Τραπεζικές απάτες: Επιστροφή χρημάτων έως την επόμενη εργάσιμη για μη εγκεκριμένες συναλλαγές – Απόφαση «σταθμός» της ΕΕ
Σημαντική απόφαση για τα θύματα τραπεζικής απάτης εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 15 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με την απόφαση, οι τράπεζες οφείλουν καταρχήν να επιστρέφουν άμεσα τα χρήματα από μη εγκεκριμένες συναλλαγές και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο έως το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας από τη στιγμή που θα ενημερωθούν ή θα εντοπίσουν την επίμαχη πράξη.
Η υποχρέωση αυτή ισχύει ακόμη και όταν η τράπεζα θεωρεί ότι ο πελάτης ενδέχεται να επέδειξε βαριά αμέλεια στην προστασία των κωδικών ή των στοιχείων ασφαλείας του. Η κρίσιμη διάκριση είναι ότι άλλο ζήτημα αποτελεί η άμεση επιστροφή των χρημάτων και άλλο η τελική ευθύνη για τη ζημιά. Η τράπεζα πρέπει να αποκαταστήσει αρχικά το ποσό, ενώ στη συνέχεια μπορεί να ζητήσει αποζημίωση από τον πελάτη, εφόσον αποδείξει δόλο ή βαριά αμέλειά του.
Η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ για τις τραπεζικές απάτες
Η απόφαση εκδόθηκε στην υπόθεση C-70/25, γνωστή ως «Tukowiecka», και ερμηνεύει την ευρωπαϊκή οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών, γνωστή ως PSD2. Το συγκεκριμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο έχει ενσωματωθεί και στην ελληνική νομοθεσία, καθορίζοντας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις καταναλωτών, τραπεζών και λοιπών παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η επίκληση βαριάς αμέλειας από την πλευρά της τράπεζας δεν αναστέλλει αυτομάτως την υποχρέωση επιστροφής. Η τράπεζα δεν μπορεί, δηλαδή, να αρνηθεί εξαρχής την αποκατάσταση της ζημιάς μόνο και μόνο επειδή χρησιμοποιήθηκαν οι κωδικοί του πελάτη ή επειδή ο ίδιος έπεσε θύμα μιας ιδιαίτερα πειστικής ηλεκτρονικής απάτης.
Ο ψεύτικος αγοραστής και η μεταφορά των 700 ευρώ
Η υπόθεση ξεκίνησε από αγγελία πώλησης ενός αντικειμένου σε διαδικτυακή πλατφόρμα. Μια πελάτισσα πολωνικής τράπεζας έλαβε μήνυμα από άτομο που εμφανίστηκε ως υποψήφιος αγοραστής. Ο υποτιθέμενος ενδιαφερόμενος της έστειλε σύνδεσμο, ζητώντας της να επιβεβαιώσει την πώληση.
Ο σύνδεσμος οδηγούσε σε ιστοσελίδα που μιμούνταν την επίσημη σελίδα της τράπεζάς της. Η γυναίκα καταχώρισε τα στοιχεία εισόδου της στο ηλεκτρονικό τραπεζικό σύστημα, χωρίς να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για απόπειρα ηλεκτρονικού «ψαρέματος» (phishing). Ο δράστης κατάφερε επίσης να αποκτήσει τον κωδικό επιβεβαίωσης που είχε σταλεί μέσω SMS.
Στη συνέχεια, μετέφερε 3.000 ζλότι, ποσό περίπου 700 ευρώ, από τον λογαριασμό της σε λογαριασμό που ελεγχόταν από τον ίδιο. Η πελάτισσα αντιλήφθηκε την απάτη την επόμενη ημέρα και ενημέρωσε αμέσως τόσο την τράπεζα όσο και την αστυνομία.
Η τράπεζα, ωστόσο, αρνήθηκε να επιστρέψει τα χρήματα, υποστηρίζοντας ότι η πελάτισσα είχε επιδείξει βαριά αμέλεια επειδή εισήγαγε τους κωδικούς της σε ψεύτικη ιστοσελίδα. Η διαφορά οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη και το πολωνικό δικαστήριο υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πότε αρχίζει η προθεσμία επιστροφής χρημάτων
Η προθεσμία ξεκινά από τη στιγμή που η τράπεζα διαπιστώνει τη μη εγκεκριμένη συναλλαγή ή ενημερώνεται για αυτήν από τον πελάτη. Η επιστροφή πρέπει να πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση, μέχρι το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Για παράδειγμα, εάν η τράπεζα ενημερωθεί τη Δευτέρα για μη εγκεκριμένη μεταφορά, το ανώτατο χρονικό όριο επιστροφής είναι το τέλος της Τρίτης, εφόσον πρόκειται για εργάσιμη ημέρα. Ο πελάτης, βέβαια, πρέπει να έχει ενημερώσει την τράπεζα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μόλις αντιληφθεί την ύποπτη κίνηση.
Η βασική εξαίρεση αφορά περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι ο ίδιος ο πελάτης έχει διαπράξει απάτη. Σε μια τέτοια περίπτωση, η τράπεζα οφείλει να γνωστοποιήσει γραπτώς τους λόγους στην αρμόδια εθνική αρχή. Αντίθετα, η απλή εκτίμηση ότι ο πελάτης υπήρξε βαριά αμελής δεν αρκεί για να ανασταλεί η άμεση επιστροφή.
Τι αποδεικνύει η χρήση των κωδικών
Η τεχνική καταγραφή μιας συναλλαγής, όπως η χρήση κωδικού πρόσβασης ή κωδικού μιας χρήσης, εξετάζεται μαζί με όλα τα υπόλοιπα πραγματικά περιστατικά. Η καταγραφή ότι χρησιμοποιήθηκε το μέσο πληρωμών δεν αποτελεί από μόνη της πλήρη απόδειξη ότι ο πελάτης ενέκρινε τη συναλλαγή ή ότι ενήργησε με δόλο ή βαριά αμέλεια.
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική στις περιπτώσεις υποκλοπής κωδικών, πλαστών ιστοσελίδων, παραπλανητικών μηνυμάτων και τηλεφωνικών απατών. Η τράπεζα πρέπει να αποδείξει συγκεκριμένα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο πελάτης παραβίασε σοβαρά τις υποχρεώσεις ασφαλείας του. Το βάρος απόδειξης της βαριάς αμέλειας ανήκει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.
Διαφορετική μπορεί να είναι η αξιολόγηση σε περιπτώσεις όπου ο πελάτης δίνει ο ίδιος εντολή μεταφοράς χρημάτων, επειδή έχει παραπλανηθεί, για παράδειγμα, από μια ψεύτικη επενδυτική πλατφόρμα. Η απόφαση αφορά ειδικά τις μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής, δηλαδή συναλλαγές που δεν εγκρίθηκαν πραγματικά από τον δικαιούχο του λογαριασμού.
Το όριο των 1.000 ευρώ στην Ελλάδα
Η ελληνική νομοθεσία προβλέπει ειδικούς κανόνες για την τελική οικονομική ευθύνη του καταναλωτή. Όταν η ζημιά συνδέεται με βαριά αμέλεια, προβλέπεται ανώτατη ευθύνη έως 1.000 ευρώ, με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υπόθεσης.
Το όριο αυτό μπορεί να μην ισχύσει εάν ο πάροχος αποδείξει ότι διαθέτει και εφαρμόζει πρόσθετους, αποτελεσματικούς και προηγμένους μηχανισμούς ελέγχου, πέρα από τη strong customer authentication. Τέτοιοι μηχανισμοί μπορεί να είναι η ανάλυση συναλλαγών με τεχνητή νοημοσύνη, η χρήση πρόσθετου κωδικού, η βιομετρική ταυτοποίηση ή η τηλεφωνική επιβεβαίωση για ασυνήθιστες μεταφορές.
Σε περίπτωση δόλου, οι κανόνες είναι αυστηρότεροι και ο πελάτης μπορεί να ευθύνεται για το σύνολο της ζημιάς. Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση απαιτείται τεκμηρίωση και όχι απλή επίκληση της χρήσης των προσωπικών κωδικών.
Τι πρέπει να κάνει ο πελάτης μετά την απάτη
Όποιος εντοπίσει ύποπτη κίνηση πρέπει να επικοινωνήσει αμέσως με την τράπεζα, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά επίσημο κανάλι επικοινωνίας. Παράλληλα, πρέπει να ζητήσει το μπλοκάρισμα της κάρτας ή της πρόσβασης στο ηλεκτρονικό τραπεζικό σύστημα, καθώς και την αναστολή τυχόν εκκρεμών συναλλαγών.
Η γραπτή αμφισβήτηση πρέπει να περιλαμβάνει τα ποσά, τις ημερομηνίες, τους αριθμούς συναλλαγών και τον τρόπο με τον οποίο έγινε αντιληπτή η απάτη. Είναι σημαντικό να διατηρούνται τα μηνύματα, οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις, οι σύνδεσμοι, τα στιγμιότυπα οθόνης και κάθε αποδεικτικό στοιχείο. Χρήσιμη είναι επίσης η καταγραφή της ημερομηνίας και της ώρας κατά την οποία ενημερώθηκε η τράπεζα.
Η νομοθεσία προβλέπει ανώτατη προθεσμία 13 μηνών από τη χρέωση για την αναφορά μιας μη εγκεκριμένης συναλλαγής. Παρ’ όλα αυτά, η ενημέρωση πρέπει να γίνεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μόλις ο πελάτης αντιληφθεί το περιστατικό.
Εάν η διαφορά δεν επιλυθεί μετά την υποβολή παραπόνου στην τράπεζα, ο καταναλωτής μπορεί να προσφύγει δωρεάν στον Ελληνικό Χρηματοοικονομικό Μεσολαβητή, εφόσον η υπόθεση και ο πάροχος υπάγονται στην αρμοδιότητά του. Η προσφυγή υποβάλλεται μέσα σε ένα έτος από την υποβολή του σχετικού παραπόνου στον πάροχο. Παράλληλα, η απάτη πρέπει να καταγγέλλεται στην αστυνομία ή στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.
Η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ ενισχύει ουσιαστικά την προστασία των καταναλωτών απέναντι στις τραπεζικές απάτες. Οι μη εγκεκριμένες συναλλαγές πρέπει να επιστρέφονται άμεσα, ενώ η τράπεζα μπορεί να αναζητήσει αργότερα την τελική ευθύνη μόνο εφόσον αποδείξει δόλο ή βαριά αμέλεια του πελάτη.
Σχετικά Άρθρα
23/10/2026 - 12:40
Δείτε επίσης