Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2026

Από την παντοδυναµία στο άγχος της πολιτικής επιβίωσης το Μαξίµου

Η πρόσφατη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη, σύµφωνα µε την οποία «ο καθένας -και ο αρχηγός- κρίνεται µε βάση το αποτέλεσµα το οποίο φέρνει στις εκλογές», συνοδευόµενη από την παραδοχή ότι, εάν έφερνε 25%, «καλά θα έκαναν» όσοι έθεταν ζήτηµα ηγεσίας, αποτυπώνει το πόσο έχουν µεταβληθεί τα πολιτικά δεδοµένα

Tου ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΑΠΑΔΗ *

  • Το όριο του 25%, τα ερωτήµατα και η Κυβερνητική φθορά
  • Τι κρύβουν οι «ελιγµοί» του κ. Μητσοτάκη

 

Από το 40,56% των εθνικών εκλογών του 2023 µέχρι τη σηµερινή συζήτηση για το ενδεχόµενο αποχώρησης του Κυριάκου Μητσοτάκη από την ηγεσία της Νέας Δηµοκρατίας, εφόσον το κυβερνών κόµµα περιοριστεί στο 25%, έχει µεσολαβήσει µια ολόκληρη πολιτική διαδροµή. Μια διαδροµή που χαρακτηρίζεται από κυβερνητική φθορά, συσσωρευµένη κοινωνική δυσαρέσκεια, διαχειριστικά λάθη και σταδιακή αποδυνάµωση της εµπιστοσύνης που είχε εξασφαλίσει ο πρωθυπουργός πριν από τρία χρόνια.

Η πρόσφατη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη (ΣΚΑΪ), σύµφωνα µε την οποία «ο καθένας -και ο αρχηγός- κρίνεται µε βάση το αποτέλεσµα το οποίο φέρνει στις εκλογές», συνοδευόµενη από την παραδοχή ότι, εάν έφερνε 25%, «καλά θα έκαναν» όσοι έθεταν ζήτηµα ηγεσίας, αποτυπώνει το πόσο έχουν µεταβληθεί τα πολιτικά δεδοµένα. Το ουσιαστικό ερώτηµα δεν είναι εάν ένας αρχηγός οφείλει να αναλαµβάνει την ευθύνη ενός αρνητικού αποτελέσµατος, αλλά πώς µια κυβέρνηση που απολάµβανε τόσο ισχυρή εκλογική νοµιµοποίηση έφτασε να συζητά ποσοστά κοντά στο 25%.

Το 2023 ο Κυριάκος Μητσοτάκης διέθετε ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, πολιτική πρωτοβουλία κινήσεων και µια αντιπολίτευση που αναζητούσε τον βηµατισµό της. Ωστόσο, οι ευρωεκλογές του 2024 αποτέλεσαν την πρώτη σοβαρή προειδοποίηση, µε τη Νέα Δηµοκρατία να υποχωρεί στο 28,31%, ενώ στη συνέχεια δηµοσκοπικές µετρήσεις κατέγραψαν ακόµη χαµηλότερες επιδόσεις στην πρόθεση ψήφου, µεταξύ 23% και 26%.

Πίσω από αυτή την υποχώρηση βρίσκονται συγκεκριµένες πολιτικές επιλογές και προβλήµατα που η κυβέρνηση δεν κατάφερε να αντιµετωπίσει αποτελεσµατικά.

Η ακρίβεια, το αυξηµένο κόστος στέγασης και η διαρκής πίεση στο διαθέσιµο εισόδηµα έχουν δηµιουργήσει ένα περιβάλλον ανασφάλειας για σηµαντικό µέρος της κοινωνίας. Παρά τις κυβερνητικές αναφορές στην οικονοµική ανάπτυξη, η καθηµερινότητα πολλών νοικοκυριών εξακολουθεί να απέχει αισθητά από την εικόνα ευηµερίας που επιχειρεί να παρουσιάσει το Μέγαρο Μαξίµου.

 

Τέµπη

Ωστόσο, δύο υποθέσεις έχουν αφήσει ιδιαίτερα βαθύ αποτύπωµα στην κυβερνητική εικόνα: η τραγωδία των Τεµπών και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Στην πρώτη περίπτωση, η απώλεια 57 ανθρώπων, τα ερωτήµατα για την ασφάλεια των σιδηροδρόµων και οι χειρισµοί που ακολούθησαν τη σύγκρουση προκάλεσαν έντονες κοινωνικές αντιδράσεις.

Οι κινητοποιήσεις των πολιτών και ο επίµονος αγώνας των συγγενών των θυµάτων για δικαιοσύνη ανέδειξαν ένα βαθύτερο πρόβληµα εµπιστοσύνης προς τους κρατικούς θεσµούς και την κυβερνητική διαχείριση.

Η υπόθεση των Τεµπών απέκτησε ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς συνδέθηκε µε τις διαχρονικές παθογένειες του ελληνικού κράτους, αλλά και µε την αποτελεσµατικότητα του κυβερνητικού µηχανισµού. Οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για απόδοση ευθυνών δεν στάθηκαν αρκετές για να περιορίσουν την κοινωνική αµφισβήτηση, ενώ τα ερωτήµατα για τις παραλείψεις και τη διαχείριση της τραγωδίας εξακολουθούν να αποτελούν αντικείµενο δηµόσιας αντιπαράθεσης.

 

ΟΠΕΚΕΠΕ

Αντίστοιχα, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, µε τις καταγγελίες για παράτυπες αγροτικές επιδοτήσεις, τους ελέγχους και τη διερεύνηση ενδεχόµενων πολιτικών ευθυνών, έπληξε την κυβερνητική αξιοπιστία σε ένα διαφορετικό αλλά εξίσου κρίσιµο πεδίο. Η διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, η διαφάνεια και η λειτουργία των ελεγκτικών µηχανισµών βρέθηκαν στο επίκεντρο, δηµιουργώντας εύλογα ερωτήµατα για την αποτελεσµατικότητα της διοίκησης.

«Αρρυθµίες» στο επιτελικό κράτος

Το πολιτικό πρόβληµα για το Μέγαρο Μαξίµου είναι ότι τα Τέµπη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αντιµετωπίζονται από ένα σηµαντικό µέρος της κοινωνίας ως δύο άσχετες µεταξύ τους υποθέσεις. Αντιθέτως, τροφοδοτούν την αίσθηση ότι το επιτελικό κράτος, πάνω στο οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης οικοδόµησε µεγάλο µέρος της πολιτικής του ταυτότητας, εµφανίζει σοβαρές αδυναµίες τόσο στην πρόληψη όσο και στη διαχείριση κρίσεων. Σε αυτό το περιβάλλον προστίθενται η υπόθεση των υποκλοπών, η κριτική για τις απευθείας αναθέσεις και η γενικότερη συζήτηση για τη λογοδοσία και τη θεσµική λειτουργία.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η αναφορά του πρωθυπουργού στο 25% αποκτά ιδιαίτερη εσωκοµµατική σηµασία. Από τη µία πλευρά, αναγνωρίζει ότι ένα τόσο χαµηλό αποτέλεσµα θα µπορούσε να ανοίξει ζήτηµα ηγεσίας. Από την άλλη, δηµιουργείται η εντύπωση ότι επιχειρεί να προσδιορίσει εκ των προτέρων το όριο µιας εκλογικής αποτυχίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ένα υψηλότερο ποσοστό θα µπορούσε να θεωρηθεί πολιτικά διαχειρίσιµο.

 

Το ερώτηµα της πολιτικής κυριαρχίας

Εδώ, όµως, βρίσκεται και η ουσιαστική αντίφαση. Μπορεί µια παράταξη που εξασφάλισε το 41% να αντιµετωπίσει ως ικανοποιητικό ένα αποτέλεσµα της τάξης του 27% ή του 28%, µόνο και µόνο επειδή ξεπερνά το όριο που έθεσε ο αρχηγός της; Η διατήρηση της πρώτης θέσης δεν ταυτίζεται απαραίτητα µε τη διατήρηση της πολιτικής κυριαρχίας, ιδιαίτερα όταν έχει προηγηθεί τόσο µεγάλη απώλεια εκλογικής επιρροής.

Την ίδια στιγµή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναµέτρηση ανάµεσα στο ΠΑΣΟΚ και στην Ελληνική Αριστερή Συµπαράταξη για τη δεύτερη θέση. Το ΠΑΣΟΚ εµφανίζει ενδείξεις δηµοσκοπικής ανάκαµψης και επιχειρεί να αξιοποιήσει την κυβερνητική φθορά, ενώ η ΕΛ.Α.Σ., παρά τη δυναµική που είχε αναπτύξει, βρίσκεται αντιµέτωπη µε πιέσεις και την ανάγκη να διατηρήσει την πολιτική της απήχηση. Πάντως για την ώρα η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα παραµένει σταθερά στη δεύτερη θέση µε σχετική απόσταση από το ΠΑΣΟΚ

Η συγκεκριµένη µάχη δεν αφορά αποκλειστικά την εκλογική κατάταξη, αλλά ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά τις εξελίξεις στον χώρο της αντιπολίτευσης. Όποιος καταλάβει τη δεύτερη θέση θα αποκτήσει σηµαντικό πολιτικό πλεονέκτηµα, ενώ για εκείνον που θα περιοριστεί στην τρίτη θέση θα ανοίξει µια δύσκολη συζήτηση για τη στρατηγική, την ηγεσία και την πολιτική του προοπτική.

Σε κάθε περίπτωση, η επόµενη εκλογική αναµέτρηση αναµένεται να δοκιµάσει τις αντοχές περισσότερων του ενός πολιτικών αρχηγών.

Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, πάντως, η µεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι απλώς να αποφύγει το 25%, αλλά να εξηγήσει πειστικά γιατί η εµπιστοσύνη που κάποτε του εξασφάλισε το 41% έχει περιοριστεί τόσο αισθητά. Γιατί στην πολιτική δεν αρκεί να ορίζεις το ποσοστό της προσωπικής σου ήττας. Πρέπει πρωτίστως να µπορείς να εξηγήσεις πώς έφτασες τόσο κοντά σε αυτήν.

* Πολιτικός αναλυτής, Δηµοσιογράφος

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή