Κοινοβουλευτικές εκλογές εν μέσω πολέμου και χωρίς αντιπολίτευση στη Ρωσία
Η Ρωσία προσέρχεται στις κάλπες για τις κοινοβουλευτικές εκλογές, σε μια αναμέτρηση που διεξάγεται εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία και χωρίς ουσιαστική παρουσία της αντιπολίτευσης. Η ψηφοφορία, η οποία ξεκινά την Παρασκευή και ολοκληρώνεται την Κυριακή 20 του μήνα, είναι η πρώτη για την Κρατική Δούμα μετά την έναρξη της εισβολής. Παράλληλα, πραγματοποιείται και σε περιοχές της Ουκρανίας που η Μόσχα έχει καταλάβει και ισχυρίζεται ότι έχει προσαρτήσει: το Ντονέτσκ, το Λουχάνσκ, τη Ζαπορίζια, τη Χερσώνα και την Κριμαία, η οποία προσαρτήθηκε το 2014.
Η Ουκρανία έχει χαρακτηρίσει τη διαδικασία «φάρσα» και δηλώνει ότι οποιαδήποτε ψηφοφορία στα κατεχόμενα εδάφη είναι άκυρη. Στο εσωτερικό της Ρωσίας, πάντως, το αποτέλεσμα θεωρείται σχεδόν προδιαγεγραμμένο: το κόμμα του Βλαντίμιρ Πούτιν, η «Ενωμένη Ρωσία», αναμένεται να επικρατήσει για ακόμη μία φορά. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι εκλογές δεν θα είναι ανταγωνιστικές με τη δημοκρατική έννοια, καθώς η πραγματική αντιπολίτευση έχει αποκλειστεί ή έχει οδηγηθεί στην εξορία, ενώ κάθε δημόσια διαμαρτυρία καταστέλλεται.
Το διακύβευμα των κοινοβουλευτικών εκλογών
Στις κοινοβουλευτικές εκλογές εκλέγονται οι 450 βουλευτές της Κρατικής Δούμας, ενός από τα δύο σώματα του ρωσικού Κοινοβουλίου. Το δεύτερο είναι το Συμβούλιο της Ομοσπονδίας, το οποίο λειτουργεί ως άνω σώμα, αντίστοιχο της Γερουσίας.
Οι μισές έδρες της Δούμας καλύπτονται μέσω αναλογικής εκπροσώπησης, με βάση κομματικούς καταλόγους σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Για την είσοδο ενός κόμματος στη Βουλή απαιτείται να ξεπεράσει το όριο του 5% των ψήφων. Οι υπόλοιπες έδρες διεκδικούνται σε μονοεδρικές περιφέρειες, όπου εκλέγεται ο υποψήφιος που συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους.
Θεωρητικά, η Δούμα έχει σημαντικές αρμοδιότητες. Ψηφίζει συνταγματικούς και ομοσπονδιακούς νόμους, εποπτεύει τη δράση της κυβέρνησης, εγκρίνει τον διορισμό του πρωθυπουργού κατόπιν πρότασης του προέδρου και συμμετέχει στην επιλογή άλλων ανώτερων αξιωματούχων. Στην πράξη, όμως, η πολιτική της λειτουργία παραμένει στενά συνδεδεμένη με τις αποφάσεις του Κρεμλίνου.
Κατά την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο, η «Ενωμένη Ρωσία» διέθετε 310 βουλευτές και είχε απόλυτη κυριαρχία. Τα υπόλοιπα κόμματα που εκπροσωπούνταν στη Δούμα —το Κομμουνιστικό Κόμμα, η «Δίκαιη Ρωσία», το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα και οι «Νέοι Άνθρωποι»— δεν αποτέλεσαν πραγματική αντιπολίτευση. Σε κρίσιμα ζητήματα, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, τάχθηκαν κατά κανόνα στο πλευρό της κυβερνητικής γραμμής.
«Αυτές οι εκλογές δεν θα είναι ανταγωνιστικές· στην πραγματικότητα, δεν ήταν ποτέ», εκτιμά η Μαρία Χοσέ Πέρεθ, λέκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης. Όπως εξηγεί, τόσο η Δούμα όσο και το Συμβούλιο της Ομοσπονδίας λειτουργούν ως υποταγμένα θεσμικά όργανα, χωρίς ουσιαστική ιδεολογική πολυφωνία ή πραγματικό έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας.
Η συρρίκνωση της αντιπολίτευσης στη Ρωσία
Ο έλεγχος του πολιτικού συστήματος δεν επιτεύχθηκε μόνο μέσω της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Τα τελευταία χρόνια, οι ρωσικές αρχές έχουν περιορίσει συστηματικά τον χώρο δράσης της αντιπολίτευσης, αποκλείοντας υποψηφίους, απαγορεύοντας οργανώσεις και ασκώντας πιέσεις σε ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης.
Η διαδικασία επιλογής των υποψηφίων έχει λειτουργήσει ως φίλτρο, αφήνοντας εκτός όσους θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν ουσιαστικά την κυβερνητική πολιτική. Ταυτόχρονα, πολλοί αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί έχουν φυλακιστεί ή έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τη χώρα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά την εισβολή στην Ουκρανία, όταν η κριτική στον πόλεμο άρχισε να τιμωρείται με βάση νομοθεσία περί «δυσφήμησης» των Ενόπλων Δυνάμεων και «εξτρεμισμού».
Παράλληλα, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης παρέχουν σαφές πλεονέκτημα στην «Ενωμένη Ρωσία» και στον ίδιο τον Πούτιν. Ανεξάρτητα μέσα έχουν κλείσει ή έχουν χαρακτηριστεί «ξένοι πράκτορες», ενώ η εκλογική εποπτεία έχει αποδυναμωθεί λόγω της περιορισμένης παρουσίας διεθνών και ανεξάρτητων παρατηρητών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο αποκλεισμός του «Γιαμπλόκο», του μοναδικού κόμματος που είχε εκφράσει ανοιχτά την αντίθεσή του στον πόλεμο. Ρωσικά δικαστήρια απαγόρευσαν τη συμμετοχή του, ενώ ένας από τους ηγέτες του, ο Λεβ Σλόσμπεργκ, καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Το κόμμα είχε καταγράψει θετικά αποτελέσματα σε περιφερειακές και δημοτικές εκλογές και, σύμφωνα με αναλυτές, θα μπορούσε να διεκδικήσει το όριο του 5%.
Αρκετοί υποψήφιοι του «Γιαμπλόκο» δέχθηκαν απειλές ή αποσύρθηκαν μετά από κατηγορίες για «εξτρεμισμό» και υπονόμευση της εικόνας των ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων. Παρ’ όλα αυτά, το κόμμα διατήρησε το σύνθημά του «Για την ειρήνη και την ελευθερία» και κάλεσε τους ψηφοφόρους να στηρίξουν τους υποψηφίους του ή, όπου αυτό δεν είναι δυνατό, να ακυρώσουν το ψηφοδέλτιό τους.
Πόλεμος, κοινωνική δυσαρέσκεια και εκλογική συμμετοχή
Ο πόλεμος αποτελεί το βασικό υπόβαθρο των κοινοβουλευτικών εκλογών. Για πολλούς Ρώσους, η σύγκρουση δεν είναι πλέον μια μακρινή επιχείρηση που διεξάγεται αποκλειστικά εκτός συνόρων. Οι ουκρανικές επιθέσεις με drones έχουν επεκταθεί σε περιοχές βαθιά μέσα στη Ρωσία, ενώ οι απώλειες, οι ζημιές στις υποδομές, οι ελλείψεις καυσίμων και ο πληθωρισμός επηρεάζουν όλο και περισσότερο την καθημερινότητα.
Σύμφωνα με έρευνα του Levada Centre, το 61% των Ρώσων δηλώνει ότι η λεγόμενη «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» επηρεάζει άμεσα τη ζωή του. Οι λόγοι περιλαμβάνουν οικονομικές δυσκολίες, επιθέσεις με drones και τον θάνατο συγγενών ή γνωστών στο μέτωπο. Την ίδια στιγμή, το 59% τάσσεται υπέρ των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, ενώ το 31% υποστηρίζει τη συνέχιση του πολέμου.
Η δημοτικότητα του Πούτιν έχει μειωθεί τους τελευταίους μήνες, παραμένει όμως υψηλή, στο 76%. Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά μεγαλύτερο από την αποδοχή του πρωθυπουργού Μιχαήλ Μισούστιν, της κυβέρνησης και της ίδιας της Δούμας. Ωστόσο, η αυξανόμενη «αγωνία» που καταγράφουν ακόμη και κρατικοί οργανισμοί δημοσκοπήσεων δείχνει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν έχει εξαφανιστεί.
Μία από τις ελάχιστες μορφές διαμαρτυρίας είναι η έκκληση της εξωκοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης προς τους πολίτες να ψηφίσουν οποιοδήποτε κόμμα εκτός από την «Ενωμένη Ρωσία». Άλλη μορφή αντίστασης είναι η εκστρατεία «Μεσημέρια κατά του Πούτιν», κατά την οποία οι πολίτες συγκεντρώνονται ταυτόχρονα στα εκλογικά τμήματα για να καταστήσουν ορατή την αντίθεσή τους. Και αυτή η πρωτοβουλία, ωστόσο, έχει οδηγήσει σε συλλήψεις.
Το ποσοστό συμμετοχής θα μπορούσε να λειτουργήσει ως δείκτης δυσαρέσκειας, όμως τα στοιχεία για την αποχή συχνά δεν είναι αξιόπιστα, ιδιαίτερα εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, ακόμη και μια σημαντική αποχή μπορεί να αποσιωπηθεί ή να παρουσιαστεί διαφορετικά από τα επίσημα αποτελέσματα.
Οι εκλογές ως μήνυμα του Κρεμλίνου
Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, η νίκη της «Ενωμένης Ρωσίας» θα αξιοποιηθεί από τον Πούτιν ως απόδειξη λαϊκής υποστήριξης προς την κυβέρνηση και τον πόλεμο. Το σύνθημα του κόμματος, «Τα πάντα για τη νίκη», συνδέει άμεσα την εκλογική διαδικασία με τη στρατιωτική προσπάθεια.
Οι κοινοβουλευτικές εκλογές στη Ρωσία δεν αναμένεται να μεταβάλουν τους πολιτικούς συσχετισμούς. Θα λειτουργήσουν, όμως, ως μέσο νομιμοποίησης του καθεστώτος, ως μήνυμα προς το εσωτερικό και ως προπαγανδιστικό εργαλείο προς το εξωτερικό. Σε ένα πολιτικό σύστημα όπου η αντιπολίτευση έχει αποκλειστεί, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει, αλλά πόσο πειστικά θα παρουσιαστεί η εικόνα μιας κοινωνίας ενωμένης πίσω από τον πρόεδρο.
Γι’ αυτό και οι κοινοβουλευτικές εκλογές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία: όχι επειδή προσφέρουν πραγματική επιλογή στους ψηφοφόρους, αλλά επειδή αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο η Ρωσία οργανώνει την πολιτική της ζωή εν μέσω πολέμου, καταστολής και αυξανόμενης κοινωνικής πίεσης.
Σχετικά Άρθρα
18/09/2026 - 20:50
18/09/2026 - 19:50
18/09/2026 - 18:10
Δείτε επίσης