Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2026

Fund managers: Σχέδιο για εγκατάσταση διεθνών επενδυτικών γραφείων στην Αθήνα – Το κίνητρο φόρου 5% και οι ανακοινώσεις που έρχονται

Η Αθήνα αναβαθμίζει τη στρατηγική της, στρέφοντας το βλέμμα όχι μόνο στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων αλλά απευθείας των διεθνών fund managers. Με αιχμή ένα νέο φορολογικό πλαίσιο που μειώνει την αβεβαιότητα και παρέχει σαφή κίνητρα, το υπουργείο Οικονομικών προετοιμάζει ανακοινώσεις μέσα στις επόμενες εβδομάδες, φιλοδοξώντας να ανοίξει τον δρόμο για εγκατάσταση στελεχών, γραφείων και λειτουργιών διαχείρισης στην Αθήνα. Το σχέδιο δεν είναι μια ακόμη γενική πρωτοβουλία για επενδύσεις, αλλά μια στοχευμένη πολιτική που επιτρέπει στους fund managers να δραστηριοποιούνται ουσιαστικά στην Ελλάδα χωρίς να δημιουργείται αυτόματα φορολογική κατοικία ή μόνιμη εγκατάσταση για το ίδιο το ξένο fund ή τον διαχειριστή του.

Στον πυρήνα της κυβερνητικής ατζέντας, ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης έχει ήδη εντάξει την προσέλκυση διεθνών διαχειριστών κεφαλαίων στις τρεις βασικές οικονομικές παρεμβάσεις του Σεπτεμβρίου, μαζί με τις παρεμβάσεις στη φορολογία εισοδήματος και τις ρυθμίσεις για το ιδιωτικό χρέος. Σύμφωνα με το ΥΠΟΙΚ, έχει διαμορφωθεί ένα σταθερό περιβάλλον που επιτρέπει σε διεθνείς παίχτες να επιλέξουν την Ελλάδα ως βάση πραγματικής δραστηριότητας, κάτι που –εφόσον επιβεβαιωθεί στην πράξη– μπορεί να βάλει τη χώρα στον χάρτη μιας αγοράς όπου σήμερα κυριαρχούν μεγάλα χρηματοοικονομικά κέντρα.

Τι αλλάζει για τα ξένα funds και τους fund managers

Το νέο πλαίσιο, όπως αποτυπώνεται στα άρθρα του ν. 5313/2026 (με ισχύ αναδρομικά από 1/1/2026 για τα οικεία φορολογικά έτη), αντιμετωπίζει ένα βασικό αντικίνητρο που κρατούσε την αγορά σε απόσταση: η παροχή από την Ελλάδα υπηρεσιών διαχείρισης, ανάθεσης διαχείρισης ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου σε ξένους οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι το fund αποκτά τόπο πραγματικής διοίκησης και άρα ελληνική φορολογική κατοικία. Αντίστοιχα, όταν ελληνική εταιρεία παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης ή επενδυτικής συμβουλευτικής σε διαχειριστή fund της ΕΕ ή –υπό προϋποθέσεις– τρίτης χώρας, η δραστηριότητα αυτή δεν δημιουργεί από μόνη της μόνιμη εγκατάσταση του ξένου διαχειριστή στην Ελλάδα.

Με απλά λόγια, αίρεται ο φόβος «φορολογικής παγίδας» που αποθάρρυνε ομίλους από το να μεταφέρουν καίριες λειτουργίες στη χώρα. Έτσι ανοίγει χώρος για εγκατάσταση στην Αθήνα εταιρειών υποστήριξης διεθνών επενδυτικών ομίλων και για μεταφορά κρίσιμων λειτουργιών όπως:
– Επενδυτική και οικονομική ανάλυση
– Portfolio management και risk management
– Πληροφορική, λογιστική και κανονιστική συμμόρφωση
– Back office και υποστηρικτικές υπηρεσίες

Παράγοντες της αγοράς έχουν επισημάνει ότι η μέχρι πρότινος αβεβαιότητα γύρω από την έννοια της «φορολογικής κατοικίας» αποτελούσε βασικό εμπόδιο. Το νέο καθεστώς στοχεύει ακριβώς στη διαφάνεια και την προβλεψιμότητα που ζητούν οι διεθνείς fund managers.

Το κίνητρο φόρου 5% και το carried interest

Το δεύτερο σκέλος του σχεδίου αφορά τα ίδια τα στελέχη των διαχειριστών κεφαλαίων και ειδικά το carried interest, δηλαδή την πρόσθετη αμοιβή που συνδέεται με την απόδοση των επενδυτικών σχημάτων. Κατά κανόνα, το carried interest εργαζομένων ελληνικών εταιρειών που παρέχουν υπηρεσίες σε οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων φορολογείται ως εισόδημα από υπεραξία με συντελεστή 15%. Ωστόσο, για στελέχη που μεταφέρουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ελλάδα μέσω ειδικού καθεστώτος, προβλέπεται μειωμένος συντελεστής μόλις 5%, εφόσον:
– Απασχολούνται σε ελληνική εταιρεία που παρέχει τις σχετικές υπηρεσίες, και
– Η εταιρεία πραγματοποιεί ετήσιες δαπάνες στην Ελλάδα τουλάχιστον 3 εκατ. ευρώ.

Η ευνοϊκή αυτή μεταχείριση μπορεί να διατηρηθεί έως επτά φορολογικά έτη. Σημαντικό είναι ότι οι μισθοί των εργαζομένων εξακολουθούν να φορολογούνται κανονικά, όπως επίσης και η ελληνική εταιρεία καταβάλλει εταιρικό φόρο, ΦΠΑ και ασφαλιστικές εισφορές. Η ειδική πρόβλεψη αφορά αποκλειστικά το carried interest, όχι το σύνολο των αποδοχών. Με τον τρόπο αυτό, το κίνητρο στοχεύει στην προσέλκυση κορυφαίων επαγγελματιών χωρίς να δημιουργεί ευρύτερες στρεβλώσεις.

Γιατί το ΥΠΟΙΚ επιδιώκει εγκατάσταση γραφείων και όχι απλώς εισροή κεφαλαίων

Η στόχευση στη φυσική εγκατάσταση fund managers έχει διαφορετικό αποτύπωμα από μια κλασική επένδυση χαρτοφυλακίου. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να κατευθυνθούν κεφάλαια σε ελληνικές μετοχές, ομόλογα ή εταιρείες, αλλά να μεταφερθεί μέρος της διαχείρισης στην Ελλάδα. Αυτό μεταφράζεται σε:
– Θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και αμοιβών
– Αυξημένη ζήτηση για νομικές, ελεγκτικές, τραπεζικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες
– Ανάπτυξη εταιρειών τεχνολογίας, κανονιστικής συμμόρφωσης και λογιστηρίων
– Ενίσχυση του οικοσυστήματος χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και της διεθνούς εικόνας της χώρας

Σύμφωνα με αναλύσεις της αγοράς, αυτός είναι και ο ρητός στόχος του νέου πλαισίου: να αναπτυχθεί η Ελλάδα ως κόμβος παροχής υπηρεσιών διαχείρισης εναλλακτικών επενδύσεων. Παρ’ όλα αυτά, οι προσδοκίες παραμένουν ρεαλιστικές. Ήδη από τον Ιούνιο, στελέχη του κλάδου υπογράμμιζαν ότι η Αθήνα δεν μπορεί να θεωρηθεί άμεσος ανταγωνιστής κέντρων όπως το Λονδίνο, το Λουξεμβούργο, το Δουβλίνο ή η Ζυρίχη. Το νέο πλαίσιο, ωστόσο, αφαιρεί ένα κρίσιμο εμπόδιο και επιτρέπει για πρώτη φορά στην Αθήνα να διεκδικήσει τμήμα αυτής της δραστηριότητας.

Τι αναμένεται τους επόμενους μήνες

Παρότι δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί συγκεκριμένο όνομα fund manager ούτε έχει ανακοινωθεί συμφωνία εγκατάστασης, στο ΥΠΟΙΚ εκτιμούν ότι μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα υπάρξουν ουσιαστικές εξελίξεις. Το στοίχημα είναι διπλό: από τη μία, να επιβεβαιωθεί στην πράξη η λειτουργικότητα του νέου πλαισίου· από την άλλη, να συγκροτηθεί μια κρίσιμη μάζα δραστηριότητας που θα καταστήσει την Αθήνα διατηρήσιμα ελκυστική για διεθνείς fund managers.

Προκλήσεις και παράγοντες επιτυχίας

Για να κεφαλαιοποιηθεί η ευκαιρία, κρίσιμοι παράγοντες είναι:
– Η συνέπεια στην εφαρμογή και ερμηνεία του ρυθμιστικού πλαισίου
– Η ταχεία εξυπηρέτηση και τα ξεκάθαρα χρονοδιαγράμματα αδειοδοτήσεων
– Η διαθεσιμότητα ταλέντου σε χρηματοοικονομικά, data, κανονιστική συμμόρφωση και τεχνολογία
– Οι υποδομές γραφείων και το συνολικό επιχειρηματικό περιβάλλον

Με σταθερότητα κανόνων και προβλεψιμότητα, η Αθήνα μπορεί να αναπτύξει το δικό της συγκριτικό πλεονέκτημα: ένα ανταγωνιστικό κόστος λειτουργίας και πρόσβαση σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή αγορά.

 

Δείτε επίσης

Τελευταία Άρθρα

Τα πιο Δημοφιλή