Η ανισότητα στις ΗΠΑ διευρύνεται και ο πλούτος συγκεντρώνεται στην κορυφή
Ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του 2026 στις ΗΠΑ, το αυξημένο κόστος ζωής βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Πίσω από τη δυσαρέσκεια των πολιτών, όμως, ενισχύεται και η αγανάκτηση για την οικονομική ανισότητα στις ΗΠΑ, καθώς ο πλούτος συγκεντρώνεται ολοένα περισσότερο στα χέρια μιας εξαιρετικά μικρής οικονομικής ελίτ.
Έρευνα του Pew Research, η οποία δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2026, έδειξε ότι περίπου έξι στους δέκα Αμερικανούς θεωρούν πως η οικονομική ανισότητα είναι υπερβολικά μεγάλη. Την ίδια άποψη συμμερίζονται και περίπου τέσσερις στους δέκα Ρεπουμπλικανούς, γεγονός που δείχνει ότι το ζήτημα υπερβαίνει τις παραδοσιακές κομματικές διαχωριστικές γραμμές. Παράλληλα, αυξάνεται το ποσοστό των πολιτών και από τα δύο μεγάλα κόμματα που υποστηρίζουν πως η αμερικανική οικονομία χρειάζεται βαθιές αλλαγές για να αντιμετωπιστεί η διεύρυνση των ανισοτήτων.
Ωστόσο, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μεταφράζεται εύκολα σε πολιτικές αποφάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόταση για την επιβολή φόρου στον πλούτο των δισεκατομμυριούχων στην Καλιφόρνια, η οποία χάνει σταδιακά τη δημόσια στήριξή της ενόψει των εκλογών. Την ίδια στιγμή, το 2025 οι Ρεπουμπλικανοί ενέκριναν το ευρύ νομοθετικό πακέτο του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, το οποίο περιλάμβανε φορολογικές ελαφρύνσεις για τα υψηλότερα εισοδήματα και περιορισμούς σε προγράμματα κοινωνικής προστασίας.
Η ανισότητα στις ΗΠΑ σε αριθμούς
Ο Μάρκους Σνάιντερ, αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Ντένβερ, μελετά τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες εδώ και περίπου δύο δεκαετίες. Όπως σημειώνει σε άρθρο του στον ιστότοπο The Conversation, τα ευρήματα της έρευνάς του επιβεβαιώνουν ότι η ανισότητα στις ΗΠΑ διευρύνεται σταθερά από το 1980. Οι πλουσιότεροι απομακρύνονται όχι μόνο από τη μεσαία τάξη, αλλά και από τους υπόλοιπους εύπορους πολίτες.
Τα πρόσφατα ομοσπονδιακά στοιχεία αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτή την τάση. Το μερίδιο του πλουσιότερου 1% στον συνολικό πλούτο αυξήθηκε από 31,7% σε 32,5% μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου του 2026. Η αύξηση αντιστοιχεί σε περισσότερα από 8,5 τρισ. δολάρια. Πρόκειται για συνέχεια μιας μακροχρόνιας πορείας: το μερίδιο του πλουσιότερου 1% ήταν 30,9% στο τέλος του 2024 και μόλις 27,4% το 1999.
Η άνοδος αυτή πραγματοποιείται εις βάρος της μεσαίας τάξης. Το 40% του πληθυσμού που βρίσκεται ανάμεσα στο φτωχότερο 50% και το πλουσιότερο 10% κατέχει πλέον μόλις το 28,8% του συνολικού πλούτου. Το ποσοστό αυτό είναι ιδιαίτερα χαμηλό, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη ομάδα είναι σαράντα φορές πολυπληθέστερη από το πλουσιότερο 1%. Το μερίδιο της μεσαίας τάξης ανερχόταν σε 32,9% το 1999 και σε 30,2% στα τέλη του 2024.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η συγκέντρωση του πλούτου στην κορυφή της πυραμίδας. Το ανώτατο 0,1% του πληθυσμού κατέχει περίπου 15% του συνολικού πλούτου, σχεδόν το μισό από αυτόν που συγκεντρώνει συνολικά το πλουσιότερο 1%. Μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου του 2026, τα δύο ανώτερα τμήματα της οικονομικής ελίτ αύξησαν το μερίδιό τους, όμως το ανώτατο 0,1% απορρόφησε περίπου τα δύο τρίτα της συνολικής αύξησης.
Γιατί οι υπερπλούσιοι απομακρύνονται από τους υπόλοιπους
Κεντρικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραματίζουν τα εταιρικά κέρδη και η άνοδος των χρηματιστηριακών αγορών. Ο πλούτος του ανώτατου 0,1% συνδέεται σε δυσανάλογο βαθμό με μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια και επιχειρηματικές συμμετοχές. Η άνοδος της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης έχει ενισχύσει τις προσδοκίες για υψηλότερη μελλοντική κερδοφορία, αυξάνοντας την αξία των επενδυτικών χαρτοφυλακίων των υπερπλούσιων.
Περίπου τα τρία τέταρτα του πλούτου του ανώτατου 0,1% αποτελούνται από εταιρικές συμμετοχές και επιχειρηματική ιδιοκτησία. Αυτό σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι πολίτες επωφελούνται πολλαπλά από τις φορολογικές ελαφρύνσεις: πληρώνουν χαμηλότερους συντελεστές, έχουν περισσότερες δυνατότητες αναβολής φορολογικών υποχρεώσεων και μπορούν να αξιοποιούν σύνθετες τεχνικές φορολογικού σχεδιασμού.
Παράλληλα, η τεράστια αξία των μετοχών τους επιτρέπει να δανείζονται χρησιμοποιώντας τες ως εγγύηση. Με αυτόν τον τρόπο αποκτούν ρευστότητα χωρίς να χρειάζεται να πουλήσουν περιουσιακά στοιχεία και, συχνά, χωρίς να καταβάλουν άμεσα φόρο για εισόδημα από υπεραξίες.
Η εικόνα είναι διαφορετική για τη μεσαία τάξη. Για τα περισσότερα νοικοκυριά, ο πλούτος αποτελείται κυρίως από ακίνητα και συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις. Σχεδόν τα δύο τρίτα του πλούτου της μεσαίας τάξης προέρχονται από αυτές τις δύο κατηγορίες, ενώ μόλις το 15% συνδέεται με επιχειρηματικές συμμετοχές και εταιρική ιδιοκτησία. Επομένως, οι αυξήσεις στις χρηματιστηριακές αξίες ωφελούν πολύ περισσότερο τους υπερπλούσιους από ό,τι τον μέσο Αμερικανό.
Ο ρόλος της φορολογίας και των δημόσιων πολιτικών
Από τις φορολογικές μειώσεις που προώθησε ο Ρόναλντ Ρίγκαν τη δεκαετία του 1980, το φορολογικό σύστημα των ΗΠΑ έχει γίνει σταδιακά λιγότερο προοδευτικό. Διαδοχικές κυβερνήσεις, τόσο Ρεπουμπλικανών όσο και Δημοκρατικών, υιοθέτησαν αλλαγές που περιόρισαν τη φορολογική επιβάρυνση των υψηλότερων εισοδημάτων και των επιχειρήσεων.
Το βασικό επιχείρημα υπέρ των φορολογικών περικοπών είναι ότι ενισχύουν την ανάπτυξη. Ωστόσο, ένας ολοένα μεγαλύτερος όγκος ερευνών δεν επιβεβαιώνει αυτή την υπόθεση. Έκθεση του Ινστιτούτου Brookings το 2025 υπογραμμίζει ότι, παρά τις μεγάλες αλλαγές στη φορολογική πολιτική κατά την αμερικανική ιστορία, δεν προκύπτει σαφής και σταθερή σχέση μεταξύ χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών και υψηλότερης οικονομικής ανάπτυξης.
Παρά τα ευρήματα αυτά, το Κογκρέσο ενέκρινε το 2025 το νομοθετικό και φορολογικό πακέτο του Τραμπ, καθιστώντας μόνιμες τις περισσότερες φορολογικές περικοπές του 2017. Μεταξύ άλλων, διατηρήθηκαν ένας από τους χαμηλότερους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές εισοδήματος στην πρόσφατη ιστορία και ο χαμηλότερος φορολογικός συντελεστής για τις επιχειρήσεις από το 1940.
Το κόστος μεταφέρεται στα χαμηλότερα εισοδήματα
Η φορολογία δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που διευρύνει την ανισότητα στις ΗΠΑ. Πρόσφατες πολιτικές έχουν μεταφέρει επιπλέον κόστος στα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, ενώ έχουν επηρεάσει ελάχιστα τους πλουσιότερους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λήξη των ομοσπονδιακών επιδοτήσεων υγειονομικής περίθαλψης στο πλαίσιο του Affordable Care Act. Ασφαλιστικές εταιρείες και αναλυτές εκτιμούν ότι η αύξηση των ασφαλίστρων θα μπορούσε να οδηγήσει περίπου πέντε εκατομμύρια πολίτες εκτός των ασφαλιστικών προγραμμάτων του ACA. Όσοι παραμείνουν ασφαλισμένοι, θα αντιμετωπίσουν υψηλότερες δαπάνες από την τσέπη τους.
Ανάλογη είναι η επίδραση του ενεργειακού κόστους. Οι αυξήσεις στις τιμές της βενζίνης, του ντίζελ και του πετρελαίου θέρμανσης πλήττουν δυσανάλογα τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς των χαμηλότερων εισοδημάτων. Για τα πλουσιότερα νοικοκυριά, οι ίδιες αυξήσεις αντιπροσωπεύουν πολύ μικρότερο μέρος των συνολικών δαπανών.
Οι δασμοί λειτουργούν, επίσης, ως έμμεσος φόρος κατανάλωσης. Οικονομολόγοι της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης διαπίστωσαν ότι οι δασμοί αύξησαν σημαντικά τις τιμές πολλών καθημερινών καταναλωτικών προϊόντων. Χωρίς τους δασμούς, οι τιμές τους θα μπορούσαν να είχαν μειωθεί κατά μέσο όρο 1% μέσα σε έναν χρόνο· αντίθετα, αυξήθηκαν κατά 2,9%. Επειδή τα προϊόντα αυτά καταλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των φτωχότερων οικογενειών, η επιβάρυνση είναι σαφώς πιο έντονη για τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Η διεύρυνση της ανισότητας στις ΗΠΑ, επομένως, δεν αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της οικονομικής εξέλιξης. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών στη φορολογία, στις δημόσιες δαπάνες, στην υγειονομική περίθαλψη, στην ενέργεια και στο εμπόριο. Όπως έχει γράψει ο οικονομολόγος Τομά Πικετί, η ανισότητα είναι πάντοτε ένα πολιτικό και ιδεολογικό οικοδόμημα. Και, όπως δείχνουν τα σημερινά δεδομένα, το οικοδόμημα αυτό συνεχίζει να μεταφέρει πλούτο από τη μεσαία τάξη προς την κορυφή.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης