Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο προβλέπει μεγέθυνση της οικονομίας 1,9% το 2026 και 2% το 2027
Τη νέα του εκτίμηση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας παρουσίασε το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ), προβλέποντας ρυθμό μεγέθυνσης 1,9% το 2026 και 2% το 2027. Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται στην προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί η τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων και θα διατηρηθούν οι θετικές επιδόσεις των τελευταίων ετών.
Σύμφωνα με τη φθινοπωρινή έκθεση του ΕΔΣ, η δημοσιονομική πειθαρχία αποτελεί βασικό παράγοντα για την ανθεκτικότητα της οικονομίας και τη μετατροπή της σε διατηρήσιμη μακροχρόνια ανάπτυξη. Παράλληλα, η διατήρηση δημοσιονομικού χώρου θεωρείται απαραίτητη, ώστε να μπορεί η Πολιτεία να στηρίζει αποτελεσματικά τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις όταν εμφανίζονται νέες πιέσεις.
Η ελληνική οικονομία διατηρεί τη δυναμική της
Παρά τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης και τη διεθνή αβεβαιότητα, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να κινείται σε σταθερή αναπτυξιακή τροχιά, με μέσο ρυθμό μεγέθυνσης κοντά στο 2%. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2026 κατέγραψε άνοδο 1,9%.
Το ΕΔΣ προβλέπει ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 1,9% στο σύνολο του 2026 και κατά 2% το 2027. Οι επιδόσεις αυτές εκτιμάται ότι θα είναι υψηλότερες από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενισχύοντας τη θέση της Ελλάδας μεταξύ των οικονομιών με θετικές αναπτυξιακές προοπτικές.
Η εικόνα αποτυπώνεται και στα δημοσιονομικά μεγέθη. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά 9,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ το 2025 και αναμένεται να υποχωρήσει κατά ακόμη 7,9 μονάδες το 2026. Την ίδια στιγμή, το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 3,6% του ΑΕΠ το 2026 και στο 3,3% το 2027.
Το ΕΔΣ επισημαίνει ότι οι επιδόσεις αυτές επιτεύχθηκαν παρά την εφαρμογή μέτρων στήριξης για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας. Στους βασικούς παράγοντες περιλαμβάνονται η ανάπτυξη, η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, ο περιορισμός της φοροδιαφυγής και η ενίσχυση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Η τελευταία συμβάλλει στη συγκράτηση του κόστους δανεισμού και στη βελτίωση της πρόσβασης του Δημοσίου στις διεθνείς αγορές.
Οι προκλήσεις για την ανάπτυξη μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Παρά τη θετική συνολική εικόνα, η έκθεση καταγράφει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, η περιορισμένη ιδιωτική αποταμίευση, το ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και το γεγονός ότι οι επενδύσεις παραμένουν χαμηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη λήξη των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η αξιοποίηση των συγκεκριμένων κεφαλαίων έχει ενισχύσει τις επενδύσεις και έχει στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο, κρίσιμο ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια είναι να διατηρηθεί η επενδυτική δυναμική και μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος.
Η συνέχιση των επενδύσεων σε υποδομές, ψηφιακό μετασχηματισμό, πράσινη μετάβαση και παραγωγικούς κλάδους θα είναι καθοριστική για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Παράλληλα, απαιτούνται μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και θα βελτιώσουν το επενδυτικό περιβάλλον.
Η δημοσιονομική σταθερότητα ως βασική προϋπόθεση
Το ΕΔΣ καλεί την κυβέρνηση να συγκρατήσει την αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών εντός των ορίων του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου. Όπως υπογραμμίζει, η διαφύλαξη των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων είναι απαραίτητη, ώστε η χώρα να μπορεί να αντιμετωπίσει νέες πιέσεις και προκλήσεις.
Στις βασικές απειλές περιλαμβάνονται η αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα, ο εισαγόμενος πληθωρισμός που περιορίζει τα πραγματικά εισοδήματα, το υψηλότερο διεθνές κόστος δανεισμού και η ολοκλήρωση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η δημοσιονομική σταθερότητα δεν αποτελεί μόνο στόχο οικονομικής πολιτικής, αλλά και προϋπόθεση για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στη χώρα. Η συγκράτηση των δαπανών, η ενίσχυση των εσόδων και η συνέχιση της αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους συνδέονται άμεσα με τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και τη δυνατότητα στήριξης της οικονομίας σε περιόδους κρίσης.
Ο πληθωρισμός παραμένει σημαντικό «αγκάθι»
Παρά τις θετικές εκτιμήσεις για την ανάπτυξη, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους. Για το 2026, οι προβλέψεις έχουν αναθεωρηθεί προς τα πάνω, κυρίως λόγω της επανεμφάνισης ισχυρών πιέσεων στις τιμές της ενέργειας και του κόστους στέγασης, αλλά και εξαιτίας της έντασης των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Με βάση το Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2027, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αναθεώρησε την πρόβλεψή του για τον εναρμονισμένο πληθωρισμό από 3,2% σε 3,6%. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις άλλων διεθνών και εγχώριων οργανισμών είναι υψηλότερες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει πληθωρισμό 3,7% στην Ελλάδα, έναντι 3% στην ευρωζώνη. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι θα διαμορφωθεί στο 3,8%, ενώ οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ ανέρχονται σε 4,2%.
Για το 2027, οι περισσότερες εκτιμήσεις συγκλίνουν σε σταδιακή αποκλιμάκωση, υπό την προϋπόθεση ότι θα υποχωρήσουν οι διεθνείς τιμές της ενέργειας. Η περιοριστική νομισματική πολιτική αναμένεται επίσης να συμβάλει στην εξασθένηση των πληθωριστικών πιέσεων.
Το Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού προβλέπει εναρμονισμένο πληθωρισμό 2,4% το 2027, πρόβλεψη που συμπίπτει με εκείνη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Τράπεζα της Ελλάδος και ο ΟΟΣΑ εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 2,6%, ενώ το ΔΝΤ προβλέπει υψηλότερη επίδοση, περίπου στο 3,6%.
Συνολικά, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να διατηρήσει ρυθμούς μεγέθυνσης 1,9% το 2026 και 2% το 2027. Η επίτευξη αυτών των στόχων, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τη συνέχιση της δημοσιονομικής σταθερότητας, τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής και την αποτελεσματική αντιμετώπιση του πληθωρισμού και των διεθνών αβεβαιοτήτων.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης