Δίκη Τέμπη: «Δεν μπόρεσα να βοηθήσω και το έχω βάρος» – Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες των επιζώντων
Με καταθέσεις επιζώντων της επιβατικής αμαξοστοιχίας IC62 συνεχίστηκε σήμερα, Τετάρτη 4 Νοεμβρίου, η δίκη για τα Τέμπη στη Λάρισα. Στο δικαστήριο ακούστηκαν μαρτυρίες επιβατών από το δεύτερο και το τρίτο βαγόνι, και, η κατάθεση του Ρομπέρτο Ντρίστι, ο οποίος βρισκόταν στο κυλικείο που κάηκε ολοσχερώς.
Πώς διέφυγαν από το Βαγόνι 2
Στο Β2, το βαγόνι πίσω από το κυλικείο, ο Κωσταρέλος αρχικά νόμισε ότι το τρένο είχε εκτροχιαστεί. Όταν το βαγόνι σταμάτησε, είχε αναποδογυρίσει. «Πατούσα πάνω στην οροφή, στην ουσία», είπε. Η κουρτίνα και το σακίδιό του είχαν πάρει φωτιά. Προσπάθησαν να σβήσουν τις φλόγες με τα χέρια. Ύστερα είπε ότι φύσηξε και μπήκε ο καπνός από έξω. «Δεν μπορούσαμε να πάρουμε ανάσα».
«Είμαστε ο ένας πάνω στον άλλον», κατέθεσε ο Τοπουζίδης για τις πρώτες στιγμές μετά τη σύγκρουση. Φώναξε στον Κωσταρέλο για να δει αν ήταν ζωντανός. Θυμάται και εκείνος καπνό μέσα και έξω από το βαγόνι και μικρές εστίες φωτιάς στο εσωτερικό. Όταν ένας επιβάτης βρήκε δίοδο από ένα παράθυρο, κινήθηκαν προς τα εκεί.
Τη στιγμή που ο Κωσταρέλος ετοιμαζόταν να κατέβει, άκουσε μια γυναίκα να φωνάζει για βοήθεια. Του ζήτησε να πάρει το παιδί της. «Έδωσα το παιδί κάτω σε έναν που ήδη είχε βγει», κατέθεσε ο Κωσταρέλος. «Ύστερα κρεμάστηκα από το παράθυρο για να μικρύνω την απόσταση της πτώσης και πήδηξα πάνω στις λαμαρίνες.» Θυμάται ότι οι λαμαρίνες ήταν ζεστές.
Ο Τοπουζίδης είχε μείνει πίσω. Είχε χάσει τα παπούτσια του και έπεσε στα τέσσερα ψάχνοντάς τα. Ο καπνός πύκνωνε. Όταν έφτασε στο παράθυρο, άκουσε φωνές που ζητούσαν βοήθεια και είδε χέρια από το διπλανό κουπέ. «Προσπάθησα αλλά δεν μπόρεσα να βοηθήσω», είπε «και το έχω μεγάλο ψυχολογικό βάρος.»
Πέταξε το σακίδιό του στα συντρίμμια και πήδηξε πάνω του. «Αφού σηκώθηκα, μόνο ως εμπόλεμη ζώνη μπορώ να το περιγράψω», είπε. Θυμάται μικρές εστίες και φωτιά σχεδόν παντού στο βαγόνι πίσω του. Όταν απομακρύνθηκε από τις ράγες και γύρισε να κοιτάξει, ήταν η πρώτη φορά, είπε, που σκέφτηκε ότι ίσως να μην έφευγε ζωντανός.
Σώθηκε ενώ το κυλικείο είχε πιάσει φωτιά
Ο Ντρίστι είχε στείλει μήνυμα στον πατέρα του, που τον περίμενε στον σταθμό, και είχε πέσει να κοιμηθεί. Θυμάται το φρενάρισμα, το χτύπημα με τον επιβάτη που καθόταν απέναντί του και το τραπεζάκι που ξηλώθηκε από τη σύγκρουση. Πιστεύει ότι έχασε τις αισθήσεις του. «Αισθάνθηκα τα πόδια μου να ζεσταίνονται. Και άνοιξα τα μάτια μου. Δηλαδή αυτό με ξύπνησε», είπε.
Το εσωτερικό του κυλικείου, όπως το θυμάται, ήταν πορτοκαλί. «Είδα μόνο μια μικρή εστία και πέρασα από μέσα». Έβαλε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό του και πήδηξε στα τυφλά, ενώ άκουγε μικρές εκρήξεις. Όταν ρωτήθηκε αν θυμόταν από πού πήδηξε, απάντησε: «Όχι, ήταν όλα μαύρα».
Στην αρχή κατάφερε να απομακρυνθεί. Όταν κρύωσε, όμως, ένιωσε σαν να είχε παραλύσει. Άκουγε ουρλιαχτά. Στην ερώτηση αν έρχονταν από το κυλικείο, απάντησε: «Αυτό δεν το ξέρω. Ούτε τον αυχένα μου δεν μπορούσα να κουνήσω». Μια γυναίκα τον καθησύχασε και, με τη βοήθεια άλλων, τον μετέφερε πιο πέρα. Κάθε φορά που τον έβλεπε να πάει να αποκοιμηθεί, τον σκουντούσε.
Ο Ντρίστι κατέθεσε ότι υπέστη κατάγματα και εγκαύματα και ότι έμεινε δέκα ημέρες σε κώμα στην εντατική.
Σχετικά Άρθρα
04/11/2026 - 22:00
04/11/2026 - 21:40
Δείτε επίσης