Πολιτικές αναταράξεις και νέο κεφάλαιο από το 43,8% του ακροδεξιού AfD στη Σαξονία – Ο γρίφος για σχηματισμό κυβέρνησης και η συντριβή Μερτς
Η εκλογική νίκη του κόμματος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης στη Γερμανία, με τα γερμανικά μέσα και τους αναλυτές να κάνουν λόγο για αποτέλεσμα που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια ενός κρατιδίου.
Με 43,8% των ψήφων και 39 από τις 83 έδρες του περιφερειακού κοινοβουλίου, το AfD πέτυχε το υψηλότερο ποσοστό της ιστορίας του σε εκλογές κρατιδίου, διπλασιάζοντας ουσιαστικά τη δύναμή του σε σχέση με το 2021. Το CDU υπέστη βαριά ήττα, περιοριζόμενη στο 17,2%, περίπου στο μισό της προηγούμενης επίδοσής του.
Η πρώτη και πιο άμεση διαπίστωση των αναλύσεων είναι ότι το AfD δεν έχει ακόμη την εξουσία, αλλά για πρώτη φορά βρίσκεται τόσο κοντά σε αυτήν. Χρειάζεται 42 έδρες για την απόλυτη πλειοψηφία και του λείπουν μόλις τρεις.
Αυτό μετατρέπει πλέον το ερώτημα «πόσο ισχυρή είναι η AfD;» σε ένα πολύ πιο συγκεκριμένο: «μπορεί η AfD να κυβερνήσει;»
«Το AfD έφτασε στο 43,8%, ξεπερνώντας ακόμη και τις τελευταίες εκτιμήσεις που το έφερναν κοντά στο 40%. Πρόκειται για μια ιστορική επίδοση της ακροδεξιάς, ιδιαίτερα σε ένα κρατίδιο όπου το AfD έχει χαρακτηριστεί από τις αρμόδιες αρχές ως εξτρεμιστικό. Την ίδια στιγμή, μεγάλος ηττημένος αναδεικνύεται το CDU του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, το οποίο έχασε περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες και περιορίστηκε στο 17%, έχοντας χάσει περισσότερο από το μισό της εκλογικής του δύναμης σε ένα κρατίδιο που κυβερνούσε επί χρόνια.
Το Die Linke υποχώρησε στο 8,6%, χάνοντας περίπου δυόμισι μονάδες, ενώ το SPD κατέγραψε άνοδο, αλλά σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, στο 9%. Στα ανατολικά κρατίδια το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κινείται παραδοσιακά σε χαμηλότερα ποσοστά. Το ίδιο και οι Πράσινοι, οι οποίοι ενισχύθηκαν κατά περίπου τρεις μονάδες και έφτασαν στο 8,9%, χωρίς ωστόσο να μπορούν να πανηγυρίσουν ουσιαστικά μέσα στο κλίμα που διαμορφώθηκε από τη μεγάλη επικράτηση του AfD.
Νέα παράμετρος στο πολιτικό σκηνικό είναι το BSW, το κόμμα της Σάρα Βάγκενκνεχτ, το οποίο κατάφερε να περάσει οριακά το εκλογικό όριο του 5%, συγκεντρώνοντας 5,3%, και να εισέλθει στη Βουλή του κρατιδίου» σημειώνει ο ανταποκριτής του ΕΡΤnew Γιώργος Παππάς.
Το δύσκολο παζλ του σχηματισμού κυβέρνησης
Το αποτέλεσμα δημιουργεί ένα εξαιρετικά δύσκολο σκηνικό για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Το AfD, ως πρώτο κόμμα με 43,8%, δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία. Ο υποψήφιός του, Ούλριχ Ζίγκμουντ, δήλωσε ότι θα αναζητήσει τον διάλογο με όλες τις πολιτικές δυνάμεις, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα αποδεχθούν μια ουσιαστική αλλαγή πολιτικής, κάτι που τα υπόλοιπα κόμματα δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένα να κάνουν, ενώ έχει πέσει στο τραπέζι ακόμη και το ενδεχόμενο κυβέρνησης μειοψηφίας.
Το BSW ως «kingmaker»
Η απάντηση περνά από το λαϊκιστικό κόμμα Bündnis Sahra Wagenknecht, το BSW, το οποίο κατάφερε οριακά να εισέλθει στο κοινοβούλιο και πλέον βρίσκεται σε θέση-κλειδί.
Τα δύο κόμματα έχουν συγκλίσεις σε ορισμένα ζητήματα, κυρίως στην αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική και στη στάση τους απέναντι στη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ωστόσο, το BSW έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να στηρίξει μια κυβέρνηση υπό το AfD και προτείνει την εκλογή ενός υπερκομματικού πρωθυπουργού.
Το κρίσιμο σημείο είναι η διαδικασία εκλογής πρωθυπουργού του κρατιδίου. Εφόσον δεν υπάρξει απόλυτη πλειοψηφία στις πρώτες ψηφοφορίες, στην τρίτη ψηφοφορία μπορεί να αρκεί η απλή πλειοψηφία. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι βουλευτές του BSW θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να επιλέξουν την αποχή, επηρεάζοντας καθοριστικά το αποτέλεσμα.
Αυτό σημαίνει ότι το BSW μπορεί να εξελιχθεί σε ρυθμιστή των εξελίξεων, χωρίς να χρειαστεί να συμμετάσχει σε κυβέρνηση με το AfD.
Μια κυβέρνηση χωρίς AfD απαιτεί εξαιρετικά δύσκολη συνεννόηση
Το παράδοξο του αποτελέσματος είναι ότι το AfD κέρδισε με διαφορά, αλλά η πλειοψηφία εναντίον του είναι επίσης δύσκολο να σχηματιστεί.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, για να σχηματιστεί κυβέρνηση χωρίς το AfD θα έπρεπε να συνεργαστούν CDU, SPD, Πράσινοι, Αριστερά και BSW. Πρόκειται για ένα σχήμα πέντε κομμάτων με πολύ μεγάλες πολιτικές διαφορές, το οποίο οι γερμανικές αναλύσεις θεωρούν εξαιρετικά δύσκολο στην πράξη.
Έτσι, η λεγόμενη «πυροσβεστική» συσπείρωση όλων των υπόλοιπων κομμάτων απέναντι του AfD δεν είναι καθόλου αυτονόητη.
Το BSW, μάλιστα, υποστηρίζει ότι μια τέτοια συνεργασία θα αγνοούσε το εκλογικό μήνυμα και προτείνει ένα μοντέλο χωρίς σταθερό κομματικό συνασπισμό.
Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, είναι στο Βερολίνο
Πέρα από τη Σαξονία-Άνχαλτ, το αποτέλεσμα θεωρείται σοβαρό πλήγμα για τον Φρίντριχ Μερτς και το ομοσπονδιακό CDU.
Το κόμμα του έχασε περίπου τη μισή εκλογική του δύναμη σε σχέση με το 2021, ενώ το AfD υπερδιπλασίασε το ποσοστό του. Γερμανικές αναλύσεις εκτιμούν ότι η εξέλιξη θα εντείνει την εσωκομματική κριτική προς τον καγκελάριο και θα ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση για την πολιτική στρατηγική του CDU απέναντι στο AfD.
Το κρίσιμο είναι ότι η ήττα δεν αντιμετωπίζεται ως αποκλειστικά τοπικό πρόβλημα. Το AfD εμφανίζεται πλέον ως ισχυρότερη πολιτική δύναμη σε εθνικό επίπεδο σε αρκετές δημοσκοπήσεις, ενώ η επόμενη εκλογική αναμέτρηση στο Βερολίνο και στη Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία μπορεί να αυξήσει ακόμη περισσότερο την πίεση προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Παρά τις πιέσεις, ένα άμεσο τέλος του κυβερνητικού συνασπισμού στο Βερολίνο δεν θεωρείται το πιθανότερο σενάριο. Το επιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι μια πρόωρη ομοσπονδιακή εκλογή, υπό τις σημερινές συνθήκες, θα μπορούσε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το AfD.
«Καμπανάκι» για την οικονομία
Η εκλογική επίδοση του AfD προκαλεί ανησυχία και στον γερμανικό επιχειρηματικό κόσμο.
Η Γερμανική Ένωση Εργοδοτών προειδοποίησε ότι ένα «κλίμα περιχαράκωσης» είναι επιζήμιο για τη γερμανική οικονομία, επισημαίνοντας την ανάγκη για ανοιχτές αγορές, διεθνές εργατικό δυναμικό, επενδύσεις και μια αξιόπιστη ευρωπαϊκή πολιτική.
Ο επικεφαλής της Ένωσης, Στέφεν Κάμπετερ, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «ισχυρό χαστούκι» για το δημοκρατικό κέντρο, ενώ η επικεφαλής του BDI Τάνια Γκένερ κάλεσε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις για επενδύσεις, καινοτομία και ανάπτυξη.
Το οικονομικό ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το AfD τάσσεται υπέρ μιας πιο περιοριστικής μεταναστευτικής πολιτικής, στενότερων σχέσεων με τη Ρωσία και αλλαγών στην ευρωπαϊκή πολιτική της Γερμανίας. Οι επιχειρηματικοί φορείς προειδοποιούν ότι μια πολιτική απομόνωσης θα μπορούσε να επιδεινώσει τις ήδη μεγάλες ελλείψεις εργατικού δυναμικού.
Από τη Σαξονία-Άνχαλτ στην Ευρώπη
Οι συνέπειες του αποτελέσματος δεν περιορίζονται στα γερμανικά σύνορα.
Η Γερμανία αποτελεί τη μεγαλύτερη οικονομία και μία από τις σημαντικότερες πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, μια περαιτέρω ενίσχυση ενός κόμματος που αμφισβητεί βασικές πτυχές της σημερινής ευρωπαϊκής πολιτικής θα μπορούσε να επηρεάσει κρίσιμες αποφάσεις στις Βρυξέλλες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση του AfD απέναντι στη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το κόμμα τάσσεται υπέρ της διακοπής της στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο, της άρσης των κυρώσεων κατά της Μόσχας και της επαναπροσέγγισης με τη Ρωσία.
Αυτό δημιουργεί ερωτήματα για τη μελλοντική γερμανική στάση σε ζητήματα κυρώσεων, ευρωπαϊκής άμυνας και στήριξης της Ουκρανίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η Γερμανία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Κιέβου.
Το «φαινόμενο AfD» σε μια Ευρώπη που αλλάζει
Η γερμανική εξέλιξη παρακολουθείται στενά και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς η άνοδος εθνικιστικών και ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων δεν περιορίζεται στη Γερμανία.
Το αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με πιέσεις για τη μετανάστευση, την ασφάλεια, το κόστος ζωής, την ενεργειακή πολιτική και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Για τους αναλυτές, επομένως, η γερμανική κάλπη λειτουργεί περισσότερο ως ένδειξη μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής μετατόπισης παρά ως ένα μεμονωμένο περιφερειακό γεγονός.
Το γεγονός ότι το AfD έφτασε στο 43,8% δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορεί να μετατρέψει αυτή την εκλογική δύναμη σε κυβερνητική εξουσία. Σημαίνει όμως ότι το μέχρι σήμερα πολιτικό «τείχος» απέναντι στο κόμμα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με ένα νέο, πολύ πιο δύσκολο δεδομένο: η AfD είναι αρκετά ισχυρή ώστε να καθορίζει τις κυβερνητικές αριθμητικές και να επιβάλλει την πολιτική συζήτηση, ακόμη και όταν δεν κυβερνά.
Το κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη ημέρα
Το αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ ανοίγει με αυτόν τον τρόπο δύο παράλληλες συζητήσεις.
Η πρώτη αφορά το κρατίδιο: αν θα καταφέρει η AfD να βρει τρόπο να κυβερνήσει ή θα παραμείνει εκτός εξουσίας παρά την ιστορική της νίκη.
Η δεύτερη είναι πολύ μεγαλύτερη και αφορά ολόκληρη τη Γερμανία: αν μπορεί το πολιτικό κέντρο να ανακόψει την άνοδο του ακροδεξιού AfD ή η Σαξονία-Άνχαλτ αποτελεί προάγγελο μιας νέας εθνικής πολιτικής πραγματικότητας.
Για τον Μερτς, το αποτέλεσμα αποτελεί πλέον μια νέα, δύσκολη δοκιμασία. Για το CDU, θέτει ζήτημα στρατηγικής απέναντι στο AfD. Και για την Ευρώπη, επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα πόσο σταθερή θα παραμείνει η γερμανική πολιτική στις μεγάλες ευρωπαϊκές επιλογές, εάν η εκλογική επιρροή του AfD συνεχίσει να αυξάνεται.
Το επόμενο μεγάλο τεστ θα έρθει στις επόμενες περιφερειακές εκλογές, όπου το AfD εμφανίζεται ήδη ενισχυμένο. Εκεί θα φανεί αν η Σαξονία-Άνχαλτ ήταν μια εντυπωσιακή περιφερειακή εξαίρεση ή η αρχή μιας βαθύτερης αλλαγής στον πολιτικό χάρτη της Γερμανίας.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης