«Αφανής φόρος» στις επενδύσεις η γραφειοκρατία και η αργή Δικαιοσύνη, λέει ο Στουρνάρας

Ως «αφανή φόρο» στις επενδύσεις περιγράφει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, το διοικητικό βάρος, τους περίπλοκους κανόνες και, κυρίως, τις καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης. Πρόκειται για παράγοντες που συχνά αντιμετωπίζονται ως απλές διαδικαστικές εκκρεμότητες, στην πράξη όμως επηρεάζουν άμεσα το κόστος, την απόδοση και τελικά την ίδια την απόφαση μιας επιχείρησης να επενδύσει.

Στη συνομιλία του με τον Θάνο Νιφόρο, στο Συνέδριο Βιοτεχνολογίας της 3ης Οκτωβρίου, ο κ. Στουρνάρας έδωσε οικονομική διάσταση σε ένα πρόβλημα που επηρεάζει ιδιαίτερα τις παραγωγικές επενδύσεις και την καινοτομία. Η αναμονή για μια διοικητική έγκριση, όπως και η αβεβαιότητα σχετικά με τον χρόνο επίλυσης μιας δικαστικής διαφοράς, ενσωματώνονται στον επενδυτικό σχεδιασμό και αυξάνουν το ρίσκο.

Για μια ερευνητική επιχείρηση, για παράδειγμα, ο χρόνος που απαιτείται μέχρι την έγκριση μιας μελέτης αποτελεί μέρος του συνολικού επενδυτικού λογαριασμού. Η καθυστέρηση μπορεί να μεταθέσει την ολοκλήρωση της έρευνας, να περιορίσει το διάστημα εμπορικής αξιοποίησης ενός προϊόντος και να δεσμεύσει κεφάλαια χωρίς άμεση απόδοση. Στη βιοτεχνολογία, όπου η ανάπτυξη ενός νέου φαρμάκου ή μιας καινοτόμου θεραπείας μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια, ο συγκεκριμένος «αφανής φόρος» αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Ο «αφανής φόρος» στις επενδύσεις και οι καθυστερήσεις στις εγκρίσεις

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο στον ψηφιακό μετασχηματισμό των δημόσιων υπηρεσιών και στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η πρόοδος αυτή δεν αρκεί για να εξαλειφθούν τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις.

Η διοικητική επιβάρυνση, οι αλληλεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες, οι σύνθετες διαδικασίες και η αργή απονομή της Δικαιοσύνης εξακολουθούν να περιορίζουν την ελκυστικότητα της χώρας. Όταν μια επιχείρηση δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα πότε θα λάβει μια άδεια ή πότε θα επιλυθεί μια διαφορά, δυσκολεύεται να υπολογίσει το πραγματικό κόστος και το χρονοδιάγραμμα της επένδυσης.

Αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας λειτουργεί αποτρεπτικά, ιδιαίτερα για διεθνείς επενδυτές που έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα σε πολλές χώρες. Η ταχύτητα, η προβλεψιμότητα και η διαφάνεια των διαδικασιών αποτελούν πλέον κρίσιμα στοιχεία ανταγωνιστικότητας, όχι απλώς ζητήματα διοικητικής οργάνωσης.

Οι 113 ημέρες ευρωπαϊκής αναμονής

Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Στουρνάρας για τις κλινικές μελέτες. Οι σχετικές αιτήσεις εγκρίνονται σε περίπου 60 ημέρες στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο μέσος χρόνος για πολυεθνικές κλινικές μελέτες φτάνει τις 113 ημέρες.

Η διαφορά των 53 ημερών μπορεί να φαίνεται περιορισμένη, όμως για μια εταιρεία βιοτεχνολογίας έχει σημαντικές οικονομικές συνέπειες. Ο ευρωπαϊκός χρόνος έγκρισης πλησιάζει το διπλάσιο σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η έναρξη των δοκιμών, η συγκέντρωση δεδομένων και η διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά.

Οι καθυστερήσεις επηρεάζουν την απόδοση της επένδυσης και περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Παράλληλα, η Γηραιά Ήπειρος χάνει σταδιακά μερίδιο στην παγκόσμια κλινική έρευνα. Σύμφωνα με τη σύγκριση που επικαλείται ο διοικητής, ο Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος συγκέντρωνε το 22% των εμπορικών κλινικών δοκιμών παγκοσμίως το 2013, ποσοστό που υποχώρησε στο 12% το 2023.

Για την Ελλάδα, η ενίσχυση της κλινικής έρευνας θα μπορούσε να προσελκύσει επενδύσεις και να δημιουργήσει νέες συνεργασίες μεταξύ διεθνών φαρμακευτικών και βιοτεχνολογικών εταιρειών και της εγχώριας επιστημονικής κοινότητας. Προϋπόθεση είναι η ύπαρξη σαφών κανόνων, ταχύτερων διαδικασιών και μεγαλύτερης προβλεψιμότητας.

Η δυσκολία πρόσβασης σε κεφάλαια

Ένα δεύτερο σημαντικό εμπόδιο εμφανίζεται όταν η έρευνα πρέπει να περάσει από το εργαστήριο στην αγορά και να εξελιχθεί σε επιχειρηματική δραστηριότητα μεγάλης κλίμακας. Για να γίνει αυτό, απαιτείται χρηματοδότηση, πρόσβαση σε κεφάλαια και ένα περιβάλλον που επιτρέπει στις καινοτόμες επιχειρήσεις να αναπτυχθούν.

Την περίοδο 2019–2025, οι 66 από τις 67 εταιρείες βιοτεχνολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εισήχθησαν σε χρηματιστήριο επέλεξαν αγορές εκτός Ένωσης, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανέφερε ο κ. Στουρνάρας. Η τάση αυτή δείχνει ότι ακόμη και όταν η Ευρώπη παράγει σημαντική επιστημονική γνώση, δυσκολεύεται να τη μετατρέψει σε επιχειρηματική αξία και να κρατήσει τις εταιρείες της εντός των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών.

Η χρηματοδοτική υστέρηση αποτυπώνεται και στη διαφορά μεταξύ επιστημονικής παραγωγής και επενδύσεων. Η Ευρώπη παράγει περίπου το 21% των κορυφαίων επιστημονικών δημοσιεύσεων στη βιοτεχνολογία παγκοσμίως, αλλά προσελκύει μόλις περίπου το 7% των παγκόσμιων επενδύσεων venture capital στη βιοτεχνολογία υγείας.

Ο διοικητής υπογραμμίζει την ανάγκη ευκολότερης πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές και άρσης των εμποδίων στις διασυνοριακές επενδύσεις. Για την Ελλάδα, ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνδεση του Χρηματιστηρίου Αθηνών με το οικοσύστημα της Euronext, καθώς και η διεύρυνση των διαθέσιμων πηγών χρηματοδότησης για τις καινοτόμες επιχειρήσεις.

Από τις επιδοτήσεις στην παραγωγικότητα

Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως επιστημονικό και ιατρικό προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης, ερευνητικά κέντρα με διεθνείς διασυνδέσεις και ανεπτυγμένη φαρμακευτική βιομηχανία. Η στενότερη συνεργασία πανεπιστημίων και επιχειρήσεων μπορεί να συμβάλει στη μετατροπή περισσότερων ερευνητικών αποτελεσμάτων σε εμπορεύσιμα προϊόντα.

Ωστόσο, η δημόσια στήριξη δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο με βάση το ύψος των διαθέσιμων πόρων. Ο κ. Στουρνάρας θέτει ως βασικό κριτήριο την παραγωγικότητα, τονίζοντας ότι «η παραγωγικότητα έχει μεγαλύτερη σημασία από τις επιδοτήσεις».

Οι κρατικοί πόροι μπορούν να στηρίζουν τη βασική έρευνα και την καινοτομία στα πρώτα στάδια, κινητοποιώντας παράλληλα πρόσθετες ιδιωτικές επενδύσεις. Η αποτελεσματικότητά τους, όμως, κρίνεται από τα αποτελέσματα: τις επιχειρήσεις που αναπτύσσονται, τις εξαγωγές υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και τις νέες θέσεις εργασίας για εξειδικευμένους επιστήμονες.

Η μείωση του «αφανή φόρου» στις επενδύσεις απαιτεί, επομένως, ταχύτερη Δικαιοσύνη, απλούστερες διαδικασίες, σταθερούς κανόνες και καλύτερη σύνδεση της έρευνας με την αγορά. Μόνο έτσι η Ελλάδα και η Ευρώπη θα μπορέσουν να μετατρέψουν το επιστημονικό τους δυναμικό σε παραγωγική ανάπτυξη, ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και επενδύσεις με μακροπρόθεσμη αξία.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή