Η ακριβή ενέργεια «ροκανίζει» τα εισοδήματα – Το μεγάλο «αγκάθι» οδεύοντας προς τη ΔΕΘ
Η ελληνική οικονομία μπαίνει ξανά σε περίοδο έντασης, καθώς η ακριβή ενέργεια αναδεικνύεται εκ νέου σε βασικό μοχλό ακρίβειας. Η νέα άνοδος στο κόστος του ρεύματος προστίθεται στα βάρη νοικοκυριών και επιχειρήσεων λίγες ημέρες πριν τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα κάθε παρέμβασης που στοχεύει στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Με τις γεωπολιτικές αναταράξεις να συντηρούν την αβεβαιότητα, οι ενεργειακές αυξήσεις διαχέονται σε τρόφιμα, καύσιμα, ενοίκια και υπηρεσίες, επιβαρύνοντας συνολικά το κόστος ζωής.
Γιατί η ακριβή ενέργεια ξαναπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα
Τον Αύγουστο, η μέση χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας ανέβηκε στα 133,4 ευρώ/MWh από 109,95 ευρώ/MWh τον Ιούλιο, σημειώνοντας άνοδο 21,3%. Σε σχέση με τον Ιούνιο (92,93 ευρώ/MWh), η σωρευτική αύξηση δύο μηνών φτάνει το 43,5%. Παρότι η χονδρική δεν περνά εξ ολοκλήρου στη λιανική, η επιβάρυνση είναι ορατή: στα πράσινα οικιακά τιμολόγια, ο μέσος όρος για τον Σεπτέμβριο διαμορφώθηκε στα 20,73 λεπτά/kWh, από περίπου 19,2 λεπτά τον Αύγουστο – μια άνοδος κοντά στο 8%, σαφώς χαμηλότερη από το χονδρικό άλμα, αλλά αισθητή για κάθε προϋπολογισμό.
Σε απόλυτους αριθμούς, η χονδρική αυξήθηκε κατά 23,45 ευρώ/MWh, δηλαδή περίπου 2,35 λεπτά/kWh, ενώ στη λιανική η μέση διαφορά κινήθηκε γύρω στα 1,53 λεπτά/kWh. Αυτές οι διαφορές, αν και δεν ανατρέπουν από μόνες τους τον μηνιαίο προγραμματισμό ενός νοικοκυριού, λειτουργούν προσθετικά σε ένα ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον τιμών.
Από τη χονδρική στη λιανική: τι πραγματικά πληρώνουμε
Η μετακύλιση κόστους από τη χονδρική στη λιανική διαφέρει ανά προϊόν και πάροχο, με τους προμηθευτές να απορροφούν μέρος των διακυμάνσεων. Ωστόσο, η τάση παραμένει ανοδική. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι επόμενοι λογαριασμοί ενέργειας θα ενσωματώσουν μεγαλύτερα ποσά, ειδικά σε τιμολόγια με μεγαλύτερη ευαισθησία στη χονδρική.
Πόσο κοστίζει στην πράξη για ένα νοικοκυριό και μια μικρή επιχείρηση
– Για ένα νοικοκυριό με κατανάλωση 400 kWh/μήνα, η μέση διαφορά 1,53 λεπτών/kWh σημαίνει περίπου 6,1 ευρώ επιπλέον μόνο στη χρέωση προμήθειας (χωρίς ΦΠΑ, πάγια και ρυθμιζόμενες χρεώσεις). Στις 500 kWh, η επιβάρυνση ανεβαίνει περίπου στα 7,7 ευρώ.
– Στις επιχειρήσεις, οι υπολογισμοί ποικίλλουν ανάλογα με το τιμολόγιο. Ενδεικτικά, κάθε αύξηση κατά 1 λεπτό/kWh προσθέτει 10 ευρώ ανά 1.000 kWh κατανάλωσης προ ΦΠΑ, εφόσον εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλη την κατανάλωση. Για ένα κατάστημα, ένα εργαστήριο ή μια μικρή επιχείρηση εστίασης, η ακριβή ενέργεια έρχεται να προστεθεί σε μισθούς, ενοίκια, μεταφορές και πρώτες ύλες, δημιουργώντας ένα δεύτερο κύμα πιέσεων που συχνά επιστρέφει στον καταναλωτή μέσω ανατιμήσεων.
Πληθωρισμός: η φωτιά ξαναφουντώνει
Ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε τον Αύγουστο στο 3,7% από 2,7% τον Ιούλιο, με την ενέργεια να αποτελεί βασικό πυροκροτητή. Στον ενεργειακό κλάδο, ο ετήσιος ρυθμός ανόδου τιμών ανέβηκε στο 15,3% από 13% (+2,3 ποσοστιαίες μονάδες). Οι υπηρεσίες ακολούθησαν ανοδικά στο 4,6% από 3,1% (+1,5 μ.μ.), ενώ τα τρόφιμα, το αλκοόλ και ο καπνός πέρασαν σε αύξηση 0,2% από μείωση 0,3%. Τα μη ενεργειακά βιομηχανικά προϊόντα ανέβηκαν στο 1% από 0,8%. Η εικόνα αυτή καθιστά ακόμα πιο κρίσιμη την πορεία των λογαριασμών ρεύματος: η ενέργεια δεν είναι απλός μελλοντικός κίνδυνος, αλλά παρόντας παράγοντας που ήδη ανεβάζει το κόστος ζωής, προμηνύοντας έναν απαιτητικό χειμώνα.
Το «αγκάθι» της ΔΕΘ: μέτρα με αξία στο ταμείο, όχι μόνο στο βήμα
Οι παρεμβάσεις που προετοιμάζει η κυβέρνηση για τη ΔΕΘ –φοροελαφρύνσεις, μειώσεις επιβαρύνσεων, στοχευμένες παροχές– έχουν στόχο να ενισχύσουν τα διαθέσιμα εισοδήματα. Η ουσία, όμως, δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των ανακοινώσεων, αλλά από το καθαρό ποσό που θα παραμείνει στην τσέπη μετά τις αυξήσεις σε ρεύμα, καύσιμα, τρόφιμα και υπηρεσίες. Αν ένα νοικοκυριό κερδίσει μερικές δεκάδες ευρώ, αλλά ταυτόχρονα πληρώνει περισσότερα για βασικές ανάγκες, τότε μέρος του οφέλους εξαϋλώνεται πριν γίνει αισθητό. Αντίστοιχα για τις επιχειρήσεις, μια μικρότερη προκαταβολή φόρου ενισχύει μεν τη ρευστότητα, αλλά η «ανάσα» μικραίνει όταν τα λειτουργικά έξοδα διογκώνονται.
Καθώς δεν διαφαίνεται νέα οριζόντια κρατική επιδότηση στους λογαριασμούς ρεύματος, το πρόσθετο κόστος μοιράζεται ανάμεσα σε προμηθευτές και καταναλωτές. Αν όμως η ενεργειακή πίεση συνεχιστεί, το ζήτημα μπορεί να μετατραπεί σε δημοσιονομική πρόκληση: το δίλημμα της χρήσης δημόσιων πόρων για τη συγκράτηση των λογαριασμών θα επανέλθει, περιορίζοντας ταυτόχρονα το περιθώριο για άλλες ενισχύσεις.
Τι διακυβεύεται τους επόμενους μήνες
Η πορεία της ενέργειας θα καθορίσει εν πολλοίς την αποτελεσματικότητα των μέτρων που θα ανακοινωθούν. Η συνεπής και διαφανής τιμολόγηση, η παρακολούθηση της χονδρικής, η στοχευμένη στήριξη των πιο ευάλωτων, αλλά και μέτρα εξοικονόμησης και αποδοτικότητας σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, μπορούν να μετριάσουν τον αντίκτυπο. Για τις επιχειρήσεις, η προληπτική διαχείριση κόστους –από την ενεργειακή αποδοτικότητα έως την αναδιαπραγμάτευση συμβολαίων– θα είναι κρίσιμη για την αποφυγή νέου κύκλου ανατιμήσεων.
Συνολικά, η ακριβή ενέργεια αναδεικνύεται στον καθοριστικό παράγοντα που «ροκανίζει» το διαθέσιμο εισόδημα και δοκιμάζει στην πράξη την αξία κάθε οικονομικής παρέμβασης. Καθώς πλησιάζει η ΔΕΘ, το κεντρικό ζητούμενο δεν είναι απλώς το μέγεθος των εξαγγελιών, αλλά το κατά πόσο αυτές θα αντέξουν απέναντι στη διαρκή πίεση των λογαριασμών. Χωρίς σταθεροποίηση του ενεργειακού κόστους, μέρος της όποιας ενίσχυσης θα χάνεται στον δρόμο. Γι’ αυτό και η ακριβή ενέργεια παραμένει το μεγάλο «αγκάθι» της περιόδου: ένα πρόβλημα που απαιτεί συνδυασμό δημοσιονομικής σύνεσης, στοχευμένων μέτρων και αποφασιστικών κινήσεων για να προστατευθεί το εισόδημα πολιτών και η ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Σχετικά Άρθρα
Δείτε επίσης