Θέρμανση, καύσιμα και ρεύμα μας κοστίζουν πάνω από 600 εκατ. ευρώ τον μήνα
Η ενεργειακή ακρίβεια κλιμακώνεται με την έναρξη του χειμώνα, καθώς οι αυξήσεις στο ρεύμα, το φυσικό αέριο, τα καύσιμα κίνησης, το πετρέλαιο θέρμανσης και το υγραέριο επιβαρύνουν σημαντικά τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Το συνολικό ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα υπολογίζεται πλέον σε 600 έως 650 εκατ. ευρώ τον μήνα, παρά τις παρεμβάσεις του κράτους και των διυλιστηρίων.
Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που αντιμετωπίζει το ράλι των τιμών. Ωστόσο, η τελική επιβάρυνση διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το είδος της ενέργειας, την περιοχή και το ύψος των επιδοτήσεων. Ενδεικτικά, το πετρέλαιο θέρμανσης ξεκίνησε στην Ελλάδα περίπου στα 1,55 ευρώ το λίτρο, αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος ξεπερνά τα 1,70 ευρώ.
Ποιος πληρώνει το ενεργειακό κόστος
Ένα μέρος της επιβάρυνσης απορροφάται από το κράτος και τα διυλιστήρια. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το κράτος συνεισφέρει περίπου 100 εκατ. ευρώ τον μήνα, ενώ τα διυλιστήρια καλύπτουν περίπου 50 εκατ. ευρώ. Το υπόλοιπο ποσό, που αγγίζει τα 450 εκατ. ευρώ κάθε μήνα, μεταφέρεται στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.
Η εξέλιξη αυτή περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και αυξάνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Οι οικογένειες καλούνται να διαθέσουν περισσότερα χρήματα για τη μετακίνηση και τη θέρμανση, ενώ οι επαγγελματίες αντιμετωπίζουν υψηλότερα έξοδα μεταφοράς, παραγωγής και λειτουργίας.
Το μεγαλύτερο μέρος της επιβάρυνσης προέρχεται από τα καύσιμα κίνησης. Με βάση τις μέσες τιμές του Οκτωβρίου και τη μηνιαία κατανάλωση του 2025, η δαπάνη για πετρέλαιο κίνησης, αμόλυβδη βενζίνη, πετρέλαιο θέρμανσης και υγραέριο θα έφτανε, χωρίς επιδοτήσεις, περίπου στα 1,65 δισ. ευρώ. Το αντίστοιχο ποσό τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους ήταν 1,13 δισ. ευρώ.
Η διαφορά ανέρχεται σε 522 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 46,2%. Μόνο το πετρέλαιο κίνησης προσθέτει περίπου 242,6 εκατ. ευρώ στον μηνιαίο λογαριασμό, πριν υπολογιστεί οποιαδήποτε κρατική ή επιχειρηματική στήριξη.
Πετρέλαιο θέρμανσης: Η Ελλάδα κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Η μέση τιμή του πετρελαίου θέρμανσης στην Ελλάδα διαμορφώθηκε κατά το άνοιγμα της αγοράς στα 1,55 ευρώ το λίτρο. Την ίδια περίοδο, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινήθηκε περίπου στα 1,73 ευρώ το λίτρο.
Στις χώρες με τις υψηλότερες τιμές περιλαμβάνονται αρκετές από τις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες. Στη Δανία και τη Φινλανδία, για παράδειγμα, η τιμή ξεπερνά τα 2 ευρώ το λίτρο. Αντίστοιχα υψηλές τιμές καταγράφονται και σε χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως η Πορτογαλία και η Ιταλία.
Στον αντίποδα, χαμηλότερες τιμές συναντώνται σε χώρες όπως η Μάλτα και η Κύπρος. Οι διαφορές μεταξύ των κρατών οφείλονται στη φορολογία, στο κόστος μεταφοράς, στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και στις εθνικές πολιτικές στήριξης.
Οι μεγάλες περιφερειακές διαφορές στην Ελλάδα
Η μέση τιμή στην Αττική κινείται κοντά στα 1,55 ευρώ το λίτρο, με μικρές διακυμάνσεις ανάλογα με την περιοχή και τον προμηθευτή. Στην περιφέρεια, όμως, η εικόνα είναι αρκετά διαφορετική.
Στον νομό Αιτωλοακαρνανίας, η τιμή κατά το άνοιγμα της αγοράς έφτασε περίπου στα 1,82 ευρώ το λίτρο. Πρόκειται για επίπεδο υψηλότερο ακόμη και από εκείνο που καταγράφεται σε αρκετά νησιά, όπου το κόστος μεταφοράς επιβαρύνει σημαντικά την τελική τιμή.
Στα Δωδεκάνησα, το πετρέλαιο θέρμανσης άνοιξε πάνω από τα 1,70 ευρώ το λίτρο. Για τους κατοίκους των νησιωτικών και απομακρυσμένων περιοχών, η θέρμανση γίνεται έτσι ακόμη ακριβότερη, καθώς η γεωγραφική απόσταση και τα μεταφορικά έξοδα μετακυλίονται στον καταναλωτή.
Τι καλύπτουν οι επιδοτήσεις
Οι επιδοτήσεις που τέθηκαν σε ισχύ από τις 16 Οκτωβρίου μειώνουν το συνολικό μηνιαίο κόστος από περίπου 648 εκατ. ευρώ σε περίπου 505 εκατ. ευρώ. Το κράτος αναλαμβάνει περίπου 98,7 εκατ. ευρώ, ενώ τα διυλιστήρια συνεισφέρουν περίπου 44,5 εκατ. ευρώ. Συνολικά, η στήριξη φτάνει περίπου τα 143 εκατ. ευρώ τον μήνα.
Το πετρέλαιο θέρμανσης είναι το προϊόν που επωφελείται περισσότερο από τις παρεμβάσεις. Το σχετικό κόστος υποχωρεί από περίπου 129,2 εκατ. ευρώ σε 69,6 εκατ. ευρώ. Παρά τη μείωση, η τελική τιμή εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική επιβάρυνση για τις οικογένειες, ειδικά σε περιοχές όπου οι θερμοκρασίες είναι χαμηλότερες ή οι τιμές διανομής υψηλότερες.
Αντίθετα, στο ρεύμα και στο φυσικό αέριο δεν έχει εφαρμοστεί αντίστοιχη στήριξη. Αυτό σημαίνει ότι η επιβάρυνση αφορά και τα νοικοκυριά που δεν χρησιμοποιούν πετρέλαιο για τη θέρμανσή τους.
Ρεύμα και φυσικό αέριο προσθέτουν νέα βάρη
Η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος αυξάνεται περίπου στα 0,27 ευρώ ανά κιλοβατώρα, προσθέτοντας σχεδόν 75,9 εκατ. ευρώ στον συνολικό μηνιαίο λογαριασμό. Η αύξηση επηρεάζει άμεσα τα νοικοκυριά, αλλά και τις επιχειρήσεις που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας.
Το φυσικό αέριο, από την πλευρά του, προσθέτει περίπου 50 εκατ. ευρώ τον μήνα, καθώς η κατανάλωση αυξάνεται κατά τους χειμερινούς μήνες. Έτσι, η ενεργειακή επιβάρυνση δεν περιορίζεται στα καύσιμα ή στο πετρέλαιο θέρμανσης, αλλά αγγίζει κάθε μορφή ενέργειας που χρησιμοποιείται στην καθημερινότητα.
Το κρίσιμο στοίχημα για τον χειμώνα
Το τελικό κόστος του χειμώνα θα εξαρτηθεί κυρίως από δύο παράγοντες: από το πόσο θα παραμείνουν υψηλές οι διεθνείς και εγχώριες τιμές και από το για πόσο διάστημα θα συνεχιστεί η δημοσιονομική στήριξη.
Όσο οι επιδοτήσεις καλύπτουν μόνο ένα μέρος της συνολικής επιβάρυνσης, νοικοκυριά και επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να πληρώνουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κάθε μήνα. Η θέρμανση, τα καύσιμα και το ρεύμα θα παραμένουν βασικές πηγές πίεσης για το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ οι περιφερειακές διαφορές θα εντείνουν τις ανισότητες.
Το ενεργειακό κόστος, επομένως, δεν αποτελεί πλέον ένα μεμονωμένο πρόβλημα για τους καταναλωτές. Με συνολική επιβάρυνση που ξεπερνά τα 600 εκατ. ευρώ τον μήνα, εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες οικονομικές προκλήσεις του χειμώνα.
Σχετικά Άρθρα
18/10/2026 - 20:30
18/10/2026 - 18:30
Δείτε επίσης