Το νορβηγικό κοινοβούλιο διερευνά τις σχέσεις του Έπσταϊν με πολιτικούς και διπλωμάτες
Το νορβηγικό κοινοβούλιο ξεκινά δημόσιες ακροάσεις την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου, εξετάζοντας τις σχέσεις Νορβηγών πολιτικών και διπλωματών με τον Τζέφρι Έπσταϊν, τον Αμερικανό χρηματοδότη και καταδικασμένο σεξουαλικό εγκληματία που πέθανε το 2019. Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στη Νορβηγία, καθώς οι αποκαλύψεις έχουν οδηγήσει σε κοινοβουλευτικές και αστυνομικές έρευνες, θέτοντας υπό πίεση την πολιτική και διπλωματική ελίτ της χώρας.
Τα έγγραφα σχετικά με τον Έπσταϊν, τα οποία δημοσιοποιήθηκαν τον Ιανουάριο από το υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών, αποκάλυψαν τις επαφές του με πολιτικούς, μέλη βασιλικών οικογενειών και εύπορους ιδιώτες σε διάφορες χώρες, σύμφωνα με το Reuters. Στη Νορβηγία, οι αποκαλύψεις αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για τα όρια των προσωπικών και επαγγελματικών σχέσεων δημόσιων προσώπων, αλλά και για τους ελέγχους που πρέπει να προηγούνται πριν από οποιαδήποτε συνεργασία ή συναναστροφή με αμφιλεγόμενους παράγοντες.
Η έρευνα για τον Έπσταϊν και η κρίση εμπιστοσύνης
Ο Γιόνας Άντερσεν Σάγιεντ, επικεφαλής των ακροάσεων στην Επιτροπή Εποπτείας και Συνταγματικών Υποθέσεων του νορβηγικού κοινοβουλίου, δήλωσε ότι η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποια μέτρα λαμβάνει για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη διπλωματική υπηρεσία.
«Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που επέδειξαν εξαιρετικά κακή κρίση», δήλωσε στο Reuters ο Άντερσεν Σάγιεντ, αναφερόμενος σε πρόσωπα που διατηρούσαν φιλικές ή επαγγελματικές σχέσεις με τον Έπσταϊν. Όπως υπογράμμισε, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις προσωπικές επιλογές των εμπλεκομένων, αλλά και το κατά πόσο οι σχέσεις αυτές μπορούσαν να επηρεάσουν τη δημόσια δράση, τη λήψη αποφάσεων ή την αξιοπιστία της νορβηγικής εξωτερικής πολιτικής.
Η κοινοβουλευτική επιτροπή έχει καλέσει να καταθέσουν 11 εν ενεργεία και πρώην υπουργούς Εξωτερικών και Ανάπτυξης. Ανάμεσά τους βρίσκεται ο πρωθυπουργός Γιόνας Γκαρ Στόρε, ο οποίος υπηρέτησε ως υπουργός Εξωτερικών από το 2005 έως το 2012. Ο Στόρε έχει δηλώσει ότι δεν είχε καμία σχέση με τον Έπσταϊν.
Η διαδικασία αναμένεται να εξετάσει όχι μόνο τις άμεσες επαφές των πολιτικών με τον Αμερικανό χρηματοδότη, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι αρμόδιες υπηρεσίες αξιολογούσαν τους κινδύνους που συνδέονταν με τέτοιες σχέσεις. Παράλληλα, θα διερευνηθεί αν υπήρξαν παραλείψεις στην ενημέρωση της κυβέρνησης ή αν εφαρμόστηκαν επαρκείς κανόνες δεοντολογίας.
Πρώην Νορβηγοί αξιωματούχοι στο επίκεντρο των ακροάσεων
Μεταξύ των προσώπων που έχουν κληθεί να καταθέσουν είναι ο Μπέργκε Μπρέντε, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Νορβηγίας. Ο Μπρέντε παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, μετά την αποκάλυψη της φιλίας του με τον Έπσταϊν.
Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι δεν γνώριζε το ποινικό παρελθόν του Έπσταϊν πριν από την πρώτη τους συνάντηση, το 2018. Παράλληλα, έχει παραδεχθεί ότι μετάνιωσε επειδή δεν πραγματοποίησε πιο ενδελεχή έρευνα για το υπόβαθρο και τις δραστηριότητές του. Η κατάθεσή του αναμένεται να έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να φωτίσει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε η συγκεκριμένη σχέση.
Στις ακροάσεις αναμένεται να συμμετάσχει και ο Έρικ Σόλχαϊμ, πρώην υπουργός Ανάπτυξης. Ο Σόλχαϊμ έχει χαρακτηρίσει την κοινοβουλευτική έρευνα υπερβολική αντίδραση και έχει προειδοποιήσει ότι ενδέχεται να επηρεάσει το έργο της νορβηγικής διπλωματικής υπηρεσίας. Η θέση του εκφράζει την ανησυχία ότι η υπόθεση μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολικά αυστηρούς περιορισμούς στις διεθνείς επαφές αξιωματούχων, ακόμη και όταν αυτές δεν συνδέονται με παράνομες πράξεις.
Αστυνομικές έρευνες για πιθανή διαφθορά
Παράλληλα με την κοινοβουλευτική διαδικασία, αρκετοί επιφανείς Νορβηγοί που είχαν επαφές με τον Έπσταϊν ερευνώνται από την αστυνομία για πιθανή διαφθορά. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο πρώην πρωθυπουργός Θόρμπγιερν Γιάγκλαντ, ο πρώην υπουργός Τέργιε Ρόεντ-Λάρσεν και η πρώην διπλωμάτης Μόνα Γιούλ. Και οι τρεις έχουν αρνηθεί ότι διέπραξαν οποιαδήποτε παράβαση.
Ο Ρόεντ-Λάρσεν έχει ζητήσει συγγνώμη για τη στενή σχέση του με τον Έπσταϊν, η οποία περιλάμβανε και προσωπικό δάνειο από τον Αμερικανό χρηματοδότη. Το 2020 παραιτήθηκε από τη θέση του γενικού διευθυντή του Διεθνούς Ινστιτούτου Ειρήνης, μιας δεξαμενής σκέψης με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Η υπόθεση έχει επηρεάσει και τη νορβηγική βασιλική οικογένεια. Η βασίλισσα Μέτε-Μάριτ, σύζυγος του βασιλιά Χάακον, ζήτησε συγγνώμη για τη φιλία της με τον Έπσταϊν. Ωστόσο, δεν αποτελεί αντικείμενο των κοινοβουλευτικών ακροάσεων.
Εξωτερική επιτροπή και προτάσεις για περισσότερη διαφάνεια
Παράλληλα με την κοινοβουλευτική έρευνα για τον Έπσταϊν, το νορβηγικό κοινοβούλιο έχει συστήσει ανεξάρτητη επιτροπή αποτελούμενη από ακαδημαϊκούς και νομικούς εμπειρογνώμονες. Η επιτροπή θα εξετάσει τις πληροφορίες που προέκυψαν από τα έγγραφα της υπόθεσης και θα διατυπώσει προτάσεις για τη βελτίωση της ακεραιότητας, της λογοδοσίας και της διαφάνειας των νορβηγικών αρχών.
Το έργο της θα καλύψει περισσότερα από 30 χρόνια διπλωματικής ιστορίας της Νορβηγίας. Τα συμπεράσματα αναμένεται να παρουσιαστούν στις αρχές του 2028, γεγονός που δείχνει την έκταση και την πολυπλοκότητα της έρευνας. Πρόκειται μόλις για την ένατη επιτροπή αυτού του τύπου που έχει συσταθεί από το νορβηγικό κοινοβούλιο τα τελευταία 140 χρόνια.
Οι ακροάσεις και η ανεξάρτητη επιτροπή δεν θα εξετάσουν μόνο τις προσωπικές σχέσεις Νορβηγών αξιωματούχων με τον Έπσταϊν. Θα επιχειρήσουν επίσης να απαντήσουν σε ευρύτερα ερωτήματα: αν υπήρχαν επαρκείς μηχανισμοί ελέγχου, αν οι υπηρεσίες αντέδρασαν έγκαιρα στις προειδοποιήσεις και πώς μπορεί να προστατευθεί η αξιοπιστία της χώρας στο μέλλον. Η έρευνα για τον Έπσταϊν αναμένεται, επομένως, να αποτελέσει σημαντική δοκιμασία για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία της νορβηγικής πολιτικής και διπλωματικής εξουσίας.
Σχετικά Άρθρα
30/09/2026 - 23:10
30/09/2026 - 22:50
30/09/2026 - 22:40
Δείτε επίσης