Ξεκίνησε η δίκη για την ανατίναξη ΑΤΜ στη Θεσσαλονίκη που στοίχισε τη ζωή στη γυναίκα που τοποθέτησε τη βόμβα
- Ο βασικός κατηγορούμενος, έγκλειστος σε φυλακή, ομολόγησε ότι οργάνωσε τη βομβιστική επίθεση στη Θεσσαλονίκη, δίνοντας οδηγίες για τον εκρηκτικό μηχανισμό.
- Ισχυρίστηκε ότι ο στόχος ήταν τα ΑΤΜ και πως η 38χρονη "Μαρία" πληρώθηκε για την τοποθέτηση, ενώ εκμεταλλεύτηκε τον εθισμό της στα ναρκωτικά.
- Άλλοι δύο κατηγορούμενοι, ο ένας για μεταφορά υλικών και ο άλλος για δακτυλικό αποτύπωμα, αρνήθηκαν γνώση του περιεχομένου ή εμπλοκή στην οργάνωση.
Η δίκη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ξεκίνησε σήμερα – Ο κατηγορούμενος που ομολόγησε ότι οργάνωσε την βομβιστική επίθεση ισχυρίστηκε πως έδινε οδηγίες στην νεκρή για την κατασκευή του εκρηκτικού μηχανισμού ενώ ήταν έγκλειστος στις φυλακές
«Στόχος ήταν τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης (ΑΤΜ) και ήθελα να πάρω τα λεφτά. Δεν φταίω εγώ που σκοτώθηκε η “Μαρία”, πληρώθηκε για να το κάνει και δεν πήγε τζάμπα ούτε με το όπλο στο κεφάλι», ανέφερε στην απολογία του ο βασικός κατηγορούμενος για την έκρηξη βόμβας, που σημειώθηκε στις 3 Μαΐου του 2025, έξω από τραπεζικό κατάστημα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και στοίχισε τη ζωή στην 38χρονη γυναίκα που την τοποθέτησε.
Η δίκη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ξεκίνησε σήμερα και διεκόπη μετά τις απολογίες των τριών κατηγορουμένων που κάθονται στο εδώλιο. Πρόκειται για έναν 37χρονο που είχε νοικιάσει το διαμέρισμα-γιάφκα στα Λαδάδικα και μετέφερε τον σάκο με τα υλικά κατασκευής της βόμβας, έναν 43χρονο στον οποίο ανήκει το δακτυλικό αποτύπωμα που βρέθηκε στη σακούλα που περιείχε τον εκρηκτικό μηχανισμό και τον τρίτο κατά σειρά κατηγορούμενο, ο οποίος είναι έγκλειστος στις φυλακές και έχει παραδεχθεί ότι ο ίδιος οργάνωσε τη βομβιστική επίθεση μέσα από το σωφρονιστικό κατάστημα.
Σε βάρος τους έχει ασκηθεί κακουργηματική δίωξη για εγκληματική οργάνωση, έκρηξη, προμήθεια – κατοχή και κατασκευή εκρηκτικών υλών, φθορά ξένης ιδιοκτησίας και άλλα αδικήματα, κατά περίπτωση.
Συνεχίζοντας την απολογία του, ο τρίτος κατηγορούμενος υποστήριξε ότι ο ίδιος οργάνωσε την επίθεση με τον εκρηκτικό μηχανισμό και, μάλιστα, έδινε οδηγίες μέσω βιντεοκλήσης στην 38χρονη γυναίκα προκειμένου να τον συναρμολογήσει, παρόλο που βρισκόταν μέσα στη φυλακή.
«Την “Μαρία”, όπως την ξέραμε όλοι, την γνώρισα πριν από 20 χρόνια. Από μικρό παιδί είμαι στη φυλακή και μπαίνω-βγαίνω, την είχα γνωρίσει σε ένα πάρτι και κρατήσαμε επαφές. Μου είχε στείλει μήνυμα στο Facebook και επικοινωνήσαμε προκειμένου να κανονίσουμε κάτι. Ήξερα ότι ήταν εξαρτημένη από τα ναρκωτικά και χρειαζόταν λεφτά», είπε.
Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι στόχος ήταν τα ΑΤΜ της τράπεζας, όμως η 38χρονη άφησε τη βόμβα σε λάθος σημείο. «Δύο ημέρες πριν την έκρηξη την είχα στείλει στην τράπεζα και την έβλεπα από την κάμερα. Ήθελα να πάρω τα λεφτά από τα τρία μηχανήματα. Την έστειλα να τσεκάρει και τραβούσε βίντεο, έτσι αποφάσισα να χτυπήσουμε εκεί κι αν κάτσει-έκατσε. Εκείνη την ώρα την επέλεξα γιατί δεν ήθελα να σκοτώσουμε κανέναν άνθρωπο. Λεφτά θέλαμε να βγάλουμε. Δεν έχω δουλέψει ποτέ στη ζωή μου, έτσι βγάζω λεφτά εγώ και συνεχίζω να βγάζω», είπε χαρακτηριστικά.
«Το σχέδιο δεν ήταν να αφήσει τον μηχανισμό εκεί που τον άφησε. Τις ύλες για την κατασκευή του τις είχα προμηθευτεί από έναν φίλο μου και δε πρόκειται να σας πω το όνομά του. Εγώ είμαι γνώστης και κατασκεύασα τον εκρηκτικό μηχανισμό μέσω κάμερας που έδειχνα στη Μαρία καθώς ήμουν στη φυλακή», ανέφερε, και όταν ρωτήθηκε από την έδρα πώς είχε πρόσβαση σε κινητό τηλέφωνο κ.λπ. από το σωφρονιστικό κατάστημα, χαμογέλασε και απάντησε: «Δε μας επιτηρεί κανείς στις φυλακές, εμένα περιμένατε να σας πω τι είναι οι φυλακές σήμερα; Στην κάμερα της έλεγα “φόρα γάντια, πάρε πλαστελίνες να τις πλάσεις” κ.λπ.».
«Μόνο με έναν χρήστη ναρκωτικών μπορείς να κάνεις τέτοια πράγματα και να μη δώσεις πολλά χιλιάρικα. Εγώ εκμεταλλεύτηκα το πάθος της για τα ναρκωτικά. Δεν πέθανε τζάμπα, πληρώθηκε για να το κάνει, δεν πήγε με το όπλο στο κεφάλι», ανέφερε.
Σχετικά με τον συγκατηγορούμενό του, ο οποίος κατηγορείται και έχει παραδεχθεί ότι μετέφερε τον σάκο με τα υλικά για την κατασκευή του μηχανισμού -χωρίς να γνωρίζει τι είχε μέσα- έως το διαμέρισμα Airbnb που λειτουργούσε ως «γιάφκα» και το οποίο είχε νοικιάσει, ο 42χρονος υποστήριξε ότι μίλησαν ξανά μέσω κοινωνικών δικτύων και του πρότεινε τη «δουλειά» δίνοντάς του 500 ευρώ.
«Είμαι γνωστός στις φυλακές, με ξέρουν πάρα πολλοί. Στο Facebook και στο Instagram έχω πολλά αιτήματα φιλίας και την άλλη ημέρα με πήρε κλήση. Μου είπε ότι είναι δύσκολα οικονομικά και το κράτησα αυτό. Την άλλη ημέρα του είπα να κατεβάσει την εφαρμογή “Signal” και να με πάρει εκεί. Του πρότεινα δουλειά, αλλά ήξερε ότι είμαι μέσα για τρομοκρατία και μου είπε ότι δεν μπορεί να τα κάνει αυτά. Του απάντησα ότι θα μετέφερε μόνο μια τσάντα και την άλλη ημέρα δέχθηκε. Δεν ήξερε τι είχε μέσα ο σάκος», πρόσθεσε.
Όσον αφορά το άλλο πρόσωπο που κάθεται μαζί του στο εδώλιο, ο 42χρονος είπε ότι δεν έχει καμία απολύτως σχέση και ουδέποτε τον έχει δει στη ζωή του ούτε έχει επικοινωνήσει μαζί του. «Μιλάτε για εγκληματική οργάνωση, ενώ το οργάνωσα μόνος μου. Ενας μετέφερε έναν σάκο και η θανούσα άφησε τον μηχανισμό. Τι εγκληματική οργάνωση είναι αυτή; Ο άλλος δεν έχει καμία σχέση, κρατείται για δική μου υπόθεση και με ενοχλεί πολύ αυτό. Έχω και ένα όνομα», κατέληξε.
«Δεν ήξερα τι είχε ο σάκος, ήθελα τα λεφτά»
Από τη μεριά του, ο 37χρονος που κατηγορείται ότι μίσθωσε το Airbnb και είχε αναλάβει να μεταφέρει με το τρένο τον σάκο, μετά από υπόδειξη του 42χρονου έγκλειστου, υποστήριξε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενό του και πως έλαβε 500 ευρώ για να το κάνει.
«Ήρθα Θεσσαλονίκη τον Νοέμβριο του 2024 και έμεινα κάποιους μήνες στο κέντρο αστέγων. Μετά έμενα σε σκηνή και στο δρόμο ως άστεγος. Είχα ανάγκη τα χρήματα. Επικοινωνήσαμε με τον τρίτο κατηγορούμενο μέσω Facebook, καθώς τον γνώριζα. Του εξήγησα πώς ζω και ότι παλεύω πέντε ώρες για να βγάλω 20 ευρώ. Με ρώτησε αν θέλω να βγάλω 500 ευρώ και δέχθηκα γιατί είχα οικονομική δυσκολία. Μου είπε να πάω στην Αθήνα να φέρω μια τσάντα. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν κάτι παράνομο, αλλά δε ξέρω τι είχε μέσα, δε ρώτησα. Θα μου έδινε λεφτά για να φέρω κάτι νόμιμο;», υποστήριξε.
Στη συνέχεια εξήγησε ότι άφησε την τσάντα στο μισθωμένο διαμέρισμα και ότι έλαβε τα χρήματα στη Θεσσαλονίκη. «Άφησα την τσάντα και δεν έμεινα παραπάνω εκεί. Δε γνωρίζω κάτι άλλο, ούτε ποιος έβαλε τα εκρηκτικά. Άφησα την τσάντα, ήρθε η θανούσα, της έδωσα τα κλειδιά, πληρώθηκα και έφυγα. Δεν ρώτησα τίποτα. Ούτε όταν μου είπε να μισθώσω το διαμέρισμα».
Για τον τρόπο που έμαθε ότι έγινε η έκρηξη στην τράπεζα και για το αποτέλεσμα είπε ότι: «Μόλις είδα ότι έπαιζε παντού στις ειδήσεις έπαθα κατάθλιψη. Έκλαιγα, δεν ήμουν καλά και κατέβηκα και παραδόθηκα. Δε μου είχε πει για ποιο σκοπό θα την παρέδιδα. Τη Δευτέρα πήραν τη μητέρα μου και την Τρίτη το απόγευμα κατέβηκα και παραδόθηκα. Ο σάκος ήταν ένα σακίδιο πλάτης και τον είχα στον ώμο μου. Ήξερα σίγουρα ότι είναι κάτι παράνομο, δε θα με πλήρωνε για να μεταφέρω ρούχα. Δε μπορώ να εξηγήσω πώς βρέθηκε γενετικό μου υλικό στο φυτίλι, δεν την άνοιξα», είπε.
Τέλος, ο τρίτος κατηγορούμενος για την υπόθεση ισχυρίστηκε ότι δεν έχει καμία απολύτως ανάμειξη και ότι φιλοξενούσε την 38χρονη στο σπίτι όπου διέμενε με τη σύζυγό του στον Δενδροπόταμο Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος είπε ότι βρέθηκε το δακτυλικό του αποτύπωμα στη σακούλα καθώς είχε πάει κάποια πράγματα στην 38χρονη (αυγά και γλυκά) και πιθανότατα να τη χρησιμοποίησε μετά, καθώς πρόκειται για μια κοινή σακούλα από κατάστημα.
«Πήγαμε στη θανούσα αυγά, τσουρέκι και αρνάκι με αυτή τη σακούλα για να φάει. Αυτή χρησιμοποίησε για να μεταφέρει τον εκρηκτικό μηχανισμό. Δεν έχω άλλη εμπλοκή. Έμαθα από τον δικηγόρο μου για την έκρηξη. Ήμουν στο κομμωτήριο και μου είπε “πρέπει να είναι η Μαρία”. Με ρώτησε αν έχω ανάμειξη και φυσικά αρνήθηκα. Πανικοβλήθηκα και έπαθα σοκ. Δεν μου έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Δεν είχα να κρύψω κάτι. Η 38χρονη δεν μας είχε δώσει δικαίωμα. Είπε “θα κάνω μια δουλειά, θα μεταφέρω ναρκωτικά από Αθήνα – Θεσσαλονίκη” και της είπα “κόψε τις βλακείες, πάλι φυλακή θα πας”, και κούνησε το κεφάλι της. Δεν γνώριζα τίποτα για την έκρηξη στην τράπεζα», ανέφερε.
«Επικρατούσε ένας χαμός»
Σημειώνεται ότι στο δικαστήριο κατέθεσαν αστυνομικοί, ο ιδιοκτήτης του Airbnb, ιδιοκτήτες οχημάτων και διαμερισμάτων που υπέστησαν ζημιές, η διευθύντρια του τραπεζικού υποκαταστήματος, συγγενείς των εμπλεκομένων κ.ά. Οι άνθρωποι που διαμένουν κοντά στο σημείο της έκρηξης ανέφεραν ότι έσπασαν τα τζάμια από τα παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες από 20 σπίτια της περιοχής, ενώ όλοι πετάχτηκαν έξω έντρομοι.
Καταθέτοντας στο δικαστήριο, ο αστυνομικός που έφτασε πρώτος στο σημείο μετά από σήμα του Κέντρου της Άμεσης Δράσης για πιθανή έκρηξη, περιέγραψε όσα αντίκρισε: «Γύρω στις 5:30 το πρωί δεχτήκαμε κλήση για έκρηξη και πιθανή φωτιά σε ΑΤΜ τράπεζας. Ήμασταν πολύ κοντά, φτάσαμε πολύ γρήγορα. Είδαμε να βγαίνουν καπνοί και να επικρατεί ένας χαμός. Ενημερώσαμε το κέντρο για πιθανή έκρηξη στο σημείο». Όπως είπε, αντίκρισαν κομμάτια στο έδαφος και μετά έναν άνθρωπο: «Με τη μορφή του επείγοντος διαβιβάσαμε στο κέντρο και ζητήσαμε τη συνδρομή ασθενοφόρου. Είπαμε να έρθει άμεσα. Την ώρα που βρήκαμε τη γυναίκα φαινόταν πολύ βαριά τραυματισμένη, αλλά ήταν εν ζωή. Μάθαμε λίγο μετά, όταν ήρθε το ΕΚΑΒ, ότι είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσει και ύστερα ενημερωθήκαμε από το τηλέφωνο ότι κατέληξε».
Η ξαδέλφη της 38χρονης κατέθεσε ως μάρτυρας στο δικαστήριο και ανέφερε ότι η γυναίκα της είχε πει ότι θα πήγαινε να κάνει μια δουλειά, καθώς χρειαζόταν λεφτά για επέμβαση. «Έλεγε “μην φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά”. Έκανε χρήση ουσιών. Έλεγε ότι θα πάει να κάνει δουλειά. Αισθανόμουν κάτι μέσα μου».
Υπενθυμίζεται ότι για την υπόθεση έχει προφυλακιστεί ο 37χρονος που νοίκιασε το διαμέρισμα-γιάφκα και μετέφερε τον σάκο, καθώς και ο 43χρονος του οποίο το δακτυλικό του αποτύπωμα βρέθηκε στη σακούλα που περιείχε τον εκρηκτικό μηχανισμό. Ο τρίτος κατηγορούμενος, ως έγκλειστος των φυλακών, έχει αναλάβει την ευθύνη για την έκρηξη της βόμβας και είχε αποστείλει έγγραφο στον 1ο τακτικό ανακριτή που χειρίστηκε την υπόθεση, παραδεχόμενος ότι ο ίδιος οργάνωσε τη βομβιστική επίθεση της Θεσσαλονίκης.
Μετά και τις απολογίες των κατηγορουμένων, το δικαστήριο διέκοψε για αύριο, οπότε και θα συνεχιστεί με τις αγορεύσεις των συνηγόρων και πιθανότατα με την απόφαση.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης