Ιδιωτικό χρέος: Η µεγάλη παγίδα πίσω από την «κανονικότητα» της οικονοµίας
Του ΑΝΔΡΕΑ ΒΟΡΥΛΛΑ *
Ηκυβέρνηση πανηγυρίζει για την επενδυτική βαθµίδα, τα πρωτογενή πλεονάσµατα, την αύξηση των φορολογικών εσόδων και την «εξυγίανση» των τραπεζών. Πίσω, όµως, από τη βιτρίνα της υποτιθέµενης οικονοµικής κανονικότητας υπάρχει µια κοινωνία που ασφυκτιά. Εκατοµµύρια πολίτες και επιχειρήσεις παραµένουν εγκλωβισµένοι σε οφειλές προς την ΑΑΔΕ, τον ΕΦΚΑ, τις τράπεζες, τα funds και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Λογαριασµοί δεσµεύονται, ρυθµίσεις χάνονται, επιχειρήσεις στερούνται χρηµατοδότησης και χιλιάδες κατοικίες οδηγούνται σε πλειστηριασµό.
Το ιδιωτικό χρέος δεν αποτελεί πλέον µια παροδική συνέπεια της οικονοµικής κρίσης. Έχει µετατραπεί σε µόνιµο µηχανισµό οικονοµικής και κοινωνικής οµηρίας. Περιορίζει την κατανάλωση, αποδυναµώνει τη µικροµεσαία επιχειρηµατικότητα, εµποδίζει την επανένταξη πολιτών στο τραπεζικό σύστηµα, υπονοµεύει τη στεγαστική ασφάλεια και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες.
Η Ελλάδα εµφανίζεται δηµοσιονοµικά ισχυρότερη, την ίδια στιγµή που οι πολίτες της γίνονται φτωχότεροι και περισσότερο χρεωµένοι. Πρόκειται για µια βαθιά πολιτική αντίφαση: το κράτος παράγει πλεονάσµατα υπερφορολογώντας την κοινωνία, ενώ η κοινωνία συσσωρεύει ληξιπρόθεσµες οφειλές επειδή αδυνατεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του κράτους.
Η πραγµατική έκταση του προβλήµατος
Η συζήτηση για το ιδιωτικό χρέος απαιτεί καταρχάς σαφήνεια, διότι χρησιµοποιούνται διαφορετικοί ορισµοί. Με βάση τον ευρωπαϊκό δείκτη, ο οποίος περιλαµβάνει κυρίως τα δάνεια και τα χρεόγραφα νοικοκυριών και µη χρηµατοπιστωτικών επιχειρήσεων, το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας αντιστοιχεί περίπου στο 95% µε 97% του ΑΕΠ.
Η µέτρηση αυτή, όµως, δεν αποτυπώνει το σύνολο της ελληνικής πραγµατικότητας, διότι δεν περιλαµβάνει τις τεράστιες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταµεία. Σύµφωνα µε το δελτίο του ΙΟΒΕ (Μάρτιος 2026) για το ιδιωτικό χρέος, όταν συνυπολογιστούν οι απαιτήσεις των τραπεζών και των servicers µαζί µε τις ληξιπρόθεσµες υποχρεώσεις προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ, το συνολικό ιδιωτικό χρέος είχε φθάσει ήδη στο τρίτο τρίµηνο του 2025 στα 407,6 δισ. ευρώ ή περίπου στο 164% του ΑΕΠ. Στο τέλος του 2025 διαµορφώθηκε περίπου στα 417 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 168% του ΑΕΠ.
Η διαφορά ανάµεσα στους δύο δείκτες δεν είναι λογιστική λεπτοµέρεια. Αποκαλύπτει την ιδιαιτερότητα του ελληνικού προβλήµατος. Η Ελλάδα µπορεί να µην είναι η χώρα µε τον υψηλότερο ενήµερο ιδιωτικό δανεισµό στην Ευρώπη, είναι όµως µια χώρα µε τεράστιο απόθεµα παλαιών, ληξιπρόθεσµων και µη εξυπηρετούµενων οφειλών. Δεν αντιµετωπίζουµε µόνο ένα πρόβληµα υπερδανεισµού, αλλά µια παγίδα χρέους που δηµιουργήθηκε στα χρόνια των µνηµονίων, διογκώθηκε από φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, τόκους και προσαυξήσεις και µεταφέρθηκε από τις τράπεζες στα funds και στους servicers.
Το συνολικό ιδιωτικό χρέος ανερχόταν σε 334,1 δισ. ευρώ το 2017, αυξήθηκε σε 373,3 δισ. το 2023, έφθασε τα 392,8 δισ. το 2024 και ξεπέρασε τα 407 δισ. ευρώ το τρίτο τρίµηνο του 2025. Μέσα σε λιγότερο από εννέα χρόνια αυξήθηκε κατά περισσότερα από 80 δισ. ευρώ.
Αυτό είναι το πραγµατικό αποτέλεσµα επτά ετών διακυβέρνησης της Νέας Δηµοκρατίας. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έβαλε την οικονοµία σε τάξη, αλλά παρέλαβε ένα ήδη τεράστιο πρόβληµα ιδιωτικού χρέους και, αντί να το επιλύσει, επέτρεψε να διογκωθεί περαιτέρω.
Το 57% του ιδιωτικού χρέους δεν εξυπηρετείται κανονικά
Ακόµη πιο ανησυχητική από το συνολικό ύψος είναι η ποιότητα του ιδιωτικού χρέους. Περίπου 237 δισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν το 57% του συνόλου και περίπου το 96% του ελληνικού ΑΕΠ, αποτελούνται από ληξιπρόθεσµες ή µη εξυπηρετούµενες υποχρεώσεις.
Πρόκειται για χρέος που βαραίνει την οικονοµία χωρίς να δηµιουργεί παραγωγική δυναµική. Αποκλείει πολίτες και επιχειρήσεις από τη χρηµατοδότηση, καθηλώνει περιουσιακά στοιχεία, αποθαρρύνει τις επενδύσεις και διατηρεί εκατοµµύρια ανθρώπους σε κατάσταση µόνιµης ανασφάλειας.
Οι οφειλές προς το Δηµόσιο κατέχουν πλέον κυρίαρχη θέση. Στο τρίτο τρίµηνο του 2025 οι ληξιπρόθεσµες φορολογικές οφειλές ανέρχονταν σε 111,9 δισ. ευρώ και οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ σε 50,7 δισ. ευρώ. Συνολικά, περίπου το 69% των ληξιπρόθεσµων ιδιωτικών οφειλών αφορούσε το Δηµόσιο και τα ασφαλιστικά ταµεία. Στο τέλος του ίδιου έτους τα αντίστοιχα ποσά αυξήθηκαν περίπου στα 113,9 δισ. και στα 51,3 δισ. ευρώ.
Εδώ καταρρέει το κυβερνητικό αφήγηµα της επιτυχηµένης οικονοµικής πολιτικής. Μπορεί ο κρατικός προϋπολογισµός να εµφανίζει πλεονάσµατα και υπεραπόδοση φορολογικών εσόδων, αλλά την ίδια στιγµή πολίτες και επιχειρήσεις δηµιουργούν νέα χρέη επειδή αδυνατούν να ανταποκριθούν στην ακρίβεια, στην υπερφορολόγηση και στο υψηλό κόστος λειτουργίας.
Οι πολλοί χρωστούν λίγα – οι ελάχιστοι σχεδόν τα πάντα
Ιδιαίτερη σηµασία έχει η κατανοµή των φορολογικών οφειλών. Σύµφωνα µε την έρευνα του ΙΟΒΕ, το 78,7% των οφειλετών χρωστά λιγότερα από 3.000 ευρώ. Οι οφειλές αυτής της µεγάλης κοινωνικής οµάδας αντιστοιχούν µόλις σε 1,5 δισ. ευρώ ή στο 1,4% του συνολικού φορολογικού χρέους.
Αντίθετα, µόλις το 0,6% των οφειλετών, µε χρέος άνω των 300.000 ευρώ, συγκεντρώνει οφειλές 90,9 δισ. ευρώ, δηλαδή το 82,8% του συνολικού ποσού.
Κι όµως, η φορολογική διοίκηση επιδεικνύει συχνά τη µεγαλύτερη αυστηρότητα απέναντι στους µικρούς οφειλέτες. Για χρέη λίγων χιλιάδων ευρώ δεσµεύονται λογαριασµοί, συµψηφίζονται επιστροφές και ενεργοποιούνται µέτρα αναγκαστικής είσπραξης. Το κράτος αντιµετωπίζει τον µισθωτό, τον µικροεπαγγελµατία ή τον αγρότη που χρωστά δύο ή τρεις χιλιάδες ευρώ περίπου µε την ίδια γραφειοκρατική σκληρότητα µε έναν µεγάλο οφειλέτη εκατοµµυρίων.
Αυτό δεν είναι φορολογική δικαιοσύνη. Είναι ένα εισπρακτικό σύστηµα που πιέζει περισσότερο εκείνον που είναι εύκολο να εντοπιστεί και να ελεγχθεί, όχι απαραίτητα εκείνον που συγκεντρώνει το µεγαλύτερο χρέος.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα στον ΕΦΚΑ. Περίπου το 70% των οφειλετών χρωστά έως 15.000 ευρώ και συγκεντρώνει µόλις το 10,9% της συνολικής οφειλής. Την ίδια στιγµή, το 0,3% των οφειλετών µε χρέη άνω των 500.000 ευρώ συγκεντρώνει περίπου το 30% του συνολικού ασφαλιστικού χρέους.
Ακόµη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το 63,7% των οφειλών προς τον ΕΦΚΑ, περίπου 32,3 δισ. ευρώ, αφορά υποχρεώσεις που δηµιουργήθηκαν πριν από το 2010. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να εµφανίζει ως δήθεν ενεργές απαιτήσεις χρέη ηλικίας δεκαετιών, φορτωµένα µε τόκους και προσαυξήσεις, τα οποία σε µεγάλο βαθµό δεν πρόκειται ποτέ να εισπραχθούν.
Έτσι δηµιουργείται µια πλασµατική εικόνα για το ύψος του ιδιωτικού χρέους και ταυτόχρονα διατηρούνται πολίτες και επαγγελµατίες σε καθεστώς διαρκούς οικονοµικής οµηρίας.
Οι τράπεζες «καθάρισαν» – οι πολίτες όχι
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη µείωση των µη εξυπηρετούµενων δανείων στους τραπεζικούς ισολογισµούς ως µεγάλη επιτυχία. Πράγµατι, τα «κόκκινα» δάνεια που παραµένουν στις τράπεζες περιορίστηκαν σηµαντικά. Δεν διαγράφηκαν, όµως, ούτε εξοφλήθηκαν. Μεταφέρθηκαν µέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων σε επενδυτικά κεφάλαια και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Στο τρίτο τρίµηνο του 2025 τα µη εξυπηρετούµενα δάντεια σε τράπεζες και servicers ανέρχονταν περίπου στα 73,9 δισ. ευρώ. Από αυτά, µόλις 5,9 δισ. παρέµεναν στις τράπεζες, ενώ περίπου 68 δισ. ευρώ, δηλαδή το 92%, βρίσκονταν υπό τη διαχείριση των servicers.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, δεν εξαφάνισε το πρόβληµα. Το έκρυψε έξω από τους τραπεζικούς ισολογισµούς.
Ιδιωτικό χρέος και πρόωρη αποπληρωµή 13 δισ. ευρώ δηµοσίου χρέους
Μέσα σε αυτήν την πραγµατικότητα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει εντός του 2026 νέα πρόωρη αποπληρωµή δηµόσιου χρέους ύψους περίπου 13 δισ. ευρώ. Η µείωση του δηµόσιου χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του είναι ασφαλώς θεµιτός και αναγκαίος στόχος. Η υπευθυνότητα, όµως, δεν ταυτίζεται µε τη µονοδιάστατη εµµονή στην ταχύτερη δυνατή αποπληρωµή, αδιαφορώντας για την κατάσταση της πραγµατικής οικονοµίας. Ιδίως όταν µεγάλο µέρος του ελληνικού δηµόσιου χρέους έχει µακρά διάρκεια, βρίσκεται στα χέρια του επίσηµου τοµέα και διαθέτει ευνοϊκούς όρους εξυπηρέτησης.
Η κυβέρνηση όφειλε να εξετάσει µια περισσότερο ισορροπηµένη επιλογή: να διαθέσει µικρότερο ποσό για την πρόωρη αποπληρωµή και να κατευθύνει µέρος των διαθέσιµων πόρων σε ένα συγκροτηµένο πρόγραµµα ουσιαστικής µείωσης του ιδιωτικού χρέους, ενίσχυσης των βιώσιµων µικροµεσαίων επιχειρήσεων και προστασίας της κύριας κατοικίας.
Οι ευθύνες της κυβέρνησης
Η Νέα Δηµοκρατία είχε επτά χρόνια για να διαµορφώσει µια ολοκληρωµένη στρατηγική. Αντί γι’ αυτό, προτεραιότητά της ήταν η θωράκιση των τραπεζικών ισολογισµών, η εξυπηρέτηση των δηµοσιονοµικών στόχων και η επιτάχυνση των πλειστηριασµών.
Ο εξωδικαστικός µηχανισµός έχει βελτιωθεί, αλλά εξακολουθεί να µην καλύπτει το σύνολο των οφειλετών και να µην εγγυάται πραγµατικά βιώσιµες λύσεις. Ο αλγόριθµος δεν είναι επαρκώς διαφανής, οι διαδικασίες καθυστερούν και πολλές προτάσεις ρύθµισης δεν ανταποκρίνονται στο πραγµατικό διαθέσιµο εισόδηµα.
Παράλληλα, η κυβέρνηση αρνείται να θεσπίσει ένα σταθερό και µόνιµο πλαίσιο πολλών δόσεων για τις οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ. Οι πολίτες εγκλωβίζονται σε ρυθµίσεις που χάνονται εύκολα, ενώ η απουσία ουσιαστικής προστασίας της κύριας κατοικίας ενισχύει την ανασφάλεια.
Η πρόταση της ΝΙΚΗΣ
Η ΝΙΚΗ προτείνει µια συνολική πολιτική που θα προστατεύει τους πραγµατικά αδύναµους, θα επιβραβεύει τους συνεπείς, θα εξυγιαίνει τις βιώσιµες επιχειρήσεις και θα αντιµετωπίζει αυστηρά τους στρατηγικούς κακοπληρωτές και τους µεγάλους οφειλέτες.
Πρώτον, απαιτείται πλήρης καταγραφή και εκκαθάριση του πραγµατικού ιδιωτικού χρέους.
Δεύτερον, προτείνουµε µόνιµο µηχανισµό έως 120 δόσεων για οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ, µε τη δόση να συνδέεται µε το πραγµατικό εισόδηµα και την οικονοµική δυνατότητα του οφειλέτη. Για όσους τηρούν µε συνέπεια τη ρύθµιση πρέπει να προβλέπεται ουσιαστική διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων.
Τρίτον, προτείναµε µε σχέδιο νόµου που καταθέσαµε στην Βουλή (20 Μάιου 2024) να θεσπιστεί το δικαίωµα των δανειοληπτών να εξαγοράζουν τα κόκκινα δάνεια τους µετά τη µεταβίβασή τους από τις τράπεζες στις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις
Τέταρτον, ο εξωδικαστικός µηχανισµός πρέπει να γίνει πραγµατικά δεσµευτικός για όλους τους πιστωτές, µε πλήρη διαφάνεια του αλγορίθµου, σαφές χρονοδιάγραµµα, δικαίωµα αιτιολογηµένης ένστασης και υποχρέωση πρότασης βιώσιµης ρύθµισης πριν από οποιοδήποτε µέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης.
Πέµπτον, απαιτείται αυστηρή εποπτεία των servicers.
Έκτον, είναι απαραίτητο ένα ουσιαστικό πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας για τις ευάλωτες και οικονοµικά αδύναµες οικογένειες. Ο
Έβδοµον, απαιτείται ειδικό πρόγραµµα δεύτερης ευκαιρίας για βιώσιµες µικροµεσαίες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελµατίες, µε αναδιάρθρωση χρεών, περίοδο χάριτος, εγγυοδοτικά εργαλεία και δυνατότητα πρόσβασης σε νέα χρηµατοδότηση.
Τέλος, η αντιµετώπιση του ιδιωτικού χρέους προϋποθέτει αύξηση του διαθέσιµου εισοδήµατος. Η ΝΙΚΗ προτείνει µείωση του ΦΠΑ στα τρόφιµα από το 13% στο 8%, µείωση του βασικού συντελεστή από το 24% στο 20%, περιορισµό του ενεργειακού κόστους, ενίσχυση της οικογένειας και ουσιαστική φορολογική ελάφρυνση της µικροµεσαίας επιχειρηµατικότητας.
Όσο η κυβέρνηση θυσιάζει την πραγµατική οικονοµία στον βωµό της επικοινωνιακής εικόνας και των πρόωρων αποπληρωµών, το δηµόσιο χρέος µπορεί να φαίνεται ότι µειώνεται, αλλά το χρέος της κοινωνίας θα εξακολουθεί να αυξάνεται.
* Βουλευτής Β2′ Δυτικού Τοµέα Αθηνών µε τη ΝΙΚΗ
Σχετικά Άρθρα
07/09/2026 - 21:38
07/09/2026 - 21:20
07/09/2026 - 21:18
07/09/2026 - 21:12
Δείτε επίσης