Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2026

Από την παροχολογία στην προοδευτική διακυβέρνηση

Οι παροχές που προτείνονται µπορούν να προσφέρουν πρόσκαιρες ανάσες. Δεν αντιµετωπίζουν, όµως, τις αιτίες της συρρίκνωσης της εγχώριας παραγωγής, του αποκλεισµού σηµαντικών τµηµάτων της από χρηµατοδοτικά εργαλεία και τεχνολογίες, της ακρίβειας, των κοινωνικών ανισοτήτων, της περιφερειακής ερήµωσης, της δηµογραφικής συρρίκνωσης και της εµπορευµατοποίησης των κοινών αγαθών

Tου ΧΑΡΗ ΤΣΙΟΚΑ *

 

Μπήκαµε σε µια απροσδιόριστη και παρατεταµένη προεκλογική περίοδο. Μαζί της ανοίγει και η συζήτηση για το «κυβερνητικό» πρόγραµµα που καταθέτουν τα κόµµατα και, κυρίως, για το ποιο παραγωγικό και κοινωνικό µοντέλο θέλουν να υπηρετήσουν.

Οι πρόσφατες εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη, κατά την άποψή µου, υπερασπίζονται τον πυρήνα ενός µοντέλου που έχει οξύνει τις ανισότητες, έχει συρρικνώσει την εγχώρια παραγωγική βάση και έχει περιορίσει τον κοινωνικό και αναπτυξιακό ρόλο του κράτους.

Οι παροχές που προτείνονται µπορούν να προσφέρουν πρόσκαιρες ανάσες.

Δεν αντιµετωπίζουν, όµως, τις αιτίες της συρρίκνωσης της εγχώριας παραγωγής, του αποκλεισµού σηµαντικών τµηµάτων της από χρηµατοδοτικά εργαλεία και τεχνολογίες, της ακρίβειας, των κοινωνικών ανισοτήτων, της περιφερειακής ερήµωσης, της δηµογραφικής συρρίκνωσης και της εµπορευµατοποίησης των κοινών αγαθών.

Και όλα αυτά σε µια περίοδο κατά την οποία η χώρα καλείται να αντιµετωπίσει ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, οι οποίες µεταβάλλουν τις ισορροπίες στην περιοχή.

Η παγίδα της προσωποποίησης

Για τη συνέχιση αυτών των πολιτικών, εφόσον δεν καταστεί εφικτή η αυτοδυναµία της ΝΔ, διαµορφώνεται, κατά την εκτίµησή µου, ένας ακόµη κίνδυνος: να αποδοθεί η κοινωνική δυσφορία αποκλειστικά στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη και όχι στις πολιτικές επιλογές της ΝΔ.

Η προσωποποίηση, όµως, της πολιτικής ευθύνης µπορεί να αποκρύψει το ουσιαστικό ερώτηµα: ποιο παραγωγικό, κοινωνικό και αναπτυξιακό µοντέλο θα ακολουθήσει η χώρα;

Δεν είναι τυχαίο ότι παράλληλα προβάλλεται η πρωτοβουλία του Αντώνη Σαµαρά ως εξέλιξη που θα µπορούσε να αποτρέψει την αυτοδυναµία µιας κυβέρνησης Μητσοτάκη, χωρίς να ανατρέψει τον βασικό πολιτικό προσανατολισµό της ΝΔ.

Ήδη διατυπώνονται σενάρια σύµφωνα µε τα οποία, λόγω και των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας, θα απαιτηθούν κυβερνητικά σχήµατα ευρύτερης συµµετοχής. Το κρίσιµο, όµως, δεν µπορεί να είναι απλώς η εναλλαγή προσώπων.

Το πραγµατικό ζητούµενο είναι η αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης.

Ο προοδευτικός χώρος

Είναι κατανοητή η προσπάθεια του κάθε κόµµατος να αυξήσει την εκλογική του επιρροή και να γίνει κορµός της πολιτικής αλλαγής που έχει ανάγκη ο τόπος. Όµως µε δεδοµένα τα ποσοστά που αποτυπώνονται σε όλες τις καταγραφές ο κοινωνικά αναγκαίος στόχος της πολιτικής αλλαγής δεν πρέπει να µεταφερθεί στην µεθεπόµενη τετραετία.

Για το λόγο αυτό τα κόµµατα που αυτοπροσδιορίζονται στον προοδευτικό χώρο θα πρέπει µε τις ανταγωνιστικές τους προτάσεις να µη κλείνουν τον δρόµο των συνεργασιών προκειµένου να υπάρξει προοδευτική διακυβέρνηση καθιστώντας τη ΝΔ µε τις πολιτικές της αντιπολίτευση.

Η υπαρκτή πλέον κοινωνική αντιπολίτευση για να συµµετέχει στις κάλπες των εκλογών πρέπει να αισθανθεί ότι είναι εφικτή η προοδευτική διακυβέρνηση στις εκλογικές αναµετρήσεις που έρχονται

Η περίοδος που διανύουµε δείχνει ότι το θέµα των συνεργασιών θα είναι στο τραπέζι και το κρίσιµο ερώτηµα για τον πολίτη θα είναι: Η χώρα δεν χρειάζεται απλά εναλλαγή προσώπων όπως δείχνουν να µελετούν κάποια συστηµικά κέντρα. Η χώρα χρειάζεται αλλαγή πολιτικής που θα αφορά το παραγωγικό µοντέλο, την κοινωνική συνοχή, τον ρόλο του κράτους και την επαναφορά της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής

Οχι λοιπόν στις διµέτωπες αντιπαραθέσεις που απογοητεύουν τους πολίτες και δυναµώνουν την αποχή. Γεγονός που γίνεται δώρο όχι απλώς στον Μητσοτάκη αλλά στη ΝΔ.

 

Εναλλακτικά προγράµµατα

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευθύνη των αυτοπροσδιοριζόµενων προοδευτικών κοµµάτων.

Στις επόµενες εκλογές δεν αρκεί να αναµετρηθούν µεταξύ τους για την κατάταξη στην αντιπολίτευση. Οφείλουν να αναµετρηθούν µε εναλλακτικά προγράµµατα διακυβέρνησης, τα οποία θα στηρίζονται σε µια σύγχρονη κοινωνική και πολιτική συµµαχία.

Απέναντι στην επιδοµατική λογική της ΝΔ, οι ηγεσίες των προοδευτικών κοµµάτων πρέπει να εξειδικεύσουν συγκεκριµένες πολιτικές για την παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση της χώρας.

Προτεραιότητα γίνεται η πρόσβαση της εγχώριας παραγωγικής βάσης σε χρηµατοδοτικά εργαλεία, επενδυτικά προγράµµατα και νέες τεχνολογίες, ώστε να αξιοποιηθούν τα συγκριτικά πλεονεκτήµατα της χώρας και κάθε περιοχής ξεχωριστά.

Το τραπεζικό σύστηµα και τα προγράµµατα πρέπει να γίνουν πραγµατικά προσπελάσιµα για τις παραγωγικές επιχειρήσεις, τους επαγγελµατίες και τους νέους. Δεν µπορεί η παραγωγική ανασυγκρότηση να παραµένει υπόθεση µόνο των µεγάλων οικονοµικών σχηµάτων.

Η πολιτική στόχευση πρέπει να αφορά την αποκέντρωση πόρων και αρµοδιοτήτων στις περιφέρειες και όχι απλώς την αποσυγκέντρωση υπουργείων.

Χρειάζονται κίνητρα για την ένταξη των νέων στην παραγωγική δραστηριότητα, πολιτικές µείωσης του κόστους και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του πρωτογενούς τοµέα, καθώς και συγκεκριµένες παρεµβάσεις για την αντιµετώπιση της περιφερειακής ερήµωσης και του δηµογραφικού.

Ταυτόχρονα, ένα προγραµµατικό πλαίσιο προοδευτικής διακυβέρνησης οφείλει να καθιστά το κράτος προσβάσιµο σε όλους.

Η επισφαλής εργασία που διευρύνεται απαιτεί σύγχρονους κανόνες. Οι συλλογικές συµβάσεις πρέπει να αποκτήσουν κεντρικό ρόλο, ώστε να διασφαλίζονται δικαιώµατα στις νέες κοινωνικές διαστρωµατώσεις, ενώ χρειάζονται σαφείς κανόνες και στο νέο περιβάλλον της τηλεργασίας.

Η τόνωση της ζήτησης, τέλος, δεν µπορεί να στηρίζεται σε µια εφάπαξ παροχολογία. Απαιτεί δηµοσιονοµικούς κανόνες που ενισχύουν και διευρύνουν την παραγωγική βάση της χώρας.

Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σηµασία το δηµοσιονοµικό πλαίσιο ενός εναλλακτικού προγράµµατος να υπηρετεί τη διεύρυνση της παραγωγής και της εργασίας και όχι απλώς τη διανοµή πρόσκαιρων παροχών.

Η προοδευτική διακυβέρνηση προϋποθέτει, επίσης, µεγάλες τοµές στον ρόλο του κράτους. Ένα κράτος που δεν θα περιορίζεται στον κατασταλτικό του ρόλο, αλλά θα διαµορφώνει κανόνες υγιούς ανταγωνισµού στην αγορά και θα διασφαλίζει την πρόσβαση όλων των πολιτών στην υγεία, την παιδεία, την κοινωνική ασφάλιση, τα δίκτυα και τα υπόλοιπα δηµόσια αγαθά.

Αυτές είναι ενδεικτικές µόνο κατευθύνσεις. Το ζητούµενο είναι τα προοδευτικά κόµµατα να ανταγωνιστούν στην εξειδίκευση των προγραµµάτων τους, ώστε οι εκλογές να αποτελέσουν αφετηρία για προγραµµατικές συγκλίσεις και όχι άλλη µία αναµέτρηση κοµµατικών περιχαρακώσεων.

 

Η κάλπη ζητά λύσεις και όχι µικροκοµµατικές περιχαρακώσεις…

Έχουµε εισέλθει σε µια νέα εποχή, µε σύνθετες κοινωνικές διαστρωµατώσεις που αναζητούν βιώσιµες λύσεις στα δικά τους προβλήµατα. Αυτό αλλάζει πλέον και τη σχέση των πολιτών µε την πολιτική και τα κόµµατα.

Για τον πολίτη και τον ψηφοφόρο, το ζητούµενο είναι να µπορεί να διακρίνει ποια λύση διακυβέρνησης απαντά στα προβλήµατά του. Όταν δεν τη διαπιστώνει, είτε απέχει είτε στρέφεται προς την ψήφο διαµαρτυρίας.

Ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη σειρά κατάταξης των κοµµάτων στην αντιπολίτευση..

Η αύξηση της αποχής και η ενίσχυση κοµµάτων διαµαρτυρίας αποτελούν, κατά την άποψή µου, ένδειξη ότι ένα τµήµα της κοινωνίας αισθάνεται πως η πολιτική έπαψε να λειτουργεί ως εργαλείο επίλυσης προβληµάτων και µετατράπηκε υπερβολικά σε επικοινωνιακή διαχείριση.

Εφόσον κανένα κόµµα δεν είναι βέβαιο ότι θα µπορέσει µόνο του να διαµορφώσει κυβερνητική πλειοψηφία, το ευρωπαϊκό µοντέλο των κυβερνητικών συνεργασιών αποκτά µεγαλύτερη σηµασία και στην Ελλάδα.

Μονοεδρικές

Το κρίσιµο, εποµένως, είναι τα κόµµατα του προοδευτικού τόξου να διεκδικήσουν την αύξηση της εκλογικής τους δύναµης µε σαφή εντολή για τη διαµόρφωση µιας πλειοψηφίας προοδευτικής διακυβέρνησης.

Είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη εκλογική αναµέτρηση, η κοινωνία θα έχει λόγο να συµµετάσχει εφόσον το πολιτικό και προγραµµατικό στίγµα των κοµµάτων δεσµεύει ότι η εντολή σχηµατισµού κυβέρνησης θα αξιοποιηθεί για συνεργασίες στη βάση µιας προοδευτικής πλειοψηφίας.

Ίσως, σε αυτό το σηµείο, έχει αξία να θυµηθούµε το µήνυµα των εκλογών του 1990.

Η εκλογική ιστορία εκείνης της περιόδου,παρά την παραποµπή του Α Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο,έχει καταγράψει και συνεργασίες στις µονοεδρικές περιφέρειες µεταξύ ΠΑΣΟΚ και Συνασπισµού, οι οποίες συνέβαλαν στη αποτροπή της αυτοδυναµίας τη ΝΔ.

Το ιστορικό παράδειγµα έχει αξία όχι ως µοντέλο προς µηχανική επανάληψη, αλλά ως υπενθύµιση ότι οι εκλογικές αναµετρήσεις κρίνονται και από το αν οι πολιτικές δυνάµεις µπορούν να παρουσιάσουν έναν πειστικό εναλλακτικό δρόµο.

Σήµερα, εποµένως, το ζητούµενο δεν µπορεί να είναι απλώς η αριθµητική των κοµµάτων. Είναι η διαµόρφωση ενός εναλλακτικού προγράµµατος που θα απαντά στις ανάγκες της κοινωνίας και της παραγωγής προσοχή στις επόµενες εκλογές

Συµπέρασµα: η πολιτική πρέπει να ξαναγίνει εργαλείο αντιµετώπισης των κοινωνικών και παραγωγικών αναγκών.

Γιατί, όπως έλεγε ο Ανδρέας Παπανδρέου, στην πολιτική δεν υπάρχει χάσµα γενεών αλλά χάσµα ιδεών.

Και γι’ αυτό δεν χρειάζονται απλώς κοµµατικοί µηχανισµοί. Χρειάζονται κόµµατα µε κοινωνική αντιστοίχιση, εναλλακτικό πρόγραµµα και δυνατότητα να µετατρέπουν τις κοινωνικές ανάγκες σε πολιτική πρόταση και κυβερνητική πράξη.

* π. Βουλευτής

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή