Πώς διαμορφώνεται το μέλλον της κλιματικής πολιτικής μετά τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ αναμένεται να επηρεάσουν όχι μόνο τις ισορροπίες στο Κογκρέσο, αλλά και την κατεύθυνση της αμερικανικής περιβαλλοντικής πολιτικής. Το ενεργειακό κόστος, οι απώλειες θέσεων εργασίας στον τομέα της καθαρής ενέργειας, οι επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων και οι δικαστικές προσφυγές κατά των περιβαλλοντικών ρυθμίσεων συνθέτουν ένα πεδίο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η έκβαση της αναμέτρησης θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό τα περιθώρια δράσης της κυβέρνησης, αλλά και τη δυνατότητα του Κογκρέσου να ελέγξει ή να ανακόψει την περιβαλλοντική ατζέντα του Ντόναλντ Τραμπ. Εάν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή στη Γερουσία, θα αποκτήσουν περισσότερα εργαλεία για να περιορίσουν την απορρύθμιση και να προωθήσουν πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Αντίθετα, μια νέα επικράτηση των Ρεπουμπλικάνων θα μπορούσε να προσφέρει στον πρόεδρο μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων για την υλοποίηση της στρατηγικής «drill, baby, drill» και την περαιτέρω χαλάρωση των περιβαλλοντικών κανόνων.

Πέρα, όμως, από την κομματική αντιπαράθεση, οι εκλογές έχουν μια άμεση, πρακτική διάσταση. Αφορούν το ύψος των λογαριασμών ενέργειας, τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται ή χάνονται, το κόστος των ασφαλίσεων και την ανθεκτικότητα των τοπικών κοινωνιών απέναντι στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.

Η κλιματική πολιτική μετά τις ενδιάμεσες εκλογές

Η ανάκτηση του ελέγχου ενός ή και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου δεν θα επέτρεπε στους Δημοκρατικούς να ακυρώσουν αυτομάτως τις αποφάσεις που έχει ήδη λάβει η κυβέρνηση Τραμπ. Παράλληλα, δεν θα μπορούσαν να περάσουν νέα νομοθεσία χωρίς να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο προεδρικού βέτο. Θα αποκτούσαν, ωστόσο, σημαντικά θεσμικά και πολιτικά εργαλεία για να περιορίσουν τις μελλοντικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες.

Ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων θα τους προσέφερε μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ στις συζητήσεις για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Μέσω των νομοσχεδίων χρηματοδότησης, τα οποία είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, θα μπορούσαν να επιδιώξουν την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών προβλέψεων και περιορισμών.

Όπως εξηγεί στον Guardian ο Μάικλ Τζέραρντ, ιδρυτής και διευθυντής του Κέντρου για το Δίκαιο της Κλιματικής Αλλαγής Sabin, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τη διαδικασία του προϋπολογισμού για να προωθήσουν διατάξεις υπέρ του κλίματος, ακόμη και αν ο πρόεδρος διαφωνεί με αυτές.

Παράλληλα, η πλειοψηφία στη Βουλή θα τους έδινε τη δυνατότητα να ξεκινήσουν κοινοβουλευτικές έρευνες, να ζητήσουν την προσκόμιση εγγράφων και να καλέσουν κυβερνητικούς αξιωματούχους σε ακροάσεις. Οι διαδικασίες αυτές δεν θα ανέτρεπαν άμεσα τις πολιτικές αποφάσεις, θα μπορούσαν όμως να ενισχύσουν τη λογοδοσία και να αποκαλύψουν τις συνέπειες της κυβερνητικής πολιτικής.

Ο έλεγχος της Γερουσίας θα είχε διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική αξία. Θα επηρέαζε τη διαδικασία διορισμού ομοσπονδιακών δικαστών και κυβερνητικών στελεχών, με πιθανές μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ερμηνεία και την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Το ενεργειακό κόστος επηρεάζει άμεσα τα νοικοκυριά

Ένα από τα σημαντικότερα διακυβεύματα των εκλογών είναι το κόστος της ενέργειας. Οι περιορισμοί στην ανάπτυξη της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας ενδέχεται να επιβαρύνουν τους καταναλωτές, καθώς περιορίζουν τις διαθέσιμες πηγές ηλεκτροπαραγωγής και τις δυνατότητες ενίσχυσης της ενεργειακής προσφοράς.

Σύμφωνα με μελέτη της Nera, οι περιορισμοί στην ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και αιολικών εγκαταστάσεων θα μπορούσαν να αυξήσουν το συνολικό ετήσιο ενεργειακό κόστος των αμερικανικών νοικοκυριών κατά μέσο όρο 11,6 δισεκατομμύρια δολάρια την περίοδο 2027-2033. Το Τέξας εκτιμάται ότι θα δεχθεί τη μεγαλύτερη επιβάρυνση, με τις τιμές να ενδέχεται να αυξηθούν έως και κατά 22%.

Οι συνέπειες, ωστόσο, δεν περιορίζονται στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Η υποχώρηση των επενδύσεων στην καθαρή ενέργεια έχει συνδεθεί και με απώλειες θέσεων εργασίας. Σύμφωνα με έκθεση της E2, επιχειρηματικής οργάνωσης που προωθεί την ανάπτυξη της καθαρής οικονομίας, ο κλάδος της καθαρής ενέργειας στις ΗΠΑ κατέγραψε την πρώτη ετήσια υποχώρηση της απασχόλησης μετά την πανδημία. Με βάση στοιχεία του αμερικανικού Υπουργείου Ενέργειας, σχεδόν 37.000 θέσεις εργασίας χάθηκαν μέσα στο προηγούμενο έτος.

Οι ψηφοφόροι συνδέουν το κλίμα με το κόστος ζωής

Η κλιματική αλλαγή αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τους ψηφοφόρους, ακόμη και όταν δεν αποτελεί το πρώτο θέμα στην προεκλογική τους ατζέντα. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι σε πολιτείες-κλειδιά επιθυμούν να ακούν περισσότερα από τους υποψηφίους για τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.

Η ανάγκη αυτή γίνεται πιο έντονη καθώς περίπου ένας στους τρεις Αμερικανούς έχει επηρεαστεί άμεσα από ακραία καιρικά φαινόμενα. Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί υποψήφιοι αποφεύγουν να αναφερθούν ευθέως στην κλιματική αλλαγή. Η τακτική αυτή περιγράφεται ως «climate hushing», δηλαδή η αποφυγή δημόσιας συζήτησης για ένα ζήτημα που θεωρείται πολιτικά ευαίσθητο ή διχαστικό.

Άλλοι υποψήφιοι επιλέγουν να συνδέσουν την ενεργειακή πολιτική με ζητήματα που απασχολούν άμεσα τους πολίτες: τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, το κόστος των ασφαλίσεων, την ενεργειακή κατανάλωση των κέντρων δεδομένων και την προστασία των υποδομών. Ορισμένοι προβάλλουν την ανάγκη για περισσότερες επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές, ενώ άλλοι υποστηρίζουν μια ευρύτερη ενεργειακή στρατηγική που θα περιλαμβάνει διαφορετικές πηγές ενέργειας.

Κοινός παρονομαστής είναι η οικονομική προσιτότητα. Όπως επισημαίνει στο περιοδικό TIME ο Τζέφρι Χέντερσον, επίκουρος καθηγητής περιβαλλοντικής πολιτικής και σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, οι υποψήφιοι επιχειρούν να εντάξουν την ενεργειακή πολιτική στη συζήτηση για το κόστος ζωής. Παράλληλα, αναδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες, οι τυφώνες και οι καύσωνες αυξάνουν το κόστος των ασφαλίστρων και επιβαρύνουν τις τοπικές οικονομίες.

Οι μεγάλες μάχες για το κλίμα θα δοθούν και στα δικαστήρια

Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, κρίσιμες εξελίξεις για την περιβαλλοντική πολιτική των ΗΠΑ αναμένονται και στη Δικαιοσύνη. Οι περιβαλλοντικές ρυθμίσεις βρίσκονται ολοένα συχνότερα στο επίκεντρο δικαστικών αντιπαραθέσεων, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να καταργήσει ή να αποδυναμώσει υφιστάμενους κανόνες.

Μία από τις σημαντικότερες υποθέσεις αφορά την κατάργηση του λεγόμενου «endangerment finding» — της επίσημης διαπίστωσης της Υπηρεσίας Περιβαλλοντικής Προστασίας ότι η συσσώρευση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα απειλεί τη δημόσια υγεία. Η διαπίστωση αυτή αποτέλεσε τη νομική βάση για την επιβολή περιορισμών στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από διάφορες πηγές.

Σημαντική θεωρείται επίσης η υπόθεση Suncor κατά Boulder, η οποία αφορά τη δυνατότητα των τοπικών αρχών της πόλης Μπόλντερ στο Κολοράντο να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από εταιρείες ορυκτών καυσίμων για τη συμβολή τους στην κλιματική κρίση. Εάν το Ανώτατο Δικαστήριο αποφανθεί κατά της πόλης, θα μπορούσε να περιοριστεί η δυνατότητα αντίστοιχων προσφυγών στο μέλλον.

Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών, επομένως, δεν θα καθορίσει από μόνο του την πορεία της αμερικανικής περιβαλλοντικής πολιτικής. Θα διαμορφώσει, όμως, τους πολιτικούς συσχετισμούς και τα περιθώρια παρέμβασης των δύο κομμάτων σε μια περίοδο κατά την οποία η κλιματική κρίση συνδέεται ολοένα πιο άμεσα με την οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια, την απασχόληση και το κόστος ζωής. Το μέλλον της κλιματικής πολιτικής θα κριθεί τελικά από τον συνδυασμό κοινοβουλευτικών αποφάσεων, δικαστικών εξελίξεων και της πίεσης που ασκούν οι ίδιοι οι ψηφοφόροι.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή