Η λογική πίσω από το στόχο του ΥΠΕΝ να πέσει το ηλεκτρικό ρεύμα στα 16,6 λεπτά ανά KWh ως το 2029
Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιχειρεί να μειώσει το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος κατά περίπου 30% μέσα στα επόμενα τρία χρόνια, με ορίζοντα το 2029. Ο στόχος είναι η μέση τελική τιμή που πληρώνουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις να προσεγγίσει τα 16,6 λεπτά ανά κιλοβατώρα, επιστρέφοντας κοντά στα επίπεδα πριν από την ενεργειακή κρίση.
Η συγκεκριμένη επιδίωξη δεν βασίζεται σε μία μόνο παρέμβαση. Αντίθετα, το σχέδιο του ΥΠΕΝ στηρίζεται σε έναν συνδυασμό μέτρων που αφορούν την παραγωγή, τη διανομή, τη λειτουργία της αγοράς και την κατανάλωση. Παράλληλα, προβλέπει αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων, ενίσχυση των επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες και περιορισμό επιβαρύνσεων που μπορούν να μειωθούν.
Πώς προκύπτει ο στόχος για το ηλεκτρικό ρεύμα στα 16,6 λεπτά
Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να διευκρινιστεί αφορά τη βάση υπολογισμού. Για να υπολογίσει τη μείωση κατά 30%, το ΥΠΕΝ λαμβάνει ως σημείο αναφοράς τη μέση τελική τιμή λιανικής που πλήρωνε ο Έλληνας καταναλωτής κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η τιμή αυτή ανερχόταν σε 23,7 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται όχι μόνο η καθαρή τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις, τα τέλη και οι λοιπές επιβαρύνσεις που εμφανίζονται στον λογαριασμό. Επομένως, ο υπολογισμός δεν αφορά αποκλειστικά το κόστος προμήθειας του ρεύματος.
Η αφετηρία που χρησιμοποιεί το υπουργείο δεν ενσωματώνει τις αυξήσεις που έχουν σημειωθεί κατά το τρέχον έτος. Αυτό σημαίνει ότι ο στόχος των 16,6 λεπτών είναι χαμηλότερος από εκείνον που θα προέκυπτε εάν ως βάση λαμβανόταν η σημερινή, υψηλότερη τιμή. Με άλλα λόγια, πρόκειται για έναν ιδιαίτερα φιλόδοξο στόχο, ο οποίος αφορά το σύνολο των χρεώσεων και όχι μόνο την τιμή ενέργειας.
Τα μέτρα που μπορούν να μειώσουν το κόστος
Για να γίνει πράξη η μείωση στο ηλεκτρικό ρεύμα, το σχέδιο προβλέπει την κινητοποίηση κεφαλαίων ύψους περίπου 5 δισ. ευρώ. Οι πόροι αναμένεται να προέλθουν από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Απανθρακοποίησης των Νησιών και τη ρήτρα διαφυγής.
Το πακέτο παρεμβάσεων περιλαμβάνει αρκετούς διαφορετικούς τομείς. Μεταξύ άλλων, προβλέπονται:
– περιορισμός των ρευματοκλοπών,
– αντιμετώπιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών,
– ενίσχυση του ανταγωνισμού στη λιανική αγορά,
– επιδοτήσεις για την εγκατάσταση μπαταριών,
– στήριξη για αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες,
– προώθηση έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας,
– ανάπτυξη της αυτοκατανάλωσης,
– πιθανή μείωση των χρεώσεων ΥΚΩ.
Οι επενδύσεις σε εξοπλισμό εξοικονόμησης και αυτοπαραγωγής μπορούν να μειώσουν όχι μόνο την τιμή ανά κιλοβατώρα, αλλά και τη συνολική κατανάλωση ενός νοικοκυριού ή μιας επιχείρησης. Έτσι, η επιβάρυνση στον λογαριασμό μπορεί να περιοριστεί από δύο πλευρές: τόσο μέσω χαμηλότερης τιμής όσο και μέσω μικρότερης κατανάλωσης.
Χωρίς παράταση της χρήσης του λιγνίτη
Μία από τις βασικές διαφορές του κυβερνητικού σχεδίου σε σχέση με προτάσεις κομμάτων της αντιπολίτευσης είναι ότι δεν προβλέπεται παράταση της συμμετοχής του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή. Παράλληλα, δεν προβλέπεται περιορισμός του ρόλου της ΔΕΗ στην αγορά.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, έχει δηλώσει ότι ο λιγνίτης ολοκληρώνει τη συμμετοχή του στο ενεργειακό μείγμα, με το ακριβές χρονοδιάγραμμα να εξαρτάται από την πορεία του σχεδιασμού. Η θέση αυτή σημαίνει ότι η μείωση του κόστους δεν θα επιδιωχθεί μέσω επιστροφής σε πιο ρυπογόνες μορφές παραγωγής, αλλά μέσω επενδύσεων σε ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας και αποδοτικότερη κατανάλωση.
Παράλληλα, η κυβέρνηση προσδοκά ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των προμηθευτών θα λειτουργήσει πιεστικά στις τιμές. Η ανακοίνωση σταθερού τιμολογίου της ΔΕΗ, στα 11,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα για συγκεκριμένη περίοδο, εκτιμάται ότι θα οδηγήσει και άλλες εταιρείες σε αντίστοιχες κινήσεις. Το υπουργείο υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο τιμολόγιο δεν είναι επιδοτούμενο και ότι η ΔΕΗ ανέλαβε επιχειρηματικό ρίσκο, βασιζόμενη στις εκτιμήσεις της για την πορεία της αγοράς κατά το επόμενο δωδεκάμηνο.
Οι παραδοχές και οι περιορισμοί του σχεδίου
Το σχέδιο του ΥΠΕΝ βασίζεται σε ρεαλιστικά και όχι σε ακραία σενάρια. Όπως εξήγησε ο υφυπουργός Νίκος Τσάφος, οι υπολογισμοί δεν περιλαμβάνουν ενδεχόμενες μεγάλες γεωπολιτικές αναταράξεις, καθώς αυτές δεν μπορούν να προβλεφθούν με ασφάλεια. Αντίθετα, έχει ληφθεί υπόψη η προοπτική σταδιακής εξομάλυνσης στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, όπως αυτή αποτυπώνεται και στις εκτιμήσεις των αγορών.
Το υπουργείο αναγνωρίζει επίσης ότι ορισμένες χρεώσεις δεν μπορούν να μειωθούν εύκολα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ΕΤΜΕΑΡ, καθώς και οι χρεώσεις του συστήματος και του δικτύου. Οι παλιές υψηλές εγγυημένες ταρίφες που απολαμβάνουν ορισμένες από τις πρώτες μονάδες φωτοβολταϊκών δεν μπορούν να αλλάξουν αναδρομικά. Ταυτόχρονα, ο ΔΕΔΔΗΕ και ο ΑΔΜΗΕ καλούνται να υλοποιήσουν εκτεταμένες επενδύσεις για την αναβάθμιση και την επέκταση των δικτύων.
Επιπλέον, στη μείωση κατά 30% δεν υπολογίζεται πιθανή απομάκρυνση των δημοτικών τελών από τον λογαριασμό του ρεύματος. Τα τέλη αυτά αντιστοιχούν περίπου στο 10% ενός τυπικού λογαριασμού και, βάσει πρόσφατων νομοθετικών αλλαγών, μπορούν να εισπράττονται και μέσω άλλων τρόπων.
Ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων επιδοτήσεων
Η πρόσφατη άνοδος των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος του φυσικού αερίου, διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων επιδοτήσεων. Το υπουργείο δηλώνει ότι είναι έτοιμο να στηρίξει ξανά τους καταναλωτές, εφόσον οι συνθήκες το απαιτήσουν και το επιτρέψουν τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Ο Σταύρος Παπασταύρου έχει επισημάνει ότι η κρατική στήριξη θα πρέπει να κινείται εντός των διαθέσιμων ορίων, διαβεβαιώνοντας παράλληλα ότι κανένας πολίτης δεν θα μείνει χωρίς προστασία απέναντι σε μια νέα έντονη ανατίμηση.
Ο στόχος για ηλεκτρικό ρεύμα στα 16,6 λεπτά ανά κιλοβατώρα έως το 2029 είναι συνεπώς αποτέλεσμα πολλών παράλληλων παρεμβάσεων. Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από την πορεία των διεθνών τιμών, την αποτελεσματικότητα των δικτύων, την ενίσχυση του ανταγωνισμού και την ταχύτητα υλοποίησης των επενδύσεων. Εφόσον οι βασικές παραδοχές επιβεβαιωθούν, το σχέδιο μπορεί να οδηγήσει σε αισθητά χαμηλότερους λογαριασμούς και σε πιο σταθερή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης