµανία, έχει µειώσει τη ζήτηση κατά τρόπο που δύσκολα θα αντιστραφεί πλήρως.

Παράλληλα, η εγχώρια παραγωγή της ΕΕ συνεχίζει να συρρικνώνεται. Με περίπου 40 bcm το 2024, καταγράφει πτώση 12,4% σε σχέση µε το προηγούµενο έτος, επιβεβαιώνοντας ότι η Ευρώπη έχει πλέον εισέλθει σε µια µόνιµη φάση εξάρτησης από εισαγωγές που αγγίζει το 85%. Με την κατανάλωση να κινείται σταθερά γύρω στα 360–370 bcm/έτος, η ανάγκη για διαφοροποίηση πηγών και διαδροµών παραµένει κρίσιµη, όχι µόνο για λόγους ασφάλειας αλλά και για τη διατήρηση ανταγωνιστικών τιµών σε µια αγορά που παραµένει ευάλωτη στις διεθνείς διακυµάνσεις.

Δυτική Ευρώπη

Στη Δυτική Ευρώπη, ο βασικός πυλώνας εφοδιασµού παραµένει η Νορβηγία, η οποία διοχετεύει σταθερά 120–124 bcm/έτος µέσω των αγωγών της Βόρειας Θάλασσας. Η Νορβηγία αποτελεί τον πιο αξιόπιστο προµηθευτή της Ευρώπης, µε µακροχρόνια συµβόλαια, υψηλή τεχνική διαθεσιµότητα και πολιτική σταθερότητα. Οι ροές της καλύπτουν σχεδόν το 30% της ευρωπαϊκής κατανάλωσης και λειτουργούν ως θεµέλιο της ενεργειακής ισορροπίας της ηπείρου. Δίπλα στη Νορβηγία, οι Ηνωµένες Πολιτείες έχουν εξελιχθεί στον µεγαλύτερο προµηθευτή LNG της Ευρώπης, µε 55–60 bcm/έτος, προσφέροντας ευελιξία στις παραδόσεις και δυνατότητα spot τιµολόγησης που επιτρέπει στην Ευρώπη να ανταγωνίζεται την Ασία για φορτία σε περιόδους υψηλής ζήτησης. Το Κατάρ συµπληρώνει το τρίγωνο των βασικών προµηθευτών µε 15–20 bcm/έτος LNG, διατηρώντας σταθερή παρουσία µέσω µακροχρόνιων συµβολαίων και µε προοπτική ενίσχυσης µετά την ολοκλήρωση της επέκτασης του North Field από το 2027 και µετά. Τα υπόλοιπα περίπου 160 bcm που χρειάζεται η Δυτική Ευρώπη προέρχονται από ένα µείγµα πηγών: τις ροές της Αλγερίας προς Ιταλία και Ισπανία, το αζέρικο αέριο µέσω TAP, µικρότερες ποσότητες LNG από Νιγηρία και Τρινιντάντ, καθώς και τις µειωµένες ροές της Ρωσίας µέσω TurkStream και LNG. Η Δυτική Ευρώπη έχει πλέον µετατραπεί σε µια αγορά όπου το LNG καλύπτει σχεδόν το 40% των εισαγωγών, ενώ οι υποδοµές επαναεριοποίησης σε Γαλλία, Ισπανία, Ολλανδία και Ηνωµένο Βασίλειο λειτουργούν µε υψηλή διαθεσιµότητα και αποτελούν κρίσιµους κόµβους για την ανακατανοµή φορτίων προς την ενδοχώρα.

Κεντρική Ευρώπη

Στην Κεντρική Ευρώπη, ο εφοδιασµός στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες που έχουν αναδιαµορφώσει την ενεργειακή γεωγραφία της περιοχής. Ο πρώτος είναι το LNG Krk της Κροατίας, µε δυναµικότητα 6 bcm/έτος. Η Κροατία, µε κατανάλωση µόλις 3 bcm/έτος, έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο στρατηγικούς κόµβους της περιοχής, καθώς το FSRU του Krk τροφοδοτεί Ουγγαρία, Σλοβενία, Σλοβακία και τµήµα της Αυστρίας. Η γεωγραφική θέση του Krk επιτρέπει την παράκαµψη των ρωσικών ροών και τη δηµιουργία ενός νέου άξονα βορρά–νότου που ενισχύει την ανθεκτικότητα της Κεντρικής Ευρώπης. Ο δεύτερος άξονας είναι ο TAP, µε 10 bcm/έτος και δυνατότητα επέκτασης στα 20 bcm/έτος, ο οποίος µεταφέρει αζέρικο αέριο στην Ευρώπη και αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής διαφοροποίησης της ΕΕ. Η πιθανή επέκτασή του θα ενισχύσει σηµαντικά την ασφάλεια εφοδιασµού της Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης. Ο τρίτος άξονας είναι ο Baltic Pipe, µε 10 bcm/έτος, που συνδέει την Πολωνία µε τη Νορβηγία µέσω Δανίας, εξασφαλίζοντας πρόσβαση σε σταθερές ποσότητες νορβηγικού αερίου. Η Πολωνία, µε κατανάλωση 20 bcm/έτος, έχει πλέον σχεδόν µηδενίσει την εξάρτηση από τη Ρωσία, ενώ ενισχύει τον ρόλο της ως περιφερειακός κόµβος για τις χώρες της Βαλτικής.

Σε αυτό το δίκτυο σταθεροποίησης εντάσσεται πλέον και η Ιταλία, η οποία µε ετήσια κατανάλωση περίπου 70 bcm έχει µετατραπεί σε έναν από τους σηµαντικότερους κόµβους φυσικού αερίου της Ευρώπης. Η Ιταλία αντλεί τις ποσότητες αυτές κυρίως από την Αλγερία µέσω TransMed, από τον TAP και από τα τρία LNG terminals της Ραβέννας, της Βενετίας και της La Spezia, που συνολικά προσθέτουν πάνω από 20 bcm/έτος δυναµικότητας. Με αυτό το µείγµα, η Ιταλία όχι µόνο καλύπτει τις δικές της ανάγκες, αλλά λειτουργεί και ως διαµετακοµιστικός κόµβος, διοχετεύοντας έως και 10 bcm/έτος προς την Κεντρική Ευρώπη µέσω των διασυνδέσεων µε Ελβετία και Αυστρία. Έτσι, προσφέρει µια τρίτη πύλη εισόδου LNG στη νότια Ευρώπη, δίπλα στην Ελλάδα και την Κροατία, ενισχύοντας την ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα απέναντι σε διαταραχές των αγορών.

Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια

Στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, η εικόνα είναι πιο σύνθετη, µε σηµαντικές διαφοροποιήσεις µεταξύ των χωρών. Η Ρουµανία αποτελεί τη µοναδική χώρα της περιοχής µε ουσιαστική εγχώρια παραγωγή, περίπου 10–11 bcm/έτος, η οποία καλύπτει σχεδόν το σύνολο της κατανάλωσής της. Τα κοιτάσµατα της Μαύρης Θάλασσας, όπως το Neptun Deep, αναµένεται να ενισχύσουν περαιτέρω την παραγωγή µετά το 2027, προσφέροντας στην περιοχή έναν σπάνιο βαθµό ενεργειακής αυτονοµίας. Η Σερβία, µε κατανάλωση περίπου 3 bcm/έτος, εξακολουθεί να διατηρεί υψηλή εξάρτηση από ρωσικές ροές µέσω TurkStream, ενώ οι δυνατότητες διαφοροποίησης παραµένουν περιορισµένες. Η Ουγγαρία, µε κατανάλωση περίπου 9 bcm/έτος, παραµένει ο µεγαλύτερος αποδέκτης του TurkStream στην περιοχή, συµπληρώνοντας τις ανάγκες της µε ροές από το LNG του Krk και αντίστροφες ροές από Σλοβακία και Αυστρία. Η Ελλάδα, µε κατανάλωση περίπου 5 bcm/έτος, λειτουργεί ως περιφερειακός κόµβος χάρη στη Ρεβυθούσα, τον νέο σταθµό Αλεξανδρούπολης και τον TAP, επιτρέποντας ροές προς Βουλγαρία, Σερβία και Ρουµανία. Η Βουλγαρία, µε κατανάλωση περίπου 3 bcm/έτος, εξαρτάται από τον IGB, το TurkStream και τις εισαγωγές LNG µέσω Ελλάδας, έχοντας περιορίσει σχεδόν πλήρως την άµεση εξάρτηση από τη Ρωσία.

Η νέα αυτή κατανοµή επιβεβαιώνει ότι η Ευρώπη, µε τη ζήτηση να παραµένει µειωµένη και τις αποθήκες σε υψηλά επίπεδα, δεν χρειάζεται νέες υποδοµές επαναεριοποίησης LNG µέχρι το 2030. Η πρόκληση δεν βρίσκεται στην προσθήκη νέας δυναµικότητας, αλλά στην ενίσχυση των υφιστάµενων διασυνδέσεων και των περιφερειακών κόµβων από τη Ρεβυθούσα και την Αλεξανδρούπολη έως τον σταθµό Krk, τις ιταλικές υποδοµές LNG και τον Baltic Pipe. Η Ευρώπη διαθέτει σήµερα πάνω από 260 bcm/έτος δυναµικότητα επαναεριοποίησης, πολύ µεγαλύτερη από τις ανάγκες της, και η πραγµατική πρόκληση είναι η µεταφορά του αερίου από τις πύλες εισόδου προς την ενδοχώρα, όχι η αύξηση της δυναµικότητας εισαγωγής.

Περιορισµοί…

Οι περιορισµοί και τα αδιέξοδα των βασικών προµηθευτών φυσικού αερίου διαφέρουν. Στις ΗΠΑ, η δυναµικότητα LNG φτάνει τα 160 bcm/έτος και αναµένεται να αυξηθεί κατά 145 bcm/έτος έως το 2029, αλλά βραχυπρόθεσµα εµφανίζονται ελλείψεις λόγω συντηρήσεων, υψηλής ασιατικής ζήτησης και αβεβαιότητας στις αδειοδοτήσεις. Οι ανατιµήσεις σε υλικά, ο πληθωρισµός στην κατασκευαστική εργασία και το ακριβότερο χρηµατοδοτικό περιβάλλον έχουν ανεβάσει το συνολικό κόστος των νέων σταθµών υγροποίησης στα περίπου 0,9–1,3 δισ. δολάρια ανά bcm/έτος, µε τα τέλη υγροποίησης να κινούνται πλέον στα 0,095–0,105 δολάρια ανά κυβικό µέτρο, επηρεάζοντας τη βιωσιµότητα νέων έργων. Για µια αύξηση της τάξης των 150 bcm/έτος, το κόστος ανεβαίνει στα 135–195 δισ. δολάρια, επίπεδα που ευθυγραµµίζονται µε τις δεσµεύσεις της συµφωνίας ΗΠΑ–ΕΕ για την ενίσχυση των ευρωπαϊκών εισαγωγών LNG και τη σταδιακή αντικατάσταση ρωσικών ποσοτήτων. Η Νορβηγία παραµένει ο πιο σταθερός προµηθευτής της Ευρώπης, αλλά βρίσκεται κοντά στα φυσικά όρια των ώριµων κοιτασµάτων της. Το Κατάρ επεκτείνει το North Field, αλλά η νέα δυναµικότητα θα φανεί µετά το 2026–2028. Η Αλγερία αντιµετωπίζει πτώση παραγωγής και µεταβλητότητα στις εξαγωγές LNG, ενώ η Αίγυπτος έχει µετατραπεί σε καθαρό εισαγωγέα λόγω έλλειψης φυσικού αερίου και αυξηµένης εγχώριας ζήτησης.

Όσο για τη Ρωσία, η θεωρητική δυνατότητα επαναφοράς των εξαγωγών φυσικού αερίου προς την ΕΕ παραµένει υψηλή στα χαρτιά, όµως η πραγµατικότητα απέχει πολύ από αυτό το ενδεχόµενο. Η αξιοποίησή της θα απαιτούσε πολιτικές και θεσµικές αλλαγές που σήµερα δεν διαφαίνονται: άρση κυρώσεων, νέες συµφωνίες διαµετακόµισης µε Ουκρανία και Κεντρική Ευρώπη, πλήρη ευθυγράµµιση των πληρωµών µε το πλαίσιο ΕΕ/G7 και νέα µακροχρόνια συµβόλαια µε ευρωπαίους αγοραστές. Μόνο υπό τέτοιες προϋποθέσεις θα µπορούσαν να επανέλθουν οι ρωσικές ροές στα επίπεδα των 120–126 bcm/έτος µέσω αγωγών και 49–54 bcm/έτος µέσω LNG.Ακόµη και αν υπάρξει κάποια περιορισµένη αποκλιµάκωση στις σχέσεις ΗΠΑ–Ρωσίας, τα κίνητρα των δύο πλευρών παραµένουν ουσιαστικά ασύµµετρα. Οι Ηνωµένες Πολιτείες, ως ο µεγαλύτερος πλέον προµηθευτής LNG της Ευρώπης, θα επιδίωκαν σταθερές τιµές και προβλεψιµότητα, χωρίς όµως να διευκολύνουν µια επιστροφή της Ρωσίας που θα µείωνε το µερίδιο του αµερικανικού LNG στην ευρωπαϊκή αγορά. Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον θωρακίσει θεσµικά και πολιτικά τη στρατηγική της µόνιµης απεξάρτησης από τη Μόσχα: η διαφοροποίηση πηγών, οι ενισχυµένες υποδοµές LNG και οι νέες διασυνδέσεις καθιστούν την επαναφορά των ρωσικών ροών όχι µόνο δύσκολη, αλλά και αντίθετη προς τη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Για τη Ρωσία, η κατάσταση είναι εξίσου περίπλοκη. Η ανακατεύθυνση της παραγωγής προς την Ασία, κυρίως προς την Κίνα µέσω του Power of Siberia και πιθανών µελλοντικών επεκτάσεων, έχει µεταβάλει τις προτεραιότητες της ρωσικής ενεργειακής πολιτικής. Η Μόσχα έχει επενδύσει πολιτικά και οικονοµικά στη δηµιουργία µιας νέας ανατολικής αγοράς, η οποία όµως δεν µπορεί να απορροφήσει άµεσα τα επίπεδα που απορροφούσε η Ευρώπη. Παράλληλα, η Ρωσία αρνείται να συµµορφωθεί µε το ευρωπαϊκό πλαίσιο πληρωµών, το οποίο απαιτεί διαφάνεια, συµµόρφωση µε κυρώσεις και αποφυγή µηχανισµών που θα µπορούσαν να παρακάµπτουν το G7 price cap.

Αµερικανικές εταιρείες

Το µόνο σενάριο που θα µπορούσε να ανοίξει ένα παράθυρο επαναπροσέγγισης θα ήταν η συµµετοχή αµερικανικών εταιρειών σε ρωσικές δοµές παραγωγής ή εµπορίας, προσφέροντας πολιτική κάλυψη και αµοιβαία οικονοµικά κίνητρα. Μια τέτοια εξέλιξη θα µπορούσε να δηµιουργήσει έναν µηχανισµό «συνεπιµέλειας» των ροών, όπου οι ΗΠΑ θα διατηρούσαν επιρροή στη διαχείριση των εξαγωγών και η Ρωσία θα εξασφάλιζε πρόσβαση σε δυτική τεχνογνωσία και χρηµατοδότηση. Οι νέες υποδοµές LNG, οι περιφερειακοί κόµβοι, οι ενισχυµένες διασυνδέσεις και η πολιτική βούληση για διαφοροποίηση έχουν δηµιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η Ρωσία δεν µπορεί πλέον να λειτουργήσει ως ο «µονοπωλιακός προµηθευτής» που υπήρξε επί δεκαετίες.

Συµπερασµατικά, η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης στηρίζεται πλέον σε ένα νέο τρίπτυχο: στις προβλέψιµες ροές των αγωγών από τη Νορβηγία, στις εισαγωγές LNG από Ηνωµένες Πολιτείες και Κατάρ, και στους περιφερειακούς κόµβους LNG που έχουν αναδειχθεί σε κρίσιµες πύλες εισόδου – την Ελλάδα, την Κροατία και την Ιταλία. Οι τρεις αυτοί κόµβοι, µε τις υποδοµές τους σε Ρεβυθούσα–Αλεξανδρούπολη, Krk και Ραβέννα–Βενετία, επιτρέπουν την ανακατανοµή φορτίων και τη διοχέτευση επαναεριοποιηµένου LNG προς την ενδοχώρα της Ευρώπης από τον νότο. Οι ελλείψεις από Αλγερία και Αίγυπτο καλύπτονται µέσω των αγωγών TAP, IGB και των αντίστροφων ροών του Trans Balkan, καθώς και από τους τρεις περιφερειακούς κόµβους LNG. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο TTF λειτουργεί ως διεθνής «σηµατοδότης» για το πού θα κατευθυνθούν τα φορτία LNG. Η Ευρώπη, χωρίς µακροχρόνια συµβόλαια και µε υψηλή εξάρτηση από την spot αγορά, πρέπει να προσαρµόζει τον δείκτη σε επίπεδα ικανά να ανταγωνιστούν την Ασία. Όταν η ασιατική ζήτηση ανεβαίνει, ο TTF ακολουθεί ανοδικά για να διατηρήσει την ελκυστικότητα της ευρωπαϊκής αγοράς, µε άµεσο αντίκτυπο στο κόστος ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή