Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2026

«Γαλάζια» επικοινωνιακά κόλπα για τα σκάνδαλα

Το υπερβολικό θράσος στηρίζεται στη συντριπτική υπεροχή της Νέας Δηµοκρατίας και της κυβέρνησης στους επικοινωνιακούς µηχανισµούς, που επιτρέπει στην προπαγάνδα να κυριαρχεί λόγω έλλειψης ισχυρού αντιλόγου. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα αντιστροφής της αλήθειας είναι η δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη

Του Θανάση Λυρτσογιάννη

 

Στην Ελλάδα του «είσαι ό,τι δηλώσεις», η Νέα Δηµοκρατία µπορεί να κατηγορεί τα άλλα κόµµατα για σκάνδαλα. «Oργια» που έχουν κάνει οι «γαλάζιες» ακρίδες, επιχειρεί να τα βάψει µε άλλα χρώµατα, νοµίζοντας ότι µπορεί να κοροϊδέψει τους πολίτες. Χρειάζεται θράσος βέβαια για να το κάνει αυτό, αλλά το θράσος είναι το µόνο που δεν λείπει από τους «γαλάζιους». Αντιθέτως είναι είδος σε αφθονία µαζί µε την αλαζονεία.

Τούτες τις µέρες µε αφορµή τις υποθέσεις Παναγόπουλου και Χατζηδάκη οι Νεοδηµοκράτες επιχειρούν µε ιδιαίτερη θρασύτητα να αποδώσουν τα σκάνδαλα στο ΠΑΣΟΚ σε µία προσπάθεια να εξισώσουν τα δύο κόµµατα στο σκέλος των σκανδάλων.

Εάν αυτό δεν είναι ένδειξη πρωτοφανούς θρασύτητας, τότε οι λέξεις έχουν χάσει τη σηµασία τους.

Αριστοτέλης… και θράσος

Και ο Αριστοτέλης, κυρίως στα Ηθικά Νικοµάχεια, αναφέρεται στο θράσος και µας δίνει µία ακόµα διάσταση ότι δηλαδή πολλοί θρασείς είναι στην πραγµατικότητα «θρασύδειλοι». Συνεπώς αν δεν είχαν συντριπτική επικοινωνιακή υπεροχή, ενδεχοµένως δεν θα υποστήριζαν όσα λένε από φόβο µην γελοιοποιηθούν.

Και στην περίπτωση των σκανδάλων το υπερβολικό θράσος στηρίζεται στην συντριπτική υπεροχή της Νέας Δηµοκρατίας και της κυβέρνησης στους επικοινωνιακούς µηχανισµούς, που επιτρέπει στην προπαγάνδα να κυριαρχεί λόγω έλλειψης ισχυρού αντιλόγου.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα αντιστροφής της αλήθειας είναι η δήλωση του Αδωνι Γεωργιάδη «µέσα στο 2026 θα παραδώσουµε το καλύτερο ΕΣΥ όλων των εποχών». Και δεν ωρωδεί προ ουδενός, παρότι σε κάθε επίσκεψη σε νοσοκοµείο τον υποδέχονται µε αντιδράσεις οι γιατροί και οι νοσηλευτές. Αντιδρούν γιατί τα νοσοκοµεία είναι υποστελεχωµένα σε βαθµό κατάρρευσης. Οµως, ο υπουργός επιµένει, γιατί ο υπουργικός λόγος στα ΜΜΕ είναι συντριπτικά κυρίαρχος µε αποτέλεσµα στη χώρα µας τούτη την εποχή να µην ισχύει µόνο το «είσαι ό,τι δηλώσεις», αλλά και το είναι αληθινό ό,τι δηλώσει ο υπουργός…

Μέγιστη απόδειξη κυβερνητικού θράσους αποτελεί και το αφήγηµα της κυβέρνησης για την επιτυχία στην οικονοµία. Παρά τα συντριπτικά στοιχεία από διεθνείς οργανισµούς, τη Eurostat, την ΕΛΣΤΑΤ που αποκαλύπτουν πως οι Ελληνες είµαστε στην τελευταία ή την προτελευταία θέση στην Ευρωπαϊκή Ενωση στην αγοραστική δύναµη, στον µέσο µισθό, δαπανούµε τα περισσότερα χρήµατα αναλογικά µε τα εισοδήµατα για τη στέγη, έχουµε µεγάλη ακρίβεια σε τρόφιµα και άλλα βασικά αγαθά, οι πραγµατικοί µισθοί και συντάξεις µειώνονται, η κυβέρνηση επιµένει στο αφήγηµα της οικονοµικής επιτυχίας, στηριζόµενη κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στην εκτέλεση του προϋπολογισµού και τα υπερπλεονάσµατα. Αλλά και αυτό έχει αρνητική χροιά σε πολύ µεγάλο βαθµό γιατί οφείλεται σε φοροµπηχτική πολιτική, σε άνιση και άδικη φορολογία.

Δηµοσκοπήσεις…

Την εβδοµάδα που πέρασε το κυβερνητικό αφήγηµα δέχτηκε ένα συντριπτικό χτύπηµα, το οποίο έχει και πολιτικές διαστάσεις. Στη δηµοσκόπηση της Metron Analysis που παρουσιάστηκε στο MEGA την Παρασκευή, υπήρχε ένα εύρηµα που τινάζει στον αέρα την κυβερνητική προπαγάνδα, γιατί προπαγάνδα είναι όσα ισχυρίζεται η κυβέρνηση.

Στους ερωτώµενους ετέθη το ερώτηµα «Πότε είχατε µεγαλύτερη οικονοµική άνεση, το 2019 ή σήµερα;». Η απάντηση είναι συντριπτική σε βάρος της κυβέρνησης. Το 52% απάντησε το 2019, το 27% σήµερα και το 19% το ίδιο. Μάλιστα η ίδια ακριβώς απάντηση δόθηκε και το 2025, πράγµα που σηµαίνει ότι δεν έχει περιστασιακό χαρακτήρα, αλλά είναι διαρκής στο χρόνο.

Βέβαια, µην περιµένετε από την κυβέρνηση να παραδεχτεί πως η πολιτική της έχει αποτύχει. Το αντίθετο θα συµβεί.

Ωστόσο, το δηµοσκοπικό εύρηµα µπορεί να δώσει ώθηση στον Αλέξη Τσίπρα. Μικρή ή µεγάλη θα εξαρτηθεί από το χειρισµό που θα κάνει ο πρώην πρωθυπουργός και η επικοινωνιακή του οµάδα. Γιατί όταν το 52% δηλώνει ότι ζούσε καλύτερα το 2019, σηµαίνει ότι υπάρχει ένα µεγάλο ποσοστό των πολιτών που θα ήταν διατεθειµένοι να ακούσουν το οικονοµικό πρόγραµµα, τις προτάσεις για τους µισθούς, τις συντάξεις, τη στέγη, την ακρίβεια, τη φορολογία και να κάνει τις συγκρίσεις µε τις πολιτικές της κυβέρνησης, οι οποίες για το 52% κρίνονται αποτυχηµένες.

Θα ρωτήσει κανείς πολύ λογικά αν υπάρχουν πιθανότητες ο Αλέξης Τσίπρας να υπερισχύσει του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η απάντηση είναι πως µόνο από αυτό το εύρηµα δεν µπορεί κανείς να δώσει καταφατική απάντηση. Γιατί αν ίσχυε αυτή η εξίσωση, τότε οι ερωτώµενοι δεν θα απαντούσαν σε ποσοστό 61% πως είναι απίθανο να ψηφίσουν τον Αλέξη Τσίπρα στις εκλογές.

Αντίφαση

Υπάρχει αντίφαση ανάµεσα στα δύο ευρήµατα; Η απάντηση είναι αρνητική. Γιατί ο ψηφοφόρος δεν καθορίζει τη στάση του και δεν κάνει τις επιλογές απέναντι στα κόµµατα και τους πολιτικούς µε κριτήριο µόνο την οικονοµική πολιτική, αλλά και πολλούς άλλους παράγοντες. Δεν παύει, όµως, το πορτοφόλι να είναι ο σηµαντικότερος λόγος επιλογής. Τούτο µπορεί να ισχύει πολύ περισσότερο για τα πιο φτωχά νοικοκυριά που σε ποσοστό 62,1% (σύµφωνα µε άλλη δηµοσκόπηση) δεν βγάζουν το µήνα µε τα εισοδήµατα που έχουν.

Τούτων λεχθέντων ο Αλέξης Τσίπρας έχει µία καλή βάση στην οποία µπορεί να πατήσει και να συντάξει ένα οικονοµικό πρόγραµµα, το οποίο θα δίνει απάντηση στα τεράστια προβλήµατα των πιο φτωχών πολιτών, αλλά και των µεσαίων στρωµάτων τα οποία µε την πολιτική της κυβέρνησης φτωχοποιούνται.

Να δώσει βαθιές ανάσες στους προαναφερόµενους πολίτες, να τους πείσει πως µε το δικό του οικονοµικό πρόγραµµα θα βγάλουν το κεφάλι έξω από το νερό και θα αρχίσουν να ζουν καλύτερα.

Αλλά ένα πρόγραµµα, όσο ρηξικέλευθο και φιλολαϊκό κι αν είναι, δεν αρκεί από µόνο του να ανατρέψει την παρούσα κατάσταση µε την ανακοίνωσή του. Είναι απαραίτητο και αναγκαίο να φτάσει στα αυτιά του κάθε πολίτη και να επηρεάσει την καρδιά του. Κι αυτό για να συµβεί χρειάζεται επικοινωνία διαρκή και επίµονη, επικοινωνία που θα µπορεί να εξουδετερώσει την αρνητική διαφήµιση που θα επιστρατεύσει η Νέα Δηµοκρατία, όπως έκανε στο παρελθόν και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, όχι µόνο δεν την αντέκρουσε, αλλά ούτε καν επιχείρησε να την αντιµετωπίσει.

Κι αυτό ήταν ένα πολύ µεγάλο λάθος που κόστισε ακριβά και θα είναι µεγαλύτερο αν επαναληφθεί.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή