Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2026

Η Βουλγαρία στο ευρώ – Eνα άλµα εµπιστοσύνης ή µια αναβολή της κρίσης;

Toυ ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *

 

H απόφαση της Βουλγαρία να ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2026 παρουσιάζεται από τις ευρωπαϊκές ελίτ ως το επιστέγασµα µιας «ώριµης» πορείας σύγκλισης. Πληθωρισµός εντός ορίων, ελεγχόµενο έλλειµµα, σταθερή ισοτιµία. Όλα τα κουτάκια τσεκαρισµένα. Όµως η ιστορία -ιδίως η οικονοµική- δεν γράφεται µε τεχνικά κριτήρια µόνο. Γράφεται µε κοινωνικές αντοχές, θεσµούς και, κυρίως, µε πολιτική ειλικρίνεια. Και εκεί ακριβώς αρχίζει το πρόβληµα.

Η Βουλγαρία εισέρχεται στο ευρώ µε κλειδωµένη ισοτιµία 1 ευρώ = 1,95583 λέβα, µια ισοτιµία που δεν προέκυψε από διαπραγµάτευση ισχύος αλλά από µακρόχρονη νοµισµατική εξάρτηση. Το λέβα ήταν ήδη δεµένο στο ευρώ µέσω καθεστώτος currency board εδώ και δεκαετίες. Με άλλα λόγια, η Σόφια δεν παραδίδει νοµισµατική κυριαρχία· την έχει παραδώσει εδώ και χρόνια. Αυτό καθιστά την ένταξη τεχνικά οµαλή, αλλά πολιτικά κενή. Δεν είναι µια «εθνική επιλογή», είναι µια τυπική επικύρωση µιας πραγµατικότητας που προϋπήρχε.

Το ερώτηµα όµως δεν είναι τι χάνει η Βουλγαρία. Είναι τι πιστεύει ότι κερδίζει. Οι κυβερνήσεις της υπόσχονται σταθερότητα, φθηνότερο δανεισµό, επενδύσεις, κύρος. Υπόσχονται, µε δυο λόγια, το ίδιο αφήγηµα που άκουσαν κάποτε οι Έλληνες όταν η Ελλάδα µπήκε στην ΟΝΕ. Μόνο που η ιστορία έχει κακή συνήθεια: επαναλαµβάνεται, αλλά ποτέ ως φάρσα για εκείνον που αρνείται να τη θυµηθεί.

Τα τελευταία δέκα χρόνια, η Βουλγαρία έζησε –σε εισαγωγικά– το δικό της ΠΑΣΟΚ. Ραγδαία άνοδος εισοδηµάτων σε συγκεκριµένες οµάδες, καταναλωτική ευφορία, εύκολο χρήµα από επενδύσεις, είσοδος πολυεθνικών, real estate boom, µια αίσθηση ότι «επιτέλους γινόµαστε Ευρώπη». Δεν ήταν κοινωνική ευηµερία για όλους, αλλά ήταν αρκετή για να δηµιουργήσει µια νέα µεσαία τάξη προσδοκιών. Και αυτές οι προσδοκίες, όπως µας δίδαξε η ελληνική εµπειρία, είναι πολιτικά εκρηκτικές όταν διαψεύδονται.

Εδώ µπαίνει ο µεγάλος, άβολος παράγοντας: η διαφθορά. Διαχρονική, βαθιά, δοµική.

Διαφθορά

Όχι ως παθολογία µεµονωµένων πολιτικών, αλλά ως σύστηµα διακυβέρνησης. Η ένταξη στην Ευρωζώνη δεν θεραπεύει τη διαφθορά. Την καλύπτει. Της προσφέρει φθηνότερο χρήµα, θεσµική ασπίδα και χρόνο. Ακριβώς όπως συνέβη στην Ελλάδα πριν το 2009. Η νοµισµατική ένωση δεν τιµωρεί την κακοδιαχείριση· την αναβάλλει. Μέχρι να έρθει ο λογαριασµός.

Και ο λογαριασµός, ιστορικά, έρχεται πάντα µε την ίδια υπογραφή: το Διεθνές Νοµισµατικό Ταµείο. Όχι επειδή το ΔΝΤ «φταίει», αλλά επειδή καλείται όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν αποτύχει. Αν –όταν– έρθει η επόµενη διεθνής χρηµατοπιστωτική κρίση, η Βουλγαρία θα βρεθεί χωρίς εθνικό νόµισµα, µε κοινωνία εθισµένη στην ευηµερία, µε θεσµούς αδύναµους και µε πολιτικό σύστηµα που έχει µάθει να κυβερνά χωρίς κόστος. Το σενάριο δεν είναι κινδυνολογία. Είναι σχεδόν σχολικό.

Κάποιοι αντιτείνουν: «Η Ελλάδα ήταν διαφορετική περίπτωση». Πράγµατι. Ήταν.

Η Ελλάδα µπήκε στην ΟΝΕ µε υψηλή ισοτιµία, κατόπιν πολιτικής διαπραγµάτευσης, µε επίγνωση ότι το κόστος προσαρµογής θα ήταν βαρύ αλλά διαχειρίσιµο. Η Βουλγαρία µπαίνει χωρίς διαπραγµάτευση, χωρίς κοινωνική συναίνεση, χωρίς πολιτική αφήγηση που να εξηγεί το ρίσκο. Η ιστορία, σε αυτό το σηµείο, δεν συγκινείται από τις διαφορές. Τιµωρεί τις οµοιότητες.

Το ευρώ δεν είναι πανάκεια. Είναι εργαλείο. Και τα εργαλεία στα λάθος χέρια γίνονται όπλα αυτοκαταστροφής. Αν η Βουλγαρία δεν χρησιµοποιήσει την επόµενη δεκαετία για να χτυπήσει τη διαφθορά, να ενισχύσει θεσµούς, να επενδύσει στην παραγωγή και όχι µόνο στην κατανάλωση, τότε το κοινό νόµισµα δεν θα είναι σύµβολο ευρωπαϊκού µέλλοντος. Θα είναι το ακριβό εισιτήριο για µια κρίση µε ξένα κλειδιά και εγχώρια αδιέξοδα.

Η ιστορία δεν χρωστά τίποτα στη Βουλγαρία. Όπως δεν χρώσταγε τίποτα και στην Ελλάδα. Το ερώτηµα είναι αν αυτή τη φορά κάποιος θα τη διαβάσει πριν τη ζήσει.

* Πολιτικός αναλυτής,
Δηµοσιογράφος

 

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή