Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Ντράγκι «καρφώνει» ΕΕ για την «αργή» ενσωμάτωση της ΑΙ

Η Ευρώπη χρειάζεται υψηλότερη ανάπτυξη, ώστε να μπορέσει να χρηματοδοτήσει το κοινωνικό της μοντέλο, τις αυξημένες ανάγκες άμυνας και την ενεργειακή της μετάβαση. Σύμφωνα με τον Μάριο Ντράγκι, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς για την επίτευξη αυτού του στόχου. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται αργά στην ενσωμάτωση της ΑΙ και εξακολουθεί να μην έχει τον έλεγχο σε κρίσιμα στάδια της αλυσίδας αξίας της τεχνολογίας.

Ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προειδοποιεί ότι η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει άμεσα την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητά της. Η ευρωπαϊκή ανάπτυξη έχει επιβραδυνθεί αισθητά μετά την πανδημία, τόσο σε σχέση με την προπανδημική πορεία της όσο και έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών. Ενδεικτικά, σύμφωνα με εκτίμηση που επικαλείται ο Ντράγκι, το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ Ευρωζώνης και ΗΠΑ διευρύνθηκε από 9 δολάρια ανά ώρα το 2018 σε 21 δολάρια το 2025.

Η άρση των εμποδίων στην ενιαία αγορά παραμένει μια σημαντική επιλογή για την τόνωση της ανάπτυξης. Παρ’ όλα αυτά, ο Ντράγκι θεωρεί ότι η ευρεία υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης είναι σήμερα ένας από τους πλέον πολλά υποσχόμενους δρόμους για την αναστροφή της αρνητικής τάσης.

Η τεχνητή νοημοσύνη ως μοχλός παραγωγικότητας

Σύμφωνα με σενάρια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που επικαλείται ο Ντράγκι, η ταχεία υιοθέτηση της ΑΙ θα μπορούσε να προσθέσει 0,3 έως 0,4 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής.

Η συγκεκριμένη μέτρηση αποτυπώνει τα οφέλη που προκύπτουν από την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της εργασίας και του κεφαλαίου, χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη αύξηση των διαθέσιμων πόρων. Με άλλα λόγια, η ΑΙ μπορεί να επιτρέψει στις επιχειρήσεις να παράγουν περισσότερα, ταχύτερα και με χαμηλότερο κόστος, αξιοποιώντας καλύτερα το ανθρώπινο δυναμικό, τον εξοπλισμό και τα δεδομένα τους.

Η συνολική παραγωγικότητα στην Ευρώπη παραμένει περίπου μηδενική από το 2022, γεγονός που καθιστά την τεχνητή νοημοσύνη ιδιαίτερα σημαντική για την προσπάθεια ανάκτησης της αναπτυξιακής δυναμικής. Η καθυστέρηση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την υιοθέτηση εφαρμογών ΑΙ από τις επιχειρήσεις. Αφορά και την ικανότητα της Ευρώπης να ελέγχει τις υποδομές, τα chips, τα μοντέλα και τα δεδομένα που απαιτούνται για τη λειτουργία τους.

Η αργή ενσωμάτωση της ΑΙ και το ζήτημα της τεχνολογικής κυριαρχίας

Όσο περισσότερο η ευρωπαϊκή οικονομία θα εξαρτάται από την τεχνητή νοημοσύνη, τόσο μεγαλύτερη θα γίνεται η σημασία της τεχνολογικής κυριαρχίας. Σήμερα, η Ευρώπη ελέγχει μικρό μέρος της αλυσίδας αξίας της ΑΙ.

Τα ευρωπαϊκά εργαστήρια που βρίσκονται στην αιχμή της τεχνολογίας δεν μπορούν ακόμη να ανταγωνιστούν οικονομικά τα αντίστοιχα αμερικανικά και κινεζικά. Παράλληλα, η παραγωγή προηγμένων chips βρίσκεται αρκετά πίσω, ενώ σημαντικές υποδομές cloud και υπολογιστικής ισχύος ελέγχονται από εταιρείες εκτός Ευρώπης.

Ο Ντράγκι υπογραμμίζει ότι αυτή η εξάρτηση δεν είναι συγκρίσιμη με μια συνηθισμένη οικονομική εξάρτηση. Η ΑΙ αναμένεται να γίνει κρίσιμη για την οικονομία, την υγεία, την εκπαίδευση, την ενέργεια και την άμυνα. Εάν η ευρωπαϊκή οικονομία στηριχθεί στην τεχνολογία, αλλά η Ευρώπη δεν έχει ασφαλή και ανεξάρτητη πρόσβαση σε αυτήν, οι συνέπειες μπορεί να είναι εξαιρετικά σοβαρές. Ο ίδιος παρομοιάζει τον κίνδυνο με μια ενδεχόμενη αποκοπή από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Τα δεδομένα είναι το ευρωπαϊκό πλεονέκτημα

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Ντράγκι εντοπίζει έναν τομέα στον οποίο η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα: τα δεδομένα.

Η ήπειρος έχει στη διάθεσή της τεράστιο όγκο δεδομένων του δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων υγείας που συλλέγονται εδώ και δεκαετίες, καθώς και στοιχείων από τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες. Παράλληλα, ο ιδιαίτερα αυτοματοποιημένος ευρωπαϊκός μεταποιητικός τομέας παράγει μεγάλες ποσότητες βιομηχανικών δεδομένων, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ευρωπαϊκή οικονομία δεδομένων αναμένεται να ξεπεράσει τα 800 δισ. ευρώ έως το 2030, αντιστοιχώντας σε περισσότερο από 5% του ΑΕΠ. Για να αξιοποιήσει, όμως, αυτόν τον πλούτο, η Ευρώπη πρέπει να διασφαλίσει τον έλεγχο της αποθήκευσης και της επεξεργασίας των δεδομένων της.

Αυτό προϋποθέτει επαρκείς υποδομές, ασφαλή δίκτυα και ένα πυκνό οικοσύστημα data centres.

Το μεγάλο έλλειμμα στα data centres

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αναδεικνύει ο Ντράγκι. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου η συζήτηση αφορά σε μεγάλο βαθμό την υπερβολική ανάπτυξη data centres, η Ευρώπη αντιμετωπίζει κυρίως έλλειψη υποδομών.

Η ΕΕ διαθέτει λιγότερο από το 5% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος για ΑΙ, έναντι περίπου 75% στις ΗΠΑ. Παράλληλα, στη συνολική χωρητικότητα των data centres, το χάσμα μεταξύ ζήτησης και εγκατεστημένης προσφοράς στην Ευρώπη υπολογίζεται σήμερα σε περίπου 3 GW, δηλαδή σχεδόν στο ένα τέταρτο της υφιστάμενης δυναμικότητας. Το κενό αυτό αναμένεται να διευρυνθεί στα 14 GW έως το 2030.

Η έλλειψη εγχώριας υπολογιστικής ισχύος μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντικό οικονομικό και στρατηγικό πρόβλημα. Οι επιχειρήσεις ενδέχεται είτε να καθυστερήσουν την υιοθέτηση της ΑΙ επειδή δεν μπορούν να διατηρούν τα δεδομένα τους στην Ευρώπη είτε να επιβαρυνθούν με υψηλό κόστος για την αγορά υπολογιστικής ισχύος από το εξωτερικό.

Ενδεικτικά, η Amazon χρεώνει ήδη 15% περισσότερο για το sovereign cloud της στη Γερμανία σε σχέση με την τυπική υπηρεσία της. Την ίδια στιγμή, μεγάλο μέρος της νέας δυναμικότητας που κατασκευάζεται στην Ευρώπη προορίζεται για αμερικανικούς τεχνολογικούς ομίλους, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες για την ευρωπαϊκή κυριαρχία στις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές.

Υψηλό κόστος και καθυστερήσεις στις επενδύσεις

Ο Ντράγκι επισημαίνει επίσης τους σημαντικούς περιορισμούς από την πλευρά της προσφοράς. Ένα data centre χρειάζεται περίπου 24 μήνες για να κατασκευαστεί στις ΗΠΑ, ενώ στη Γερμανία απαιτούνται περίπου 42 μήνες. Η διαφορά οφείλεται κυρίως στις καθυστερήσεις αδειοδότησης και στις δυσκολίες σύνδεσης με το ηλεκτρικό δίκτυο.

Το υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης, η κατασκευή και λειτουργία μιας εγκατάστασης μπορεί να είναι έως και δύο φορές ακριβότερη από ό,τι στην Κίνα. Η εικόνα, βέβαια, δεν είναι ίδια σε ολόκληρη την ήπειρο. Στη Σουηδία, για παράδειγμα, ένα data centre για φορτία εργασίας ΑΙ κοστίζει περίπου 10% περισσότερο από ένα αντίστοιχο στην Κίνα, διαφορά που θεωρείται σχετικά περιορισμένη.

Ο κατακερματισμός της ζήτησης

Για τον Ντράγκι, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο κόστος κατασκευής. Εξίσου σημαντικός είναι ο κατακερματισμός της ζήτησης.

Τα data centres απαιτούν τεράστιες επενδύσεις και οι επενδυτές χρειάζονται μακροπρόθεσμα, αξιόπιστα συμβόλαια αγοράς, ώστε να μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή τους. Στις ΗΠΑ, τη ζήτηση συγκεντρώνουν μεγάλοι πάροχοι cloud και κορυφαία εργαστήρια ΑΙ. Στην Ευρώπη, αντίθετα, η ζήτηση είναι κατανεμημένη σε εκατομμύρια επιχειρήσεις.

Ακόμη και οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές εταιρείες αγοράζουν συνήθως υπολογιστική ισχύ για έναν χρόνο κάθε φορά, καθώς δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί πόσο γρήγορα θα υιοθετήσουν την τεχνητή νοημοσύνη. Ως αποτέλεσμα, εταιρείες που λειτουργούν neoclouds στην Ευρώπη, δηλαδή data centres σχεδιασμένα ειδικά για φορτία εργασίας ΑΙ, όπως η Nscale, πωλούν μεγάλο μέρος της δυναμικότητάς τους σε Αμερικανούς αγοραστές.

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή