Από την υπόθεση Παναγόπουλου, στη δαιµονοποίηση του συνδικαλισµού
Toυ ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *
Η υπόθεση που αφορά στον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόµη επεισόδιο οικονοµικής ή δικαστικής επικαιρότητας. Αγγίζει τον πυρήνα της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης στον ιδιωτικό τοµέα και αποκαλύπτει, ταυτόχρονα, τον τρόπο µε τον οποίο η κυβέρνηση µετατρέπει σοβαρές θεσµικές υποθέσεις σε εργαλεία πολιτικής σκοπιµότητας. Το πραγµατικό διακύβευµα δεν είναι µόνο η διερεύνηση µιας συγκεκριµένης υπόθεσης, αλλά ο τρόπος µε τον οποίο αυτή αξιοποιείται για να στηθεί –για ακόµη µία φορά– ένα συνολικό αφήγηµα απαξίωσης του συνδικαλισµού.
Από τις πρώτες ώρες της δηµοσιοποίησης, η κυβερνητική στάση δεν περιορίστηκε στην αυτονόητη επίκληση της Δικαιοσύνης και της ανάγκης πλήρους διαλεύκανσης. Αντιθέτως, ενεργοποιήθηκε ένα παλιό και δοκιµασµένο σχήµα: η ταύτιση του συνδικαλισµού µε τη διαφθορά, η γενίκευση µιας υπόθεσης σε συλλογικό κατηγορητήριο και η αναπαραγωγή του στερεότυπου περί «εργατοπατέρων» που νέµονται χρήµα και εξουσία εις βάρος των εργαζοµένων. Δεν πρόκειται για αθώα υπερβολή, αλλά για συνειδητή πολιτική επιλογή. Η απονοµιµοποίηση των συλλογικών οργανώσεων διευκολύνει την προώθηση αντεργατικών πολιτικών µε µειωµένες κοινωνικές αντιδράσεις. Η δαιµονοποίηση του συνδικαλισµού δεν είναι επικοινωνιακό παρακολούθηµα ενός σκανδάλου· είναι στρατηγική.
Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η αποδόµηση της ίδιας της έννοιας της συλλογικής διεκδίκησης. Το κυβερνητικό αφήγηµα επιµένει ότι τα συνδικάτα είναι ξεκοµµένα από την κοινωνία και ότι οι εργαζόµενοι δεν βρίσκουν νόηµα στη συλλογική οργάνωση. Όµως αυτή η εικόνα δεν περιγράφει την πραγµατικότητα· τη διαµορφώνει. Είναι το αποτέλεσµα µιας µακρόχρονης πολιτικής αποδιάρθρωσης των συλλογικών θεσµών της εργασίας και όχι απόδειξη της περιττότητάς τους.
Διαφάνεια…
Η επίκληση της «διαφάνειας» αποδεικνύεται επιλεκτική. Όταν πρόκειται για τη διαχείριση δηµόσιου χρήµατος, απευθείας αναθέσεις και περιορισµένους ελέγχους, η ρητορική περί κάθαρσης εξαφανίζεται. Όταν, όµως, µια υπόθεση αφορά τον χώρο των εργατικών οργανώσεων, ενεργοποιείται ένας ολόκληρος µηχανισµός ηθικής καταγγελίας. Το µήνυµα προς την κοινωνία είναι σαφές: οι εργαζόµενοι δεν πρέπει να εµπιστεύονται συλλογικές δοµές, να οργανώνονται ή να διεκδικούν. Ο καθένας µόνος του, απέναντι στην εργοδοσία, την ακρίβεια και την επισφάλεια.
Η αποπολιτικοποίηση της εργασίας αποτελεί βασικό στόχο αυτής της πολιτικής.
Η υπόθεση Παναγόπουλου λειτουργεί ως βολικό όχηµα για να εµπεδωθεί η ιδέα ότι τα συνδικάτα αποτελούν πρόβληµα και όχι αναγκαίο θεσµικό αντίβαρο. Δεν ανοίγει καµία ουσιαστική συζήτηση για τη διαφάνεια, τη λειτουργία και τη δηµοκρατική ανανέωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αντίθετα, η συλλογική εκπροσώπηση παρουσιάζεται συλλήβδην ως κάτι ύποπτο και παρωχηµένο.
Αυτή η γενίκευση είναι πολιτικά επικίνδυνη, γιατί δεν πλήττει µόνο τη ΓΣΕΕ ή τη σηµερινή της ηγεσία, αλλά κάθε σωµατείο βάσης και κάθε εργαζόµενο που σκέφτεται να οργανωθεί.
Η αποδυνάµωση των εργατικών διεκδικήσεων δεν προέκυψε από αδιαφορία των εργαζοµένων. Είναι αποτέλεσµα συγκεκριµένων πολιτικών επιλογών: περιορισµός των συλλογικών συµβάσεων, αυστηροποίηση του πλαισίου για την απεργία, ανοχή στην εργοδοτική αυθαιρεσία και υποστελέχωση των ελεγκτικών µηχανισµών. Σε αυτό το περιβάλλον, ο συνδικαλισµός δεν απέτυχε· υπονοµεύθηκε.
Ταυτόχρονα, η υπεράσπιση του συνδικαλισµού δεν µπορεί να ταυτίζεται µε άκριτη υπεράσπιση προσώπων.
Η κριτική προς την ηγεσία της ΓΣΕΕ, ιδίως για την περίοδο 2009-2010 και την αδυναµία συγκρότησης ενός διαρκούς και κλιµακούµενου αγώνα απέναντι στα µνηµονιακά µέτρα, είναι υπαρκτή και πολιτικά βάσιµη. Όµως αυτή η κριτική οδηγεί στο αίτηµα για περισσότερη δηµοκρατία, έλεγχο και συµµετοχή από τη βάση -όχι στη διάλυση των συλλογικών δοµών.
Η κυβέρνηση αξιοποιεί αυτή την κριτική για να καταλήξει στο αντίθετο πολιτικό αποτέλεσµα. Η επίθεση στον συνδικαλισµό δεν είναι προϊόν ηθικής αγανάκτησης, αλλά µέρος ενός ευρύτερου σχεδίου που επιδιώκει έναν κόσµο εργασίας χωρίς συλλογική µνήµη και θεσµικά αντίβαρα. Απέναντι σε αυτή την πολιτική, η απάντηση δεν µπορεί να είναι η σιωπή.
Η Δικαιοσύνη οφείλει να διερευνήσει πλήρως την υπόθεση, αλλά η κοινωνία οφείλει να υπερασπιστεί το δικαίωµα των εργαζοµένων να οργανώνονται και να διεκδικούν συλλογικά. Γιατί αυτό που πραγµατικά ενοχλεί δεν είναι τα σκάνδαλα· είναι η ιδέα των οργανωµένων και απαιτητικών εργαζοµένων.
* Πολιτικός αναλυτής,
Δηµοσιογράφος
Σχετικά Άρθρα
16/02/2026 - 21:46
16/02/2026 - 21:39
Δείτε επίσης