Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2026

«Μικρό κράτος, µεγάλοι µετακλητοί»

Toυ ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *

 

Το καλοκαίρι του 2019, η Νέα Δηµοκρατία ζήτησε και πήρε την εξουσία µε µια υπόσχεση που παρουσιάστηκε ως ιστορική τοµή: λιγότερο κράτος, περισσότερη αξιοκρατία, τέλος στο ρουσφέτι. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης µίλησε για «αριστεία», για ένα σύγχρονο επιτελικό κράτος που θα λειτουργεί µε κανόνες, διαφάνεια και επαγγελµατισµό. Έξιµισι χρόνια µετά, η πραγµατικότητα που αποκαλύπτεται µέσα από τα ίδια τα στοιχεία της διοίκησης έρχεται να διαψεύσει µε εκκωφαντικό τρόπο αυτή την αφήγηση.

Το κράτος δεν µίκρυνε. Δεν εξορθολογίστηκε. Δεν αποκοµµατικοποιήθηκε. Αντιθέτως, διογκώθηκε εκεί ακριβώς που καµία µεταρρύθµιση δεν δικαιολογεί διόγκωση: στους µετακλητούς υπαλλήλους, δηλαδή στο πιο σκληρό και καθαρά κοµµατικό τµήµα της δηµόσιας διοίκησης.

Σύµφωνα µε τα στοιχεία που δηµοσιοποιήθηκαν και αναδείχθηκαν από την εφηµερίδα Δηµοκρατία, όταν η ΝΔ ανέλαβε την εξουσία το 2019, οι µετακλητοί στο Δηµόσιο ανέρχονταν σε περίπου 1.700. Σήµερα, έξιµισι χρόνια µετά, ο αριθµός τους ξεπερνά τις 3.600. Μιλάµε για αύξηση άνω του 110%, για υπερδιπλασιασµό ενός µηχανισµού που υποτίθεται πως θα περιοριζόταν.

Αυτή η εξέλιξη δεν είναι µια τεχνική λεπτοµέρεια. Είναι πολιτική επιλογή. Οι µετακλητοί δεν προσλαµβάνονται µέσω ανοικτών διαδικασιών. Δεν περνούν από ΑΣΕΠ. Δεν κρίνονται µε αντικειµενικά κριτήρια. Επιλέγονται απευθείας από υπουργούς, υφυπουργούς, γενικούς γραµµατείς και το στενό επιτελείο του Μεγάρου Μαξίµου. Είναι, µε απλά λόγια, οι «άνθρωποι της εµπιστοσύνης». Και όταν αυτοί πολλαπλασιάζονται, δεν έχουµε πιο αποτελεσµατικό κράτος· έχουµε πιο κοµµατικά ελεγχόµενο κράτος.

 

Επιτελικό κράτος

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βάφτισε αυτό το µοντέλο «επιτελικό κράτος». Στην πράξη, όµως, το επιτελικό κράτος λειτούργησε ως συγκεντρωτικός µηχανισµός εξουσίας, που συγκέντρωσε αρµοδιότητες, αποφάσεις και προσωπικό γύρω από το πρωθυπουργικό γραφείο. Εκεί όπου η πολιτική ευθύνη έπρεπε να συνοδεύεται από θεσµικά αντίβαρα, εγκαταστάθηκε ένα πυκνό δίκτυο µετακλητών, συµβούλων και ειδικών συνεργατών.

Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση µιλούσε για «λιτό κράτος», ζητούσε θυσίες από τους πολίτες, περιόριζε κοινωνικές δαπάνες και επικαλούνταν δηµοσιονοµική πειθαρχία, άνοιγε διάπλατα την πόρτα του Δηµοσίου για τους «δικούς της». Όχι για νοσηλευτές, όχι για εκπαιδευτικούς, όχι για µόνιµο προσωπικό που καλύπτει πραγµατικές κοινωνικές ανάγκες – αλλά για µετακλητούς σε υπουργικά γραφεία, φορείς και οργανισµούς.

Η «αριστεία», που παρουσιάστηκε ως ηθικό και πολιτικό πρόταγµα, κατέληξε να λειτουργεί ως επικοινωνιακό φύλλο συκής. Στην πράξη, η αριστεία δεν κρίθηκε ποτέ µε µετρήσιµα κριτήρια. Δεν αποτυπώθηκε σε διαφανείς διαδικασίες. Δεν κατοχυρώθηκε θεσµικά. Αντίθετα, χρησιµοποιήθηκε ως λέξη-κλειδί για να νοµιµοποιήσει µια βαθιά παλιά πρακτική: την κοµµατική στελέχωση του κράτους.

Αξίζει να σταθεί κανείς και στη χρονική κατανοµή αυτής της αύξησης. Οι µετακλητοί αυξάνονται απότοµα σε περιόδους πολιτικής σταθερότητας και κοµµατικής διακυβέρνησης, ενώ µειώνονται προσωρινά σε µεταβατικές ή υπηρεσιακές φάσεις. Αυτό και µόνο αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για «λειτουργική ανάγκη», αλλά για πολιτικό εργαλείο. Ένα εργαλείο ελέγχου, συντονισµού, επικοινωνίας και –τελικά– αναπαραγωγής της εξουσίας.

Το κόστος αυτής της επιλογής δεν είναι µόνο οικονοµικό, αν και είναι υπαρκτό. Είναι πρωτίστως θεσµικό και δηµοκρατικό. Όσο περισσότερο το κράτος εξαρτάται από µετακλητούς, τόσο πιο αδύναµη γίνεται η µόνιµη διοίκηση. Όσο περισσότεροι «ηµέτεροι» τοποθετούνται σε καίρια σηµεία, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να υπάρξει συνέχεια, µνήµη, ανεξαρτησία και λογοδοσία.

Και εδώ αναδεικνύεται το µεγαλύτερο ψέµα της περιόδου 2019–2026: η ΝΔ δεν συγκρούστηκε µε τις παθογένειες του µεταπολιτευτικού κράτους. Τις αναδιαµόρφωσε και τις έντυσε µε σύγχρονη γλώσσα. Το ρουσφέτι δεν εξαφανίστηκε – απλώς αναβαθµίστηκε. Έγινε «σύµβουλος», «ειδικός συνεργάτης», «επιτελικό στέλεχος».

Το ερώτηµα λοιπόν δεν είναι αν η κυβέρνηση «δικαιούται» να έχει µετακλητούς. Το ερώτηµα είναι πόσους και για ποιο λόγο. Και όταν οι αριθµοί διπλασιάζονται, όταν η «αριστεία» δεν περνά από καµία αντικειµενική κρίση, όταν το «µικρό κράτος» µετατρέπεται σε κράτος κοµµατικών εξαρτήσεων, τότε η πολιτική ευθύνη είναι αδιαµφισβήτητη.

Η κοινωνία δεν εξαπατάται πια τόσο εύκολα από ωραία συνθήµατα. Βλέπει τους αριθµούς, βιώνει τη δυσλειτουργία, αντιλαµβάνεται την αντίφαση. Και όσο η κυβέρνηση επιµένει να παρουσιάζει την κοµµατική διόγκωση ως µεταρρύθµιση, τόσο περισσότερο αποδεικνύει ότι η «αριστεία» της δεν ήταν ποτέ πολιτική αρχή – αλλά επικοινωνιακό εργαλείο εξουσίας.

Το «µικρότερο κράτος» της ΝΔ, τελικά, αποδείχθηκε µικρό µόνο για τους πολλούς.

Για τους λίγους, για τον στενό κοµµατικό µηχανισµό, για τους εκλεκτούς της εξουσίας, το κράτος έγινε µεγαλύτερο, πιο γενναιόδωρο και πιο κλειστό από ποτέ. Και αυτή είναι µια αλήθεια που δεν κρύβεται πια πίσω από λέξεις.

 

* Πολιτικός αναλυτής

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή