Η Ευρώπη στη φωτιά: Το ακριβό στοίχηµα της φον ντερ Λάιεν στο Κίεβο
Toυ ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *
Την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου, τέσσερα ακριβώς χρόνια µετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επέλεξε να βρεθεί για ακόµη µία φορά στο Κίεβο. Με ανάρτησή της στην πλατφόρµα «X» λίγο µετά τις 07:20 το πρωί, ανακοίνωσε ότι πρόκειται για τη «δέκατη επίσκεψή» της στην ουκρανική πρωτεύουσα από το 2022. Το µήνυµα ήταν σαφές, σχεδόν προγραµµατικό: «Η Ευρώπη στέκει ακλόνητη στο πλευρό της Ουκρανίας – οικονοµικά, στρατιωτικά, µέχρι την ειρήνη µε τους όρους της Ουκρανίας».
Η εικόνα της άφιξης µε το τρένο, η θερµή υποδοχή από Ουκρανούς αξιωµατούχους, η ανθοδέσµη στα χρώµατα της Ουκρανία, όλα συνέθεταν ένα σκηνικό υψηλού συµβολισµού. Μαζί της και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκό Συµβούλιο, Αντόνιο Κόστα, σε µια επίδειξη ευρωπαϊκής ενότητας. Όµως πίσω από τις τελετές και τις βαρύγδουπες διακηρύξεις, κρύβεται µια πολιτική που κοστίζει ακριβά -σε ανθρώπινες ζωές, σε οικονοµική σταθερότητα και σε γεωπολιτική ισορροπία. Τέσσερα χρόνια πολέµου έχουν αφήσει πίσω τους έναν εφιάλτη. Χιλιάδες νεκροί, εκατοµµύρια εκτοπισµένοι, κατεστραµµένες πόλεις, µια χώρα που ζει υπό µόνιµη απειλή. Και όµως, αντί η Ευρωπαϊκή Ένωση να αναζητήσει έναν ρεαλιστικό δρόµο προς την αποκλιµάκωση, η ηγεσία της επιµένει σε µια στρατηγική κλιµάκωσης. Κάθε νέα επίσκεψη συνοδεύεται από υποσχέσεις για περισσότερη στρατιωτική βοήθεια, για νέα οικονοµικά πακέτα, για περαιτέρω κυρώσεις κατά της Ρωσία. Η λογική είναι απλή: πίεση µέχρι τελικής νίκης.
Αλλά η πραγµατικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη. Η Μόσχα δεν κατέρρευσε. Δεν γονάτισε υπό το βάρος των κυρώσεων. Αντιθέτως, αναδιάρθρωσε την οικονοµία της, ενίσχυσε δεσµούς µε χώρες εκτός δυτικού µπλοκ και διατήρησε σηµαντική στρατιωτική ισχύ. Η υπόσχεση περί «στρατηγικής ήττας» της Ρωσίας παραµένει περισσότερο πολιτικό σύνθηµα παρά απτή εξέλιξη. Και όσο η σύγκρουση συνεχίζεται, τόσο περισσότερο µετατρέπεται σε πόλεµο φθοράς -µε ανυπολόγιστο κόστος. Το τίµηµα δεν είναι µόνο ουκρανικό. Είναι και ευρωπαϊκό. Η ενεργειακή κρίση που πυροδοτήθηκε από τη ρήξη µε τη ρωσική αγορά οδήγησε σε εκτίναξη των τιµών. Βιοµηχανίες βρέθηκαν αντιµέτωπες µε ασφυκτικό κόστος παραγωγής. Νοικοκυριά είδαν τους λογαριασµούς να διογκώνονται. Ο πληθωρισµός ροκάνισε εισοδήµατα. Η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονοµίας υποχώρησε, µε επενδύσεις να µετακινούνται προς αγορές µε χαµηλότερο ενεργειακό κόστος.
Αµυντικές δαπάνες
Την ίδια στιγµή, οι αµυντικές δαπάνες αυξάνονται ραγδαία. Δισεκατοµµύρια ευρώ κατευθύνονται σε εξοπλισµούς και στρατιωτική ενίσχυση, ενώ κοινωνικές πολιτικές, δηµόσια υγεία και στήριξη της µεσαίας τάξης πιέζονται. Οι ευρωπαϊκοί προϋπολογισµοί δοκιµάζονται, και η συζήτηση περί δηµοσιονοµικής πειθαρχίας επανέρχεται µε ένταση. Ο Ευρωπαίος πολίτης καλείται να χρηµατοδοτήσει µια παρατεταµένη γεωπολιτική αναµέτρηση, χωρίς να του έχει εξηγηθεί µε ειλικρίνεια ποιο είναι το τελικό σχέδιο.
Η φράση «ειρήνη µε τους όρους της Ουκρανίας» ακούγεται ηθικά δικαιολογηµένη. Όµως η διεθνής πολιτική δεν καθορίζεται µόνο από ηθικές επιθυµίες. Καθορίζεται από συσχετισµούς ισχύος. Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθετεί απόλυτες διατυπώσεις, περιορίζει τα περιθώρια διπλωµατικής ευελιξίας. Εγκλωβίζεται σε µια γραµµή «µέχρι τέλους», χωρίς να είναι σαφές τι σηµαίνει αυτό το «τέλος» και ποιος θα το καθορίσει. Η Ρωσία παραµένει πυρηνική δύναµη, µε σηµαντικούς φυσικούς πόρους και στρατηγικό βάθος. Η ιδέα ότι µπορεί να ηττηθεί ολοκληρωτικά στο πεδίο ή να καταρρεύσει οικονοµικά δεν επιβεβαιώθηκε. Αντίθετα, η σύγκρουση φαίνεται να παγιώνεται, µε εναλλαγές εδαφικών κερδών και απωλειών, αλλά χωρίς αποφασιστική έκβαση. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιµονή σε µια στρατηγική πλήρους επικράτησης µοιάζει περισσότερο µε πολιτική ευχή παρά µε ρεαλιστική εκτίµηση.
Εµπλοκή
Και εδώ ανακύπτει το µεγάλο ερώτηµα: παίζει η ευρωπαϊκή ηγεσία µε τη φωτιά; Όσο αυξάνονται οι στρατιωτικές δεσµεύσεις, όσο βαθαίνει η εµπλοκή, τόσο µεγαλώνει ο κίνδυνος ευρύτερης αποσταθεροποίησης. Η ένταση δεν µένει στα σύνορα της Ουκρανίας· επηρεάζει την ενεργειακή ασφάλεια, την οικονοµική συνοχή, ακόµη και την πολιτική σταθερότητα στο εσωτερικό των κρατών-µελών.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια ενισχύεται. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η άνοδος ακραίων πολιτικών δυνάµεων συνδέεται µε την αίσθηση ότι οι ελίτ αγνοούν τις καθηµερινές αγωνίες των πολιτών. Όταν οι κυβερνήσεις εµφανίζονται έτοιµες να χρηµατοδοτήσουν έναν ατελείωτο πόλεµο, αλλά διστάζουν να στηρίξουν επαρκώς τους ίδιους τους λαούς τους, το πολιτικό ρήγµα βαθαίνει.
Η επίσκεψη της 24ης Φεβρουαρίου είχε ισχυρό συµβολισµό. Όµως ο συµβολισµός δεν υποκαθιστά τη στρατηγική. Η Ευρώπη χρειάζεται νηφαλιότητα, ρεαλισµό και σοβαρή αποτίµηση των δεδοµένων. Η αλληλεγγύη προς την Ουκρανία δεν µπορεί να σηµαίνει άκριτη κλιµάκωση χωρίς σαφή ορίζοντα ειρήνης. Χρειάζεται διπλωµατική πρωτοβουλία, αναζήτηση διαύλων επικοινωνίας, προετοιµασία για δύσκολους αλλά αναγκαίους συµβιβασµούς. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι διπλός. Από τη µία, να συνεχιστεί µια αιµατηρή σύγκρουση χωρίς ορατό τέλος, µε νέες γενιές να θυσιάζονται. Από την άλλη, να βρεθεί η ίδια η Ευρώπη οικονοµικά εξασθενηµένη, πολιτικά διχασµένη και στρατηγικά εκτεθειµένη. Η πολιτική δεν είναι πεδίο συνθηµάτων. Είναι πεδίο ευθύνης.
Η κ. φον ντερ Λάιεν µίλησε για «ακλόνητη δέσµευση». Η ιστορία, όµως, θα κρίνει αν αυτή η ακαµψία ήταν ένδειξη ηγετικής αποφασιστικότητας ή επικίνδυνης εµµονής. Σε µια εποχή γεωπολιτικών ανατροπών, η Ευρώπη οφείλει να αναρωτηθεί αν η πορεία που ακολουθεί οδηγεί πράγµατι στην ειρήνη -ή αν, αντίθετα, τη φέρνει πιο κοντά σε µια παρατεταµένη και ακριβή σύγκρουση, µε κόστος που ίσως αποδειχθεί δυσβάστακτο για τις ίδιες τις κοινωνίες της.
* Πολιτικός αναλυτής,
Δηµοσιογράφος
Σχετικά Άρθρα
03/03/2026 - 17:09
03/03/2026 - 17:06
Δείτε επίσης